Την είδε για πρώτη φορά το 1984 στις εισαγωγικές εξετάσεις της στο Κρατικό Ωδείο. Είχε προετοιμαστεί από καιρό, όσο ακόμα φοιτούσε σε μια ιδιωτική σχολή. Δεν έβλεπε την ώρα να φύγει από εκείνες τις μικρές και μονίμως ανήλιαγες αίθουσες. Να μην πληρώνουν οι γονείς της τα δίδακτρα και να μην μουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη της νομίζοντας πως εκείνη δεν τους άκουγε. Το πρόγραμμα που θα της έδινε το εισιτήριο για την εισαγωγή της στο νεοκλασικό κτίριο της οδού Φράγκων ήταν ιδιαιτέρως φιλόδοξο – δεν είχε ζητήσει τη γνώμη κανενός, ούτε καν του καθηγητή της των θεωρητικών, του μοναδικού ανθρώπου που ξεχώριζε μέσα στο σκυθρωπό πλήθος των συναδέλφων του με τα στενά κοστούμια.

Είχε διαλέξει την μεγάλη άρια της άλτο από τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ και το πρώτο λιντ από τα «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά» του Μάλερ. Ο διευθυντής του Κρατικού Ωδείου και πρόεδρος της επιτροπής φάνηκε να διασκεδάζει με τις επιλογές και το λερωμένο παντελόνι της – εκείνη τη μέρα έβρεχε και ένας βιαστικός οδηγός τη φιλοδώρησε με μια ριπή λασπωμένου νερού. Πριν ξεκινήσει περιεργάστηκε με δέος την αίθουσα συναυλιών του Ωδείου, τον θόλο της οροφής με τον βαρύτιμο πολυέλαιο και τα δύο αντικριστά Steinway. Ο πιανίστας που θα τη συνόδευε ξερόβηξε προειδοποιητικά, καθυστερείς, υπαινισσόταν. Αλλά εκείνη ήξερε πως αυτός ο χώρος τελικά θα την καλοδεχόταν και σήκωσε ψηλά το κεφάλι. Έριξε μια ματιά στην επιτροπή: Τέσσερις άντρες και μια γυναίκα, η διευθύντρια της χορωδίας. Η μοναδική γυναίκα, η Τρισεύγενη, καθόταν στην άκρη του δρύινου γραφείου με το κεφάλι γυρτό και το χέρι στο στόμα. Η υποψήφια ξεκίνησε με την άρια. Erbarme dich, mein Gott. Στα μισά την διέκοψαν, στράφηκε αγανακτισμένη προς την μοναδική γυναίκα με τα σκούρα μαλλιά ζητώντας σιωπηρά υποστήριξη. Και όντως, εκείνη της έκανε νόημα να συνεχίσει, αλλά η διακοπή είχε ήδη συντελεστεί. Σειρά είχε το λιντ του Μάλερ, ο πιανίστας δεν μπήκε στον κόπο να παίξει την εισαγωγή, της έδωσε δυο συγχορδίες και της έκανε νόημα να αρχίσει. Δύο λεπτά αργότερα, ο διευθυντής ένευσε καταφατικά και φώναξε: «Ο επόμενος».

Δεύτερη φορά την είδε στις σκάλες. Η Τρισεύγενη την σταμάτησε για να την συγχαρεί τόσο για την επιτυχία της στη δοκιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων όσο και για την επιλογή του ρεπερτορίου, και εκείνη, δύσπιστη, έκανε μια αόριστη χειρονομία, ω, δεν ήταν και κάτι τόσο δύσκολο για μένα. Διευθύνω τη χορωδία του Ωδείου, είπε η Τρισεύγενη, αλλά δεν σε έχω δει ακόμα. Πήρα απαλλαγή, απάντησε η θεραπαινίδα του λιντ και του ορατορίου, εργάζομαι σε επαγγελματική χορωδία όπου πληρώνομαι και πολύ καλά μάλιστα. Η Τρισεύγενη ύψωσε εύθυμα τα φρύδια και συνέχισε την μοναχική της πορεία στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του νεοκλασικού κτιρίου.

Ξανασυναντήθηκαν έπειτα από δύο εβδομάδες στον κήπο του Ωδείου. Η σπουδάστρια καθόταν στο παγκάκι με το παλτό τσαλακωμένο εξίσου με το ηθικό της και τα μάτια κόκκινα από το κλάμα. Η Τρισεύγενη έφευγε για το σπίτι της, όμως η θλίψη που αναδυόταν εν είδει σπαρακτικού θυμιάματος από το υγρό παγκάκι τής έκοψε τη φόρα. «Μένεις κι εσύ στην οδό Πρασακάκη;», ρώτησε την κλαμένη σπουδάστρια, η οποία αφού φύσηξε τη μύτη της ψιθύρισε «όχι, η αδελφή μου μένει εκεί, Πρασακάκη 10». «Για δες», είπε η Τρισεύγενη, «εγώ μένω δίπλα, στο 12. Σε έχω δει δυο-τρεις φορές να χτυπάς το κουδούνι του 10».
Η σπουδάστρια παρακολούθησε τη σιλουέτα της καθηγήτριας να χάνεται μέσα στην ομίχλη. Όσο μιλούσαν, είχε προσέξει ότι τα μάτια της ήταν πράσινα και καθαρά, το σακάκι της μύριζε βροχή και ένα άρωμα γνώριμο, δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς λεγόταν. Την πρόλαβε στην Ίωνος Δραγούμη. Diorissimo, έλυσε την απορία της η Τρισεύγενη, χωρίς ουδεμία έκπληξη για τη φύση της ερωτήσεως. Στάθηκαν για λίγο σιωπηλές ενώ η βροχή δυνάμωνε. «Βραχήκαμε που βραχήκαμε», είπε η πρασινομάτα καθηγήτρια, «έρχεσαι στο σπίτι μου να πιεις ένα ζεστό πριν πας στην αδελφή σου;»

Καθ’ οδόν, ο λόγος που είχε αναστατώσει τόσο πολύ την σπουδάστρια άρχισε να ξεθωριάζει και γρήγορα πέρασε στο παρήγορο φάσμα της λήθης. Αναρωτιόταν πώς αυτή η γυναίκα με τα αυστηρά ρούχα και τα αγγλοσαξονικά χρώματα – πάντα όταν την έβλεπε σκεφτόταν το αγγλικό ρόδο – που δεν χαμογελούσε ποτέ με τα χείλη παρά μόνο με τα μάτια, κατάφερε να αναγνωρίσει την αγανακτισμένη της θλίψη και με τόση φυσικότητα τής επέτρεπε να διεισδύσει στον δικό της ιδιωτικό κόσμο, στα άδυτα των αδύτων του κάθε μοναχικού. Η πεισματάρα φιλόδοξη και βεβαίως άλλο τόσο τρωτή στην οποιαδήποτε απόρριψη νεαρή μουσικός πίστευε ότι αναγνώριζε τις αδελφές ψυχές, όμως αυτή η γυναίκα με το τουήντ ταγιέρ και το ασορτί κασκόλ την μπέρδευε. Η Τρισεύγενη την παρότρυνε να μπει γρήγορα στο σπίτι, να απαλλαγεί από το πανωφόρι της που έσταζε και της πέταξε μια στεγνή μπλούζα πριν εξαφανιστεί στην κουζίνα ή σε κάποιο άλλο δωμάτιο του φωτισμένου με χρυσαφιά και ροδαλά αμπαζούρ σπιτιού. Η σπουδάστρια περιεργάστηκε το περιβάλλον. Της άρεσε. Της άρεσε πολύ, της ήταν οικείο, όπως ένα όνειρο που θυμόμαστε πως είδαμε στο μέλλον. Το στερεοφωνικό βρισκόταν σε περίοπτη θέση, έψαξε στα CD και στα βινύλια, διάλεξε έναν δίσκο με την Αμάλια Ροντρίγκες και αμέσως λεηλάτησε το μπαράκι. «Δε θέλω τσάι», φώναξε, «εντάξει είμαι». Η Τρισεύγενη εμφανίστηκε λίγα λεπτά αργότερα με ένα δίσκο, της έκανε νόημα να φάει. Η σπουδάστρια έφαγε με τη λαιμαργία που την κυρίευε κάθε φορά που βρισκόταν σε ξένα σπίτια και σιγά σιγά υπέκυπτε σε μια θαμπή θαλπωρή, γελούσε και μιλούσε και ρωτούσε και καθόταν οκλαδόν στον καναπέ. Η Τρισεύγενη απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις και όταν το κορίτσι άρχισε να ρωτάει για τα πρόσωπα που βρίσκονταν στις ασημένιες κορνίζες, άρχισε να εισχωρεί σε μια άγνωστη ζωή. Εικόνες από το παρελθόν και το παρόν που ανήκαν στο αγγλικό ρόδο –η Τρισεύγενη τώρα χαμογελούσε και με τα χείλη– «η μητέρα, ο πατέρας μου, ο μνηστήρας μου, ο αδελφός μου». Η βροχή δυνάμωνε και καθώς η νεαρή αφομοίωνε τις πληροφορίες, παρακολουθούσε την μεταμόρφωση της καθηγήτριας. Η οποία, είχε απαλλαγεί κι αυτή από τη στολή εργασίας και το υπόλευκο φόρεμα που την είχε αντικαταστήσει, έφτανε μέχρι κάτω από το γόνατο και άλλαζε αποχρώσεις καθώς σάρωνε τα μικροαντικείμενα που ήταν τοποθετημένα στα τραπεζάκια. Τα κρυστάλλινα μπιμπελό ιρίδιζαν εορταστικά. Τα πιατάκια με τα αμύγδαλα και τα καρύδια κλυδωνίζονταν διασκεδάζοντας με την ήπια επαφή του υφάσματος. Η σπουδάστρια αναρωτήθηκε πότε είχε ξαναβρεθεί σε ένα παρόμοιο σκηνικό, πότε κάποιος είχε μπει στον κόπο να απαλύνει τη θλίψη της χωρίς παρηγοριές, παρά μόνο με μια πρόσκληση στην είσοδο σε έναν κόσμο που είχε ονειρευτεί ή είχε διαβάσει. Η αναγνώριση ήρθε σταδιακά, ένας ψίθυρος στα αυτιά της: Ζούσε στον κόσμο της Τζέιν Όστεν, όπου οι αδελφές ήξεραν πώς να δημιουργούν μια παρηγορητική καθημερινότητα με απλές πράξεις προσφοράς και γαλήνιες αποτελεσματικές ενέργειες. Με ποια μιλούσε; Με την Ελίζαμπεθ ή με την Έλινορ; Τέντωσε τα χέρια της μπροστά με τα δάχτυλα ανοιχτά. Είχε βάψει τα νύχια της ροζ περλέ, αλλά η μαυρίλα στις άκρες φαινόταν ακόμα κάτω από το βερνίκι. «Ωραίο χρώμα», είπε η Τρισεύγενη και το κορίτσι γέλασε. «Η μαμά μού λέει ότι τα νύχια μου έχουν μονίμως πένθος».
«Τι πενθούν;», την ρώτησε η Τρισεύγενη – Ελίζαμπεθ – Έλινορ με το φλιτζάνι μετέωρο. «Ω… δεν ξέρω», σάστισε η σπουδάστρια και συγκράτησε την απάντηση που ήταν μόνο δύο λέξεις, «την απουσία». Η βροχή σιγά σιγά σιγά έκοβε και η Τρισεύγενη καθόταν με τα χέρια χαλαρά στα γόνατά της. Τέλος έπεσε σιωπή, μια σιωπή καθόλου άβολη και η σπουδάστρια δεν ήθελε να φύγει, δεν ήθελε ούτε να πάει στην αδελφή της, ούτε να επιστρέψει στο σπίτι της.

Η Τρισεύγενη κοίταξε το ρολόι της και το κορίτσι ανακλαδίστηκε, μάλλον το όνειρο τελείωνε εδώ. «Μείνε όσο θέλεις», είπε η καθηγήτρια, «απλώς περιμένω ένα τηλεφώνημα» και, όντως, ενόσω ακόμα μιλούσε, το κουδούνισμα επιβεβαίωσε την ευγενική απολογία της. Μίλησε πολύ λίγο και όταν κατέβασε το ακουστικό, το πρόσωπό της φωτιζόταν από την προσμονή. Το κορίτσι έβλεπε τη μεγάλη αδελφή που δεν είχε κερδίσει ποτέ, εκείνη την αδελφή που αγαπούσε και θαύμαζε και στο τέλος πάντα την έχανε. Όχι, αποφάσισε, αυτή τη φορά η φαντασία της ήταν ένα βήμα μπροστά από την πραγματικότητα, το έδαφος που πατούσε ήταν στέρεο και στον δρόμο που ανοιγόταν μπροστά της, σε κάθε στροφή, θα συναντούσε την νοσταλγία του πιθανού.

«Έρχεται ο αδελφός μου από την Αθήνα», ανακοίνωσε η Τρισεύγενη και τη βοήθησε να φορέσει το μουσκεμένο της παλτό. Στάθηκαν για λίγο στην πόρτα. «Θα ξανάρθω», είπε το κορίτσι. Η Τρισεύγενη περίμενε στην πόρτα μέχρι να έρθει το ασανσέρ. «Και βέβαια», είπε.

Η σπουδάστρια στάθηκε για λίγο στην εξώπορτα της πολυκατοικίας του αριθμού 10 της οδού Πρασακάκη όπου έμενε η αδελφή της. Ακούμπησε το δάχτυλο στο θυροτηλέφωνο και έμεινε να παρατηρεί το πένθος κάτω από το ροζ βερνίκι. Αποτράβηξε το χέρι πριν πιέσει το κουμπί και πήρε αργά τον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της.