Μέτρο της εντελέχειας ενός δημιουργικού έργου είναι ο βαθμός δυσκολίας των αναγνωστών του να διατυπώσουν συμπληρωματικό ή επεξηγηματικό λόγο πάνω σε αυτό. Στην περίπτωση των Βρικέλων του Γιώργου Χωματηνού, η δυσκολία αυτή αγγίζει τον μέγιστο βαθμό. Tο αξίωμα δεν ακυρώνει επιχειρούμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις· άλλωστε μίλησα εξ αρχής για «επεξηγηματικό» και όχι «ερμηνευτικό» λόγο. Τέτοιες απόπειρες αποτελούν δημιουργικότατο πεδίο της διαλεκτικής συγγραφέα και αναγνώστη και αναπτύσσουν πολλαπλές εκδοχές κι «αντηχήσεις» του έργου, οι οποίες διευρύνουν τη σημασία του, δεν μεταβάλλουν ωστόσο την εσωτερική του συγκρότηση, κι αυτό όχι γιατί οι Βρίκελοι είναι ένα βιβλίο «κλειστό», αλλά επειδή στις σελίδες του εμπεριέχονται τα απαραίτητα κλειδιά για την πλήρωσή του.
Τα στοιχεία που συνθέτουν την αφήγηση αλληλεπιδρούν σε πολλαπλά επίπεδα καθιστώντας μια εξωτερική επεξήγηση περιττή, αφού στο σύμπλεγμα περιστατικών και επεισοδίων ο συγγραφέας εγκιβωτίζει όχι μόνο τους χαρακτήρες, τα σύμβολα και τους μύθους, αλλά και τα «εργαλεία» και τα «κίνητρα» της κατασκευής που γονιμοποιούν τις απροσδόκητες εναλλαγές των αφηγηματικών επιπέδων, τις ευρηματικές συνδέσεις του χωροχρονικού ασυνεχούς, τα εκρηκτικά εναύσματα των ρηματικών συνειρμών.
Ας σταθούμε σε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων συνειρμών: στο πρώτο, ο εξαδάκτυλος Χριστόφορος αποκαμωμένος από την κούραση βγάζει το παπούτσι του για να ξεκουράσει το πόδι του κι «από την τρύπια κάλτσα ξεφυτρώνει ο έκτος του δάκτυλος, πατικωμένος σαν σπονδείος, ακατάληκτος» (σ. 81). Η λέξη «σπονδείος» εδώ δεν έχει την προφανή σημασία της, δηλαδή του αντικειμένου που χρησιμοποιείται κατά την τέλεση των σπονδών. Στην αρχαία ελληνική μετρική, «σπονδείος» είναι ο μετρικός πόδας που αποτελείται από δύο μακρές συλλαβές, ο οποίος μεταδίδει έναν αργό και υποβλητικό τόνο. Με την πρώτη ματιά η σημασία αυτή μοιάζει ακατάληπτη, όμως ενόσω ο αρχηγός του μπουλουκιού ξαποσταίνει, οι συμπρωταγωνίστριές του, η Μανταλένα και η Σμαρώ, παραπέρα, καταγίνονται ξυπόλητες με τις προετοιμασίες της «παράστασης» και «σε κάθε τους πάτημα μαλάζουν με τις πατούσες τη λάσπη, τίποτα δεν πιέζει τα πόδια τους, τίποτα δεν τα περιορίζει. Η γλώσσα του σώματός τους υπερβαίνει τη γλώσσα την ίδια, δεν χρειάζεται να προσέξουν σε ποια συλλαβή θα τονίσουν τα πατήματά τους, στη μακρά ή στη βραχεία· είναι αμφίδοξες, ιαμβικές, ελεύθερες. Το αντίθετο, δηλαδή, απ’ αυτόν εδώ τον ομηρικό άνδρα, τον Χριστόφορο» (σ. 81-82). Η ερμηνεία, λοιπόν, της λέξης «σπονδείος» υποδηλώνεται στην εξέλιξη του επεισοδίου ενώ ο συσχετισμός των γυναικείων ποδιών με τον μετρικό πόδα προκαλεί μια εύγλωττη εικονοποιία των χαρακτήρων· αυτές «αμφίδοξες, ιαμβικές, ελεύθερες» κι εκείνος «ομηρικός», τον καθορίζει ένα μόνο μέτρο, «το ηρωικό» (σ. 82).
Στο δεύτερο παράδειγμα, ο Δονάτος, ο θεραπευτής, ο αγαθός γίγαντας, σε μια στιγμή ανάπαυλας τσιμπολογάει το ψωμί του πλάι στη Μανταλένα, «δεν ξέρει τι σόι γλυκό είναι η μαντλέν, ξέρει όμως το λουκούμι· με τέτοιο μοιάζει η ψίχα που, με τραχιά απλότητα, έχει πλάσει τώρα στα χοντρά του δάκτυλα» (σ. 108). Εδώ ο συνειρμός εκκινεί τόσο από την ηχητική και ονοματική γειτνίαση του ονόματος της γυναίκας που κάθεται δίπλα του με τη γαλλική μαντλέν, όσο και από τη σύζευξη γεύσης και μνήμης ή έστω από την απόπειρα του ήρωα να ανασυνθέσει και τις δυο. Ο Δονάτος, που δεν γνωρίζει τη μαντλέν, πλάθοντας ένα «πλαστό λουκούμι» από ψωμί ανακαλεί μνήμες της παιδικής του ηλικίας. Δεν είχε αυτός στιγμές γαλήνης στο ειδυλλιακό Κομπρέ, «πρέπει να φτιάξει ο ίδιος τη μήτρα της ανάμνησης, όπως όπως, με ό,τι υλικό έχει εύκαιρο στα χέρια του» (σ. 108), γράφει ο Χωματηνός συνομιλώντας με τον Γάλλο ομότεχνό του, καθώς μετασχηματίζει τον προυστικό μηχανισμό της ακούσιας μνήμης στο παράδειγμα των επινοημένων αναμνήσεων του αγαθού γίγαντα.
Τα δύο αυτά στιγμιότυπα του βιβλίου, εκτός από ενδεικτικά των ρηματικών συνειρμών του συγγραφέα, αποκαλύπτουν πλήθος στοιχείων για τη σύνθεση του μυθιστορήματος: το εύρος των διακειμενικών αναφορών, από τον Όμηρο στον Προυστ, από την τραγωδία, στο δημοτικό τραγούδι κι ως τον Γιώργο Χειμωνά και τον Γιώργο Μανιάτη, από τον Σολωμό στον Καβάφη κι απ’ αυτόν στον Καρούζο, κι ακόμα, την αναστοχαστική διάσταση των επεισοδίων, τα γοητευτικά παιχνιδίσματα της γλώσσας, τη λειτουργική ανάμειξη των χωροχρονικών σκηνικών της ιστορίας.
Η αρχιτεκτονική του βιβλίου παραπέμπει σαφώς στην αρχαία τραγωδία: ο πρόλογος, η πάροδος, τα επεισόδια, τα στάσιμα, η έξοδος. Η επιλογή αυτή δεν εξυπηρετεί απλώς την πλοκή – είναι ένας υπαινιγμός. Ήδη από την Πάροδο αντιλαμβάνεται κανείς το μπόλιασμα του κλασικού μοντέλου: εδώ ο Χορός τελεί σε σχετική αν όχι πλήρη ακινησία, ένας παράλυτος χορός, ένας κατάκοιτος πατέρας και η κόρη του σε μια μοναχική καλύβα, παρακολουθούν τα δρώμενα, βαλτωμένοι σε μια αβάσταχτη ρουτίνα, «ζήβα τη λάμπα, σύρε στο παραθύρι, φεύγα από δω», σαν ένα βυζαντινό ίσο να συνοδεύει την εξέλιξη του δράματος. Η σιωπηλή τραγωδία πίσω από τους τοίχους της φασματικής καλύβας συναγωνίζεται σε οδύνη την ολέθρια φαντασμαγορία που συντελείται εκτός της. Δίπλα στα δυο αυτά μυθιστορηματικά τοπία ένας τρίτος χωροχρόνος: ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη κι ένας αποκλεισμένος συγγραφέας λόγω της πρόσφατης υγειονομικής καραντίνας· αυτός είναι ο υφαντής που πλέκει τα τρία χωροχρονικά επίπεδα του μυθιστορήματος.
«Τούτη την ώρα κοιτάζω το μικρό κομμάτι του ουρανού της Κυψέλης που φαίνεται από το παράθυρο του ισογείου, και πιάνω να ανάψω ένα τσιγάρο στον πατέρα του Χριστόφορου, που ξύπνησε χαρμάνης μέσα στο μυαλό του γιού του και μου ζητάει φωτιά» (σ. 62-63), εξομολογείται.
«Σε ποιον μιλάς, πατέρα, ποιος είναι μαζί σου στο κελί;» αναρωτιέται ο Χριστόφορος σαν να αφουγκράζεται τη συντροφιά της Κυψέλης.
«Κανένας», αποκρίνεται ο γέρος.
Κανένας, που θα πει «Ούτις»· ο συγγραφέας ως άλλος Οδυσσέας παραμένει αόρατος για τους πρωταγωνιστές της ιστορίας.
Κι αλλού, μετά από ένα ξεκαρδιστικό περιστατικό με πρωταγωνιστές τους σιαμαίους μουζικάντηδες: «Καθώς τα γύρω χάχανα ξεθυμαίνουν, η Σμαρώ συλλαμβάνει ένα ακόμα γέλιο που κρυβόταν πίσω απ’ αυτά, γάργαρο και θηλυκό, να έρχεται από μακριά, από ένα επίπεδο ασαφές και, γι’ αυτό, ανεντόπιστο», διαβάζουμε (σ. 79). Είναι το κακαριστό γέλιο της κόρης της καλύβας, «σαν της κοτούλας», που φτάνει στ’ αυτιά της Μάντισσας. «Έτσι γέλαγε κι η μάνα σου», μονολογεί ο κατάκοιτος πατέρας της που κουβαλά την κατάρα της μνήμης.
Κι αλλού πάλι, σ’ ένα ωσμωτικό κρεσέντο, την ώρα που σμίγουν η Μανταλένα κι ο Χριστόφορος μέσα στην τέντα της, μια εικόνα συγχέει τους δυο κόσμους, «Απλωμένα εργατικά ρούχα, φτηνές κιλότες και τρύπια σώβρακα τριγύρω. Σ’ έναν σκοτεινό ακάλυπτο που η πόλη δεν αγγίζει, αντηχεί του σομιέ το τρίξιμο, ο αναστεναγμός του Κόσμου. Η οθόνη του κινητού ανάβει και φέγγει· το μήνυμά σου λέει πως δεν θα ’ρθεις απόψε· τη σβήνω· σκοτάδι βαθύτερο. Πες μου: πού θα πω τώρα τα ψέματά μου; Που θα πεις κι εσύ τα δικά σου; Ο σομιές τρίζει για να σπάσει, πετιέται και η Αφροδίτη και χύνεται παντού. Μαζεύω αθόρυβα το αδειανό κρασοπότηρο και το ξέχειλο τασάκι, και μπαίνω πάλι μέσα στο σπίτι. Πριν κλείσω απαλά την μπαλκονόπορτα, γεμίζω τα μάτια μου με γνώριμα σχήματα. Απλωμένα εργατικά ρούχα, φτηνές κιλότες και τρύπια σώβρακα τριγύρω. Κλεισμένος μες στο σώμα μου κι εσείς μες στα δικά σας, δεν σας βλέπω, δεν με βλέπετε. Κι όμως, για σας γράφω. Για σας που δεν θα με διαβάσετε» (σ. 102-103).
Ο Χωματηνός δεν επιδιώκει να ανασυστήσει μια εκδοχή της πραγματικότητας ή έστω μια σκιά της, αλλά συναρτά ένα κειμενικό σύμπαν αυτεξούσιο, όχι απλώς ένα παραμορφωτικό κάτοπτρο της έσω και της έξω ζωής αλλά μια κρυστάλλινη σφαίρα – σε αντιδιαστολή με τις επίπεδες οθόνες που μας περικλείουν.
Ένας αφηγηματικός ιστός συνέχει το μυθιστόρημα, όμοιος με εκείνον που υφαίνει η αράχνη στο καφενείο το «Βυζάντιον», εκεί όπου διαδραματίζεται μια από τις εμβληματικότερες σκηνές του βιβλίου, όταν η άκρη της εσάρπας της Μανταλένας πιάνεται σ’ ένα καρφί κι αρχίζει να ξηλώνεται. «Πώς γίνεται να βαυκαλιζόμαστε ότι είμαστε εμείς που γνέθουμε το νήμα της ζωής μας όταν δεν μπορούμε να δούμε τρία μέτρα μάλλινη κλωστή που κρέμεται από την πλάτη μας;» (σ. 37) αναρωτιέται ο συγγραφέας-αφηγητής. Το επεισόδιο υποδηλώνει το αραχνοειδές πλέξιμο της αφήγησης κι η νύξη αυτή ενισχύεται από την αναφορά στην Αράχνη της Μαιονίας, τη μυθική υφάντρα (σ. 39), η οποία λειτουργεί παράλληλα σαν μια εύγλωττη αλληγορία για τον συγγραφέα, καταδικασμένο, σαν τo μυθικό αρθρόποδο, να υφαίνει ατέρμονα τους αφηγηματικούς ιστούς του με το ίδιο του το σώμα. Ο Χωματηνός δικαιώνει τον αφορισμό του Βάλτερ Μπένγιαμιν, «Ένα καλό πεζογράφημα δουλεύεται σε τρία στάδια: ένα μουσικό, όπου συντίθεται, ένα αρχιτεκτονικό, όπου χτίζεται, τέλος ένα υφαντουργικό, όπου υφαίνεται».
Αυτό που συγκροτεί το θαυμαστό εργόχειρο –μας το θυμίζει κάθε τόσο ο συγγραφέας– είναι καταρχάς και καταρχήν η γλώσσα, οι λέξεις. Οι λέξεις δεν είναι απλώς φορείς του παρελθόντος, ίχνη της μνήμης, κήρυκες μιας αλήθειας δυσερμήνευτης, αλλά συγκροτούν μια γλώσσα που γίνεται αντιληπτή από τον αναγνώστη ακόμα κι όταν δεν την καταλαβαίνει, σαν να επανέρχονται βίαια στη μνήμη του σελίδες της Ιστορίας που θα ευχόταν να ’χε ξεχάσει. Οι φωνές των πνευμάτων, οι οιμωγές των μανάδων που μάταια αναζητούν τα παιδιά τους απ’ την Κορέα ως την Κύπρο κι οι ψυχές των νεκρών, προστρέχουν στα χθόνια βάθη της γλώσσας, και τη στιγμή που αυτή εξαϋλώνεται, ξαναβρίσκει θαρρείς την πιο σάρκινη σωματικότητά της.
Το «χάρτινο εικοσιτετράωρο» της 28ης Μαρτίου 1958 πλουτίζει τους χυμούς της λογοτεχνίας και πραγματώνει στις σελίδες του, με τα πιο γλαφυρά χρώματα, το όραμα του συγγραφέα του για τη μυστική ενότητα του κόσμου.
Εξηγούμαι, παραφράζοντας τον Μορίς Μπλανσό: το μυθιστορηματικό σύμπαν των Βρικέλων δεν βρίσκεται πέραν του κόσμου αυτού αλλά ούτε και είναι ο κόσμος, θρυμματισμένος ή ανερμάτιστος: είναι η παρουσία των πραγμάτων προτού υπάρξει ο κόσμος, η επιβίωσή τους μετά την εξαφάνισή του, η φανέρωση αυτού που απομένει όταν όλα σβήνουν, μια πράξη θρησκευτική που συντελείται έξω από το πλαίσιο των δογμάτων και των θρησκειών.
Κλεισμένος στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη, ο συγγραφέας-αφηγητής εξομολογείται σ’ έναν από τους ήρωές του, τον κυρ Νίκο, πατέρα του εξαδάκτυλου: «Σαν τον συνονόματό σου τον Ποιητή, Ξένος είμαι στο σπίτι μου, ξένος στους δρόμους» (σ. 83), κι απηχούνται σαν δέηση ή σαν ικεσία οι στίχοι που προηγούνται στο ποίημα του Καρούζου:
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι / να πολεμήσω την Άνοιξη.