Το όνομα Tρισεύγενη, ετυμολογικά δηλώνει μάλλον περιφραστικά την βαθιά αριστοκρατική καταγωγή (nobility) παρά την υπερβολική ευγένεια (politeness, courtesy), αποδίδεται δε καθ΄υπερβολήν (κατά το τρισένδοξη, τρισευτυχισμένη, τρισμακάριστη, τρισμέγιστος (Ερμής) ― αλλά και αρνητικά: τρισκατάρατη, τρισάθλια, τρισβάρβαρη, τρισχειρότερη κλπ). Το Λεξικό κατατάσσει τη λέξη στα επίθετα που εμφανίζονται «από την ελληνιστική στη λόγια βυζαντινή» περίοδο, μαζί με τύπους όπως παντεύγενος, τρισευγενής (το οποίο μνημονεύεται και ως κύριο ανδρικό όνομα: Τρισευγενής). Υπάρχουν όμως και παλαιότερες καταγραφές όπως το αρχαίο επίθετο τρισόλβιος (ο τρισευτυχισμένος, ο πανευτυχής: εὐδαίμων ὁ βλέπων σε͵ τρισόλβιος ὅστις ἀκούει ― Ρουφίνου, Παλατινή Ανθολογία AP V 94) ή ο τρισευδαίμων.
Το επίθετο «τρισευγενής» εντοπίζεται στον Κωνσταντίνο Μανασσή (12ος αι.). Στο έργο του Σύνοψις Χρονική (στ. 4894-4906), σε εγκωμιαστικό χωρίο για τη Θεοδώρα, γράφει: «καὶ σπέρματα τρισευγενῆ σχοῦσα κατὰ καρδίας».
Σε εικόνα των Αγίων Θεοδώρων στη Ζάκυνθο, που χρονολογείται περίπου στον 18ο αι., υπάρχει αφιερωματική επιγραφή: «δέησις της δούλης του Θεού Τρισεύγενης».
Tέλος, ο Καμπούρογλου, είχε δημοσιεύσει το διήγημα «Η κυρά-Τρισεύγενη» (μια «γιάτρισσα» της παλιάς Αθήνας). Βλ. Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου (1852-1942), Η κυρά Τρισεύγενη κι άλλα διηγήματα,* Αθήναι, Εκδοτική Εταιρεία Γ. Παπαδημητρίου και Σία [χ.χ.=1900 ― δηλαδή δύο χρόνια πριν από τον Παλαμά].
Το όνομα της Τρισεύγενης Καλοκύρη προέρχεται καθ΄ομολογίαν από την λατρεία του βυζαντινολόγου πατέρα της στον Κωστή Παλαμά, το ομότιτλο παραμυθόδραμα του οποίου γράφτηκε το 1902 και πρωτοκυκλοφόρησε στις 24 Αυγούστου 1903. Η Τρισεύγενη, δράμα σε τέσσερα μέρη που τοποθετείται σε αγροτικό περιβάλλον της Ρούμελης, «παραστάθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών από την κ. Ζ. Παρασκευοπούλου » στις 13/2/1915»· το 1935 ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη με πρωταγωνίστρια την Κατίνα Παξινού αλλά και πρόσφατα (το 2011) σε σκηνοθεσία Λ. Κονιόρδου με την Στεφανία Γουλιώτη στον επώνυμο ρόλο. Το 1972 ανέβασε το έργο ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου σε σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντινού.
Υπάρχει και ραδιοφωνική προσαρμογή του Νίκου Γκάτσου (1958) σε σκηνοθεσία Κώστα Κροντηρά με την Άννα Συνοδινού, τον Μάνο Κατράκη κ.ά. και άλλη μία του 1968 σε σκηνοθεσία Λιάκου Χριστογιαννόπουλου:
Η Τρισεύγενη εμφανίζεται και στο ομότιτλο ηρωικό ποίημα του Παλαμά (1904) που παραθέτουμε** όπου συναντούμε μια ακόμα μαρτυρία για κείμενο του Γιάννη Βλαχογιάννη για προϋπάρχον κείμενο (;) που δεν μπορέσαμε όμως να εντοπίσουμε: «Στο Βλαχογιάννη που της αφιέρωσ’ [ενν. στην Τρισεύγενη] ένα του Παραμύθι» .
Η χρήση του ονόματος πάντως είναι εξαιρετικά σπάνια· σε μια στατιστική μελέτη του 2009 (στοιχεία ΑΙ), σε δείγμα περίπου 97.000 ατόμων, καταγράφονται 10 μόνο άτομα με το όνομα Τρισεύγενη.
«Η κυρά Τρισεύγενη» Δημήτριου Γρ. Καμπούρογλου
_____________________
** Η ΤΡΙΣΕΥΓΕΝΗ
Στο Βλαχογιάννη που της αφιέρωσ’ ένα του Παραμύθι.
Δεν είμαι φάντασμ’ απ’ αχνό, μηδέ γαλάζια ιδέα. / Την πλάση έχεις του μάρμαρου, σάρκα μου ακέρια,
/ ωραία μέσα στην άπλερη ομορφιά και στη μισή τη χάρη. / Σα σπάρτο χρυσοφύτρωσα στον τόπο πὄχει πάρει / δική του δόξα χτεσινή, τον ασημώνει η αρμύρα, / και του στερνοκελάηδησε του Τσάιλ Αρόλδου η λύρα, / κι είναι γυμνός και ολάνοιχτος και μοναχά στολίδια / κρατάει τα βούρλα αγκαθερά και τα γυροβολίδια, / και τα ηλιογέρματα πλατιά στο βυσσινί πνιμένα, / και σε γυναίκεια στόματα τα πιο γλυκανθισμένα / λογάκια· και απ’ του Φίδαρη ποτίζεται το ρέμα / και Μισολόγγι κράζεται. Και μες στη σάρκα μου αίμα /ρέει σαν τα ρόδα κόκκινο και τρώει καθώς η φλόγα· / κι ήπια το γάλα της ζωής από μιας Λάμιας ρώγα. / Καθάρια Ρουμελιώτισσα και παινεμένη Βλάχα / κάνω σαν όλη μέσα μου τη Ρωμιοσύνη να ’χα, / και μες στης βαλτοθάλασσας τα ρήχη καθρεφτίζω / την όψη, και τα ήσυχα νερά της τα φωτίζω / τη νύχτα με τα μάτια μου, και λάμπουνε σ’ εκείνη / σα μιας πρωτόφαντης πριάς ψαράδικης καμίνι. / Κι όλο αγναντεύω, χαϊδεμένη από το μαϊστράλι, / μακριά, σα να ερωτεύτηκα της Πάτρας το κανάλι, / ψηλά, σάμπως του σύγνεφου να θέλω τη θολούρα. / Κι η λίμνη του Αγγελόκαστρου, του Βραχωριού η Κλεισούρα / και οι λόγγοι της Βαράσοβας και του Ζυγού τα πλάγια / με ξέρουν, κόρη και ξωθιά και μάισσα δίχως μάγια. / Χόρεψα μες στην Κλείσοβα και μες στο Βασιλάδι, / με το καμάκι ψάρεψα, κι απ’ την αυγή ώς το βράδυ / ζω με τραγούδια, με όργητες, με αγάπες, με τα μίση· /και σαν το φάρο στ’ Αϊ-Σωστιού που φέγγει το ερμονήσι / φωτάω τα πλάγια γύρω μου. Κύμα με λένε οι γλάροι / κι η λίμνη η φεγγαρόστρωτη αχτίδα απ’ το φεγγάρι. / Κι είμαι γυναίκα τ’ αργαλειού και του δαιμόνου ομάδι, / κι αμάρτησα και μόνη μου παντρεύτηκα τον Άδη. / Μεγάλη, ναι! Μα μην ξεχνάς· δεν είμ’ εγώ μεγάλη / από τη γνώμη του σοφού κι απ’ του ήρωα τ’ ατσάλι, / κι απ’ του προφήτη τη φωνή, που ανοίγει τα μνημούρια, /κι απ’ ό,τι τα πρωτόφαντα κυλάει και τα καινούρια. / Είμαι μεγάλη απ’ όλη μου την ομορφιά που στέκει / μοναχική, ακατάδεχτη, μα σαν τ’ αστροπελέκι / πάει στην καρδιά, χίλιες φορές πιο όμορφη από τις άλλες / τις ομορφιές του τόπου μου, του ωκεανού μου στάλες. / Κι εγώ δεν είμαι φάντασμα και σύμβολο και ιδέα, / από το αίμα είμαι γοργή κι από τη σάρκα ωραία / στ’ άπλερα μέσα, στα μισά μέσα, μεστή και ακέρια, / Μεγάλη, από του ποιητή μονάχα είμαι τα χέρια, / που καθώς μ’ είδε χωριστή, το νου σα να του πήρα, / με ξαναζεί, και μ’ έντυσε βασιλικιά πορφύρα. / Και δίχως με τα αρχαία κανείς δεσμός εμέ να δένει, / είμαι σα να μου φίλησε η αρχαία Μελπομένη / το μέτωπο. Ώσπου φάνηκα μια μέρα στην Αθήνα, / στεφανωμένη μ’ αγριλιάς κλαδί και μ’ άγρια κρίνα. / Και μέσ’ απ’ του Διόνυσου τα έρμα σκαλοπάτια / γειρμένος προς τ’ αστραφτερά προφητικά μου μάτια, / Ποιητή, μέσ’ απ’ τα βάθια τους να ξετυλίγεται είδες / η Τραγωδία, και γύρω της οι αθάνατες ηρωίδες / σ’ άνθισμ’ ακόμα αλαργινό, που θα ξανάρθει, μάθε! / Χα! χα! μόνο οι κοντόφωτοι, θωρώντας με μακριάθε / γυναίκα του χαμού με λεν και ξένη, και περνάνε. / Και με γνωρίζουν τα πουλιά, κι οι ανθοί με προσκυνάνε!
§ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Η ασάλευτη ζωή, 1904