Παρουσίαση - Μετάφραση: Ανδρέας Τσάκας
______________
Είδα αυτό το παιδί όταν ήταν ακόμα παιδί. Το είδα σε εκείνο το δωμάτιο όπου πηγαινοέρχονταν τα δραστήρια χέρια σου, ενώ χίλια δυο αντικείμενα γέμιζαν τον χώρο ώστε να συντηρούν την ωραία πυρετώδη τους ενέργεια και ανάμεσά τους, ο άτλας και ο εξάντας, τα σκαριά και τα σχοινιά μικροσκοπικών πλοίων, το ανεμολόγιο επίσης, το χαραγμένο από τα ονειροπόλα δάχτυλά σου πάνω στην στιλπνή χάλκινη πλάκα.
Το βλέμμα του παιδιού στεκόταν σε αυτά τα πράγματα και το νύχι του γλιστρούσε πάνω στους χάρτες, εκεί όπου οι ήπειροι υποχωρούσαν μπροστά στην μεγάλη γαλάζια επιφάνεια. Πλάι του έστεκε τότε η τρυφερή σκιά της μητέρας του.
Επιστρέφω συχνά, φίλε μου, σε αυτόν τον χώρο γιατί το Παρόν δεν είναι παρά καπνού σκιά και για εμάς υπάρχουν μόνο οι ξανακερδισμένες ώρες, οι μορφές που διέσωσε η μνήμη μας, οι φωνές που επέζησαν. Έτσι αντηχεί κι αυτή του Ζαν, αλλά, μέσα από την λεπτή σαν κελάηδημα λαλιά, διακρίνεται η χροιά μιας αντρικής φωνής, πιο βαθιάς και πιο καθαρής, καθώς έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο. Αυτό που, αναμφίβολα, τον ώθησε να επιλέξει τη θάλασσα, να αντισταθεί στον κίνδυνο που διέτρεχε μια μεγάλη φίλη χώρα η οποία είχε γίνει δική του και, μαζί βεβαίως με την στοχαστική ορμή του ελληνικού αίματος, να προτιμήσει έναν ευνόητο θάνατο.