Τρεις «τρελές» χορωδοί με ότο-στοπ

Τρεις «τρελές» χορωδοί με ότο-στοπ



Το όνομα Τρισεύγενη το γνώριζα μόνο ως τίτλο έργου του Κωστή Παλαμά, του μοναδικού θεατρικού που έγραψε ο μεγάλος ποιητής. Γι’ αυτό και όταν άκουσα για πρώτη φορά τον μαέστρο Γιάννη Μάντακα να το προσφωνεί, στην πρώτη πρόβα που παρακολούθησα ως πρωτοετής φοιτήτρια στη Χορωδία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ξαφνιάστηκα πολύ.
Ανήκε σε μια κοπέλα που καθόταν στις άλτο. Από τον τρόπο με τον οποίο της απευθυνόταν ο μαέστρος κατάλαβα ότι δεν ήταν ένα απλό μέλος της Χορωδίας, αλλά άνθρωπος με ενεργό ρόλο στη λειτουργία της. Στο τέλος της πρόβας έμαθα και το επίθετό της: Καλοκύρη. Τρισεύγενη Καλοκύρη, λοιπόν. Ένα όνομα που ταίριαζε απόλυτα στην προσωπικότητά της. Θυμάμαι ακόμη τα υπέροχα σμαραγδένια μάτια της, γεμάτα γαλήνη, καλοσύνη και ευγένεια.
Η Τρισεύγενη ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερή μου. Παράλληλα με τις φιλολογικές της σπουδές στο ΑΠΘ φοιτούσε και στο Μακεδονικό Ωδείο, ενώ εγώ, παράλληλα με τις ιατρικές σπουδές μου, παρακολουθούσα μαθήματα στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Οι χαρακτήρες μας ήταν εντελώς διαφορετικοί. Εγώ παρορμητική, εξωστρεφής, ομιλητική και συχνά ανυπόμονη· εκείνη ήρεμη, μειλίχια, συγκρατημένη και λιγομίλητη. Κι όμως, αυτές οι διαφορές δεν μας απομάκρυναν, αλλά μας έφεραν πιο κοντά.

Με τα χρόνια αναπτύχθηκε ανάμεσά μας βαθιά φιλία, βασισμένη στην κοινή αγάπη για τη μουσική και στον θαυμασμό που τρέφαμε για τον Γιάννη Μάντακα. Συνεργαστήκαμε στενά στα οργανωτικά ζητήματα της Χορωδίας του ΑΠΘ και μοιραστήκαμε αμέτρητες πρόβες, συναυλίες, ταξίδια και εμπειρίες που σημάδεψαν τα νεανικά μας χρόνια.

Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές της, εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ. Η αγάπη της για τη μουσική και την παιδεία φαινόταν σε κάθε της επιλογή. Σύντομα όμως επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε τη διεύθυνση της Χορωδίας του Κρατικού Ωδείου, διδάσκοντας παράλληλα σολφέζ.

Εκείνη την περίοδο οι δρόμοι μας συνέχισαν να συναντώνται. Βρισκόμασταν συχνά στο Κρατικό Ωδείο, εκείνη ως διδάσκουσα και εγώ ως τελειόφοιτη στις σχολές πιάνου και μονωδίας. Παράλληλα, καμία από τις δύο δεν μπορούσε να αποχωριστεί τη Χορωδία του ΑΠΘ, που αποτελούσε για εμάς κάτι πολύ περισσότερο από ένα μουσικό σύνολο. Ήταν μια κοινότητα δημιουργίας, έμπνευσης και καλλιτεχνικής αναζήτησης.

Ιδιαίτερα ζωντανή παραμένει στη μνήμη μου η τελευταία μεγάλη διοργάνωση στην οποία συμμετείχαμε μαζί: το 9ο «Europa Cantat» στο Στρασβούργο, τον Ιούλιο του 1985. Ήταν μια εμπειρία γεμάτη μουσική και ενθουσιασμό. Από εκεί φύγαμε τρεις «τρελές» χορωδοί με ότο-στοπ για το Σάλτσμπουργκ, προκειμένου να παρακολουθήσουμε συναυλίες και λυρικές παραστάσεις. Σήμερα η ανάμνηση εκείνου του ταξιδιού μοιάζει σχεδόν μυθική.

Το 1986 μετακόμισα στην Αθήνα, όπου εργάστηκα στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ως υπεύθυνη ύλης των εντύπων προγραμμάτων και αργότερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ως υπεύθυνη υπερτιτλισμού λυρικών παραγωγών. Η Τρισεύγενη συνέχισε ακούραστα το εκπαιδευτικό και χορωδιακό της έργο στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Το 1994 ανέλαβε τη διεύθυνση της νεοσύστατης Χορωδίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ, θέση που της ταίριαζε απόλυτα.

Η επικοινωνία μας δεν διακόπηκε ποτέ. Κάθε φορά που διηύθυνε μια συναυλία, μου κρατούσε το πρόγραμμα για το αρχείο μου. Κι εγώ αντίστοιχα της έδινα προγράμματα από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και το Μέγαρο Μουσικής, γνωρίζοντας πόσο την ενδιέφεραν.

Όποτε ερχόταν στην Αθήνα για να επισκεφθεί τους γονείς της, προσπαθούσαμε να βρούμε χρόνο να συναντηθούμε. Τα τελευταία χρόνια, όμως, άρχισαν να υπάρχουν αναβολές και βιαστικές αναχωρήσεις. Δεν υποψιάστηκα τίποτε. Οι υποχρεώσεις εξάλλου και των δύο ήταν πολλές.

Ώσπου κάποια μέρα πληροφορήθηκα από κοινή αγαπημένη φίλη τι πραγματικά συνέβαινε. Η Τρισεύγενη έδινε μια δύσκολη μάχη, την οποία είχε επιλέξει να κρατήσει μακριά από εμένα. Δεν ήθελε να με στεναχωρήσει ούτε να αναμοχλεύσει οδυνηρές εμπειρίες που είχα ζήσει στο οικογενειακό μου περιβάλλον. Συγκλονίστηκα όταν έμαθα την αλήθεια και ακόμη περισσότερο όταν κατάλαβα πως η μάχη που έδινε ήταν πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο είχα φανταστεί.

Όταν μου τηλεφώνησαν ότι έφυγε από τη ζωή, ένιωσα συντριβή. Ήταν τόσο νέα και τόσο δημιουργική! Έσπευσα να αγοράσω δύο μπλουζάκια με το σήμα της εκστρατείας «Η Μόδα Βάζει Στόχο τον Καρκίνο του Στήθους» και ταξίδεψα στη Θεσσαλονίκη για να τη συνοδεύσω στο τελευταίο της ταξίδι.
Πέρσι τον Ιούλιο επισκέφθηκα τον τάφο της στο Ρέθυμνο και, κοιτάζοντας τη φωτογραφία της στο μνήμα, είδα ξανά εκείνα τα υπέροχα μάτια να μου χαμογελούν με την ίδια πραότητα που θυμόμουν.

Πριν λίγες ημέρες έφυγε από τη ζωή κι ένας κοινός μας φίλος, με τον οποίο είχαμε μοιραστεί ανέμελες μέρες στο Σάλτσμπουργκ. Ανατρέχοντας λοιπόν στις παλιές φωτογραφίες, τους βλέπω και τους δύο ολοζώντανους μπροστά μου! Θυμάμαι τις συναυλίες, τα ταξίδια, τα γέλια και τις συζητήσεις μας. Και νιώθω, με έναν τρόπο που μόνο η μνήμη γνωρίζει, πως εξακολουθούν να βρίσκονται ανάμεσά μας! Γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από τις αναμνήσεις, τις κοινές εμπειρίες και το αποτύπωμα που αφήνουν στη ζωή μας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: