Μετά τη θεωρία, τι;

Μετά τη θεωρία, τι;

Προσεγγίσεις της λογοτεχνίας «μετά τη θεωρία». Χαρτογραφώντας σύγχρονες τάσεις. Συλλογικός τόμος. Επιμέλεια Μ. Παπαρούση & Σ. Κιοσσές. Εκδόσεις Κριτική 2025


Πέρα από τον γλωσσοκεντρισμό

Πώς διαβάζουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο, με ποιον τρόπο αναλύουμε βασικά χαρακτηριστικά του; Το ερώτημα αυτό αν και αφελές σε μια πρώτη ανάγνωση έχει απασχολήσει εδώ και εκατό χρόνια περίπου τον χώρο της κριτικής χωρίς ωστόσο να δοθεί οριστική απάντηση μέχρι σήμερα.
Γύρω στη δεκαετία του ’60 αρχίζουν να επικρατούν διάφορες λογοτεχνικές θεωρίες, οι οποίες επιδιώκουν να προσφέρουν τις θεωρητικές έννοιες και τα μεθοδολογικά εργαλεία για τη μελέτη της λογοτεχνία. Οι προσεγγίσεις του στρουκτουραλισμού, της σημειωτικής και της αποδόμησης παρά τις σημαντικές διαφορές τους ήταν απολύτως γλωσσοκεντρικές καθώς προσέγγιζαν τα πάντα ως κείμενο.
Τη δεκαετία του 2000, η λογοτεχνική κριτική αμφισβητεί τη γλωσσοκεντρική προσέγγιση των κειμένων με αποτέλεσμα να εμφανίζεται η λεγόμενη συν-αισθηματική (affective turn) και η ηθική στροφή (ethical turn) στις λογοτεχνικές σπουδές, εμπλουτίζοντας και διευρύνοντας το υπό μελέτη πεδίο. Επίσης, σημαντική νεότερη προσέγγιση της λογοτεχνίας είναι αυτή που βασίζεται στον νέο υλισμό (new materialism). Στη συνέχεια, θα αναλύσω συνοπτικά την συν-αισθηματική και τη υλιστική στροφή της λογοτεχνικής κριτικής ενώ στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα αναφερθώ την ηθική κριτική, τη μη φυσική αφηγηματολογία και την οικοκριτική.


Η υλιστική στροφή

Η υλιστική στροφή στην θεωρία και έρευνα αποτελεί μια πραγματικότητα. Ο όρος νέος υλισμός αποτελεί όρο ομπρέλα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα μεγάλο εύρος προσεγγίσεων. Ως ταυτόσημος όρος χρησιμοποιείται επίσης ο όρος μετανθρωπισμός (posthumanism) και ζωτικός υλισμός (vital materialism). Παρά το εύρος των προσεγγίσεων του νέου υλισμού, όλες οι προσεγγίσεις μπορούν να χαρακτηριστούν μετανθρωπιστικές, μετα-ανθρωποκεντρικές, ενσωματωμένες και ενσώματες, συσχετιστικές και ενδεχομενικές παρά ουσιοκρατικές και απόλυτες. Έτσι, ο νέος υλισμός προσφέρει στις κοινωνικές επιστήμες ένα μέσο εμβύθισης σε έναν υλικό κόσμο πληθυντικό, περίπλοκο και ετερογενή. Οι νέοι υλιστές δέχονται ότι ο κόσμος και η ιστορία παράγονται από υλικές δυνάμεις που εκτείνονται από το φυσικό και βιολογικό μέχρι το ψυχολογικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο, απορρίπτοντας τη διάκριση μεταξύ του φυσικού κόσμου και των κοινωνικών κατασκευών. Βασικοί εκπρόσωποι του νέου υλισμού είναι οι Karen Barad, Jane Bennett, Rosi Braidotti, Manuel DeLanda, Bruno Latour, Brian Massumi, Nigel Thrift και άλλοι. Μια βασική επιρροή του νέου υλισμού είναι το ντελεζιανό έργο (Fox & Alldred, 2022).


Η συν-αισθηματική στροφή

Η συν-αισθηματική στροφή που έχει λάβει χώρα τα τελευταία χρόνια, έχει επηρεάσει σημαντικά τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες σε διαφορετικά πεδία όπως η κριτική θεωρία, η φιλοσοφία και ο διεπιστημονικός τομέας των επιστημών των συν-αισθημάτων (affect science). Η συν-αισθηματική στροφή επηρέασε σημαντικά εκτός των άλλων τη λογοτεχνική κριτική μέσα από το έργο του ψυχολόγου John Tomkins και του φιλοσόφου Ζιλ Ντελέζ. Σημαντικά έργα που επηρέασαν τη λογοτεχνική κριτική είναι το έργο Shame in the Cybernetic Fold: Reading Silvan Tomkins της Eve Sedgwick και του Adam Frank και το The Autonomy of Affect του Brian Massumi, τo 1995 τα οποία ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις στο συν-αίσθημα. Η Sedgwick βασίζεται στο έργο του Tomkins ενώ ο Massumi στο ντελεζιανό έργο. Επίσης, σημαντικό είναι το βιβλίο Touching Feeling: Affect, Pedagogy, Performativity (2003) της Sedgwick αλλά και η προσέγγιση της Heather Love σχετικά με τα αρνητικά συναισθήματα και την queer μελαγχολία (Ahern, 2024).


Νεότερες προσεγγίσεις της λογοτεχνίας στην ελληνική κριτική

Το βιβλίο, Προσεγγίσεις της λογοτεχνίας «μετά τη θεωρία», επιδιώκει να διερευνήσει αν υπάρχουν νέες τάσεις στο πεδίο της λογοτεχνικής θεωρίας στην Ελλάδα, και αν υπάρχουν ποιες είναι αυτές. Στην σύγχρονη ελληνική κριτική όπου κυριαρχεί ένα γενικό κλίμα αντίστασης στην θεωρία, η ερώτηση σχετικά με τον αν υπάρχουν νέες τάσεις στο πεδίο της λογοτεχνικής θεωρίας αποκτά μεγαλύτερη αξία.
Η σύγχρονη ελληνική κριτική στον παρόντα συλλογικό τόμο αποδεικνύει ότι δεν έχει χάσει τη ζωτικότητά της, παρακολουθεί τις σύγχρονες τάσεις και συνδιαλέγεται δημιουργικά με αυτές προσεγγίζοντας σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέσα από την υιοθέτηση διαθεματικών πλαισίων ανάλυσης, ο τόμος συμβάλλει στη διεύρυνση του λογοτεχνικού και κριτικού κανόνα και στην υπέρβαση παλαιότερων θεωρητικών περιορισμών όπως υπόσχονται οι επιμελητές του, μέσα από πλήθος πρακτικών εφαρμογών και αναλύσεων.
Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν συνοπτικά ορισμένες από τις θεωρητικές συμβολές των συμμετεχόντων στον συλλογικό τόμο, οι οποίες αναδεικνύουν σημαντικά χαρακτηριστικά αυτού του βιβλίου που συνιστά ταυτόχρονα θεωρητική παρέμβαση στη σύγχρονη κριτική. Θα εστιάσω σε ορισμένες προσεγγίσεις που εκφράζονται στον συλλογικό τόμο. Συγκεκριμένα θα αναφερθώ στην προσέγγιση της ηθικής λογοτεχνικής κριτικής, της μη φυσικής αφηγηματολογίας και της οικοκριτικής.


Ηθική λογοτεχνική κριτική

Μια σημαντική θεωρητική προσέγγιση που παρουσιάζεται στον υπό συζήτηση συλλογικό τόμο, είναι εκείνη που βασίζεται στη λεγόμενη ηθική στροφή της λογοτεχνικής κριτικής, η οποία θέτει στο επίκεντρό της ζητήματα της συνείδησης και της υποχρέωσης, της αναγνώρισης και του σεβασμού, της δικαιοσύνης και του νόμου. Πριν προχωρήσω στην παρουσίαση αυτών των θεωρητικών παρεμβάσεων θα αναφερθώ συνοπτικά σε βασικές έννοιες και χαρακτηριστικά της ηθικής λογοτεχνικής κριτικής.`
Τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, συνέβη μια ταχεία και αιφνίδια ανάπτυξη της ηθικής λογοτεχνικής κριτικής. Ένας μεγάλος αριθμός βιβλίων και περιοδικών σχετικών με την ηθική λογοτεχνική κριτική έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια παρουσιάζοντας εξειδικευμένες μελέτες σε σχέση με διάφορες εθνικές λογοτεχνίες. Ολοένα και περισσότεροι ερευνητές υιοθετούν το διεπιστημονικό της πλαίσιο και παράγουν σχετικές μελέτες και κριτικές (Shang & Torres Reyes, 2021).
Μέσα στο γενικό πλαίσιο συζήτησης περί του τέλους ή του θανάτου της θεωρίας, η ηθική λογοτεχνική κριτική διερευνά από νέες οπτικές τη μορφή, τη λειτουργία και την αξία της λογοτεχνίας. Μέσα από τη διεπιστημονική της προσέγγιση η ηθική λογοτεχνική κριτική συνδιαλέγεται με τη λογοτεχνία με τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, τα οικονομικά, την πολιτική, τη νομική, την πληροφορική και τη γνωσιακή νευροψυχολογία επιδιώκει να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα σχετικά με τον θάνατο της λογοτεχνικής θεωρίας, να εγκαταλείψει απόλυτες ιδέες και να συζητήσει τις εξελίξεις της λογοτεχνίας (Zhenzhao, 2022).
Η ηθική λογοτεχνική κριτική δεν αξιολογεί ένα έργο με βάση τις σημερινές ηθικές αρχές. Αντιθέτως, προσεγγίζει τις ηθικές αξίες ενός έργου με αναφορά στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο ή περίοδο κατά την οποία γράφτηκε, αποτελώντας ένα είδος «ηθικού ιστορικισμού». Η ηθική λογοτεχνική κριτική στοχεύει στο να φωτίσει γεγονότα, χαρακτήρες και τις πράξεις τους καθώς και άλλα κειμενικά χαρακτηριστικά κάτω από μια ηθική οπτική (Shang & Torres Reyes, 2021). Επίσης, η ηθική λογοτεχνική κριτική εκτός από τις ηθικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων αναλύει τις ηθικές σχέσεις μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας καθώς και του ανθρώπου με τη φύση (Zhenzhao, 2022).
Η ηθική λογοτεχνική κριτική στοχεύει στην ανάλυση των ηθικών χαρακτηριστικών των λογοτεχνικών έργων, στην περιγραφή των χαρακτήρων και των ζωών τους υπό την ηθική οπτική και στην ηθική κρίση τους. Η έκρηξη της ηθικής κριτικής συνδέεται με την επαναπροσέγγιση του έργου πανεπιστημιακών όπως οι Martha Nussbaum (Flawed Crystals, 1983), Tobin Siebers (The Ethics of Criticism, 1988), Wayne C. Booth (The Company We Keep, 1988), J. Hillis Miller (The Ethics of Reading, 1987). Επίσης, σημαντικοί είναι οι Richard Rorty (1989), Simon Critchley (1992), Samuel Goldberg (1993), Dawne McCance (1996), Robert Eaglestone (1997), Colin McGinn (1997), Jill Robbins (1999), William Waters (2003) και Derek Attridge (2004) (Eskin, 2004). Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις από τους Charles Altieri, James Phelan, Adam Zachery Newton και άλλων (Shang & Torres Reyes, 2021).
Η ηθική λογοτεχνική κριτική αξιοποιείται από την ελληνική κριτική με τρόπο δημιουργικό και γόνιμο όπως θα δείξω στη συνέχεια.
Στο εξαιρετικό άρθρο της Ελισάβετ Αρσενίου, εξετάζεται η ηθική διάσταση της ποίησης του Νίκου Εγγονόπουλου. Η ενασχόληση του ποιητή με θέματα βίας, θανάτου και θυσίας δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική επιλογή αλλά διαμορφώνει μια ηθική στάση και μια αισθητική ανταπόκριση στην αδικία και την ασφυξία της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, η ποίηση του Εγγονόπουλου αντιμετωπίζεται ως συνεχής αναμέτρηση με τα ηθικά διλλήματα της νεωτερικότητας.
Στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Σοφίας Βούλγαρη επιχειρείται μια ηθική ανάγνωση του έργου του Γιώργου Χειμωνά βασισμένη σε έννοιες που προέρχονται από τη φιλοσοφία του Λεβινάς και του Ντεριντά και το έργο του Hillis Miller. Η πεζογραφία του Χειμωνά έχει ως βασικό θέμα της τη συνάντηση με τον άλλο (τον αναγνώστη) και τον Άλλο, τον θάνατο με αποτέλεσμα να έχει αδιάψευστο ηθικό αποτύπωμα καθώς προϋποθέτει την ευθύνη του συγγραφέα και την υπεύθυνη ανταπόκριση του αναγνώστη. Σε αυτή την κρίσιμη συνάντηση συγκλίνουν η ηθική των ορίων, η ηθική της ευθύνης και η ηθική της ανάγνωσης.
Στο σημαντικό άρθρο της Μαρίτας Παπαρούση, αναλύεται η μαρτυρία βασανισμού του Περικλή Κοροβέση κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) από τους χουντικούς έτσι όπως περιγράφεται στο βιβλίο του, Ανθρωποφύλακες. Η μαρτυρία του Κοροβέση σύμφωνα με την κριτικό σηματοδοτεί την άρρηκτη σχέση της μαρτυρίας με την ηθική, με τη φουκοϊκή αντίληψη της ηθικής ως τεχνολογίας του εαυτού, ως τρόπου ύπαρξης, συμπεριφοράς και δράσης. Η μαρτυρία του Κοροβέση στοχεύει στο να φέρει αντιμέτωπο τον αναγνώστη με την ηθική ευθύνη να είσαι πολίτης, να μην εφησυχάζεις απέναντι στο ηθικό κακό.


Μη φυσική αφηγηματολογία

Ο συλλογικός τόμος παρουσιάζει εκτός από την ηθική λογοτεχνική κριτική μια άλλη προσέγγιση που ονομάζεται μη φυσική αφηγηματολογία (unnatural narratology).
Η μη φυσική αφηγηματολογία είναι μια από τις τελευταίες τάσεις της μετακλασικής αφηγηματολογίας. Η μη φυσική αφηγηματολογία δεν αποτελεί μια ενοποιημένη προσέγγιση καθώς περιλαμβάνει διαφορετικές τάσεις, οι οποίες ορίζουν η καθεμία με αρκετά διαφορετικό τρόπο το τι συνιστά μια μη φυσική αφήγηση, γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικές ακόμη και αντικρουόμενες προσεγγίσεις σε αυτές τις αφηγήσεις (Patron, 2019).
Μια μη φυσική αφήγηση σύμφωνα με τον Richardson είναι μια αφήγηση που περιλαμβάνει αντιμιμητικά γεγονότα, χαρακτήρες, χώρους ή πλαίσια. Η λέξη αντιμιμητικός σημαίνει ότι παραβιάζει τις μιμητικές προσδοκίες και πρακτικές του ρεαλισμού. Οι αντιμιμητικές αφηγήσεις ξαφνιάζουν τον αναγνώστη προκαλώντας εκείνο το συναίσθημα που οι Ρώσοι φορμαλιστές αποκαλούν ανοικείωση. Παραδειγματικές περιπτώσεις μη φυσικής αφήγησης είναι για τον Richardson το Άλεφ του Μπόρχες, ο Ακατανόμαστος του Μπέκετ, η Ζήλια του Ρομπ-Γκριγιέ. Επίσης, μη φυσική αφήγηση περιλαμβάνουν ο Πάγος της Άννας Καβάν, Τα παιδιά του μεσονυχτίου του Ρούσντι ακόμη και οι Σατανικοί στίχοι του ίδιου συγγραφέα (Patron, 2019).
Ο Jan Alber ορίζει με διαφορετικό τρόπο τη μη φυσική αφήγηση από τον Richardson ως εκείνη που παρουσιάζει φυσικά, λογικά και ανθρωπίνως αδύνατα σενάρια. Παραδειγματικές περιπτώσεις είναι για τον Άλμπερ είναι το Βέλος του Χρόνου του Μάρτιν Έιμις, η Νταντά του Ρόμπερτ Κούβερ καθώς και τα Παιδιά του μεσονυχτίου του Ρούσντι (Patron, 2019).
Ο Stefan Iversen ορίζει τη μη φυσική αφήγηση ως εκείνη που παραβιάζει τους κανόνες που κυβερνούν τον πιθανό κόσμο με έναν τρόπου που αντιστέκεται στην φυσικοποίηση ή το να γίνει κάτι συμβατικό. Παραδειγματική περίπτωση για τον Iversen είναι το Glamorama του Μπρετ Ίστον Έλις (Patron, 2019).
Η μη φυσική αφηγηματολογία αποτελεί ένα πεδίο που επεκτείνεται ταχέως καθώς επιδιώκει τα τελευταία χρόνια να διερευνήσει συστηματικά τη σχέση της μη φυσικής αφήγησης με την ιδεολογία. Ένα πεδίο που δεν έχει διερευνηθεί ακόμη είναι η σχέση της μη φυσικής αφήγησης με τον κινηματογράφο, τα κόμικ, τα γκράφικ νόβελ και τα βιντεοπαιχνίδια (Patron, 2019).
Στο άρθρο του Σπύρου Κιοσσέ, παρουσιάζεται η εξέλιξη της θεωρίας της αφήγησης από τις κλασικές, δομιστικές προσεγγίσεις μέχρι τις πρόσφατες θεωρητικές τάσεις που αποτελούν τη μετακλασική αφηγηματολογία. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη φυσική αφηγηματολογία της Monika Fludernik, η οποία αντιτάσσεται στη μη φυσική αφηγηματολογία. Ο Κιοσσές προσεγγίζει τη μη φυσική αφηγηματολογία μέσα από την οπτική του Richardson και του Alber επισημαίνοντας διαφορές στις προσεγγίσεις τους. Η παρέμβαση του κριτικού ολοκληρώνεται με την ενδεικτική προσέγγιση της νουβέλας του Φ.Δ. Δρακονταειδή, Σαν σκυλί, μέσα από την προσέγγιση της μη φυσικής αφηγηματολογίας.


Οικοκριτική

Η οικοκριτική αποτελεί ένα πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής που γνώρισε μεγάλη διάδοση και εξέλιξη τα τελευταία χρόνια. Δύο ήταν οι βασικοί παράγοντες που συνετέλεσαν σε αυτό. Ο πρώτος παράγοντας είναι η ανάπτυξη του διεπιστημονικού πεδίου των περιβαλλοντικών ανθρωπιστικών σπουδών (environmental humanities) και από την άλλη η πίεση που δημιουργούσε η κλιματική αλλαγή. Αρχικά, η οικοκριτική εστιάσε στο φυσικό περιβάλλον σε σχέση με τον τόπο και την περιοχή, ωστόσο η κατεύθυνση άλλαξε με το βιβλίο της Ursula Heise, Sense of Place and Sense of Planet (2008), το οποίο εισήγαγε την έννοια του οικο-κοσμοπολιτισμού. Μέσα από αυτή την οπτική η οικολογία προσεγγίστηκε με βάση την διατοπικότητα, την διαπεριοχικότητα και τη διεθνικότητα (Ryan, 2019).
Η υλιστική οικοκριτική αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στον χώρο της οικοκριτικής. Έργο αναφοράς στην υλιστική οικοκριτική αποτελεί το βιβλίο Material ecocriticism (2014) των Serenella Iovino και Serpil Oppermann. Η νέα υλιστική οικοκριτική αξιοποιεί έννοιες της υλιστικής πρακτικής λόγου (Karen Barad) και υλιστικές-σημειωτικές διαδικασίες (Donna Haraway). Η υλιστική οικοκριτική υποστηρίζει ότι η ύλη επενδύεται με σημασίες και ιστορίες με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται ως ιστορημένη ύλη (storied matter). Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλαπλές ιστορίες κοσμολογίας, γεωλογίας, ιστορίας, οικολογίας και ζωής που ενσωματώνονται σε κάθε μορφή υλικότητας (Opperman, 2013).
Μια άλλη πολύ πρόσφατη θεωρητική τάση είναι η συν-αισθηματική οικοκριτική. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τα σώματα ανθρώπινα και μη ανθρώπινα είναι εκεί που συναντιούνται κατεξοχήν το συν-αίσθημα και η οικοκριτική. Το συν-αίσθημα τοποθετημένο μέσα στη σχέση σώμα-οικολογία-κείμενο υποστηρίζει την υπέρβαση των ορίων μεταξύ περιβάλλοντος, πλασμάτων, πραγμάτων, κλιμάκων, χρονικών πλαισίων, ειδών και ιδεολογιών. Με άλλα λόγια το συν-αίσθημα επιβεβαιώνει τη σχεσιακότητα και εστιάζει στην αλληλεπικάλυψη της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης (Ryan, 2019).
Η μετα-αποικιακή οικοκριτική αποτελεί σημαντικό σύνδεσμο μεταξύ της μετα-αποικιακής θεωρίας και της περιβαλλοντικής κριτικής μέσα από το έργο της Christie Margrave και του Antonio Viselli. Η Margrave μελετά μυθιστορήματα που σχετίζονται με την Καραϊβική, η οποία αποτελούσε γαλλική αποικία και ίσχυε ο θεσμός της δουλείας, συνδυάζοντας με την μετα-αποικιακή κριτική στοιχεία οικοφεμινισμού και φυτο-κριτικής (phytocriticism). O Viselli συνδυάζει τη μετα-αποικιακή οικοκριτική με την queer θεωρία. Η queer οικοκριτική αποτελεί επίσης μια σημαντική τάση που έχει εμφανιστεί πρόσφατα (Ryan, 2019).
Μια άλλη προσέγγιση είναι αυτή της Ανθρωπόκαινου οικοκριτικής (Anthropocene ecocriticism), η οποία εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Μια τάση της εστιάζει στις πολλαπλές χρονικότητες, στην κλιματική αλλαγή, στην παγκοσμιοποίηση και τη βιωσιμότητα. Μια δεύτερη τάση της εστιάζει στην υπέρβαση του διπόλου τοπικό-παγκόσμιο και στις έννοιες της απώλειας και της εξαφάνισης. Μια τρίτη τάση της εστιάζει σε ιθαγενή κείμενα και κουλτούρες (Ryan, 2019).
Η Αρτεμισία Αρχοντογεώργη και ο Χαρίλαος Ν. Μιχαλόπουλος, στα πλαίσια του συλλογικού τόμου επιχειρούν μια οικοκριτική ανάγνωση σε ορισμένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το φυσικό περιβάλλον στον Παπαδιαμάντη δεν αποτελεί έχει τη δική της εγγενή αξία. Ο έρωτας με τον οποίο αντιμετώπιζε ο Παπαδιαμάντης τη φύση μπορεί να συνδεθεί με την έννοια της τοποφιλίας, της αγάπης για το τοπίο. Στην τοποφιλική λογοτεχνία το περιβάλλον προσεγγίζεται σε σχέση με τους συναισθηματικούς δεσμούς του ανθρώπου με το υλικό περιβάλλον του. Ο Παπαδιαμάντης προσφέρει μέσα από τις περιγραφές της φύσης πρόσφορο έδαφος για μια οικοκριτική ανάγνωση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει διαμορφωμένη οικολογική συνείδηση.


Προτάσεις για αξιοποίηση των θεωρητικών προσεγγίσεων που παρουσιάστηκαν

Η ηθική λογοτεχνική κριτική θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη λεγόμενη λογοτεχνία της μεθορίου. Η λογοτεχνίας της μεθορίου στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία σύμφωνα με τον Γιώργο Ν. Περαντωνάκη (2025), περιλαμβάνει έργα από τους: Σοφία Νικολαίδου, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Ιωάννα Μπουζαροπούλου, Έλενα Χουζούρη, Βασίλη Τσιαμπούση, Αντώνη Πάσχο, Θεόδωρο Γρηγοριάδη, Πάνο Καρνέζη, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Καρολίνα Μέρμηγκα, Σωτήρη Δημητρίου, Τηλέμαχου Κώτσα και Βασίλη Γκουρογιάννη. Στα βιβλία των παραπάνω συγγραφέων συναντώνται πολλές διαφορετικές εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες, ελληνικές, βουλγαρικές, αλβανικές, τουρκικές, χριστιανικές, μουσουλμανικές με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται αρκετές φορές μια ηθική της ετερότητας βασισμένη στην ευθύνη απέναντι στον άλλο. Όταν από την άλλη επικρατούν εθνικιστικά μίση κυριαρχεί μια ηθική του κακού.
Η οικοκριτική μπορεί να βρει εφαρμογή στην ποίηση της κρίσης και συγκεκριμένα στην τάση της που συνδέεται με την ποιητική της υπαίθρου. Σε αυτή την τάση ανήκει η ποιητική του Χρήστου Κολτσίδα, του Βαγγέλη Μπριάνα και του Χρήστου Διαμαντή. Η έννοια της τοποφιλίας, η οποία συνδέεται με την οικοκριτική μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτή την τάση, καθώς είναι έκδηλα τα έντονα συναισθήματα που συνδέουν το ποιητικό υποκείμενο με τη φύση και τον τόπο. Οι αναφορές αυτές μπορούν να εμπλουτιστούν με αναφορές σε έννοιες της συν-αισθηματικής κριτικής.
Η μη φυσική αφηγηματολογία μπορεί να αξιοποιηθεί για να προσεγγιστούν πεζογραφικά ή/και θεατρικά έργα διάφορων νεοελλήνων συγγραφέων όπως από τους Νίκο Γαβριηλ Πεντζίκη, Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Πάρι Τακόπουλου, Νίκο Καχτίτση, Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, Νάνο Βαλαωρίτη, Γιώργο Χειμωνά, Θανάση Βαλτινό, Μισέλ Φάις, Κώστα Βούλγαρη, Άντζελα Δημητρακάκη κι άλλους. Κοινό γνώρισμα των παραπάνω συγγραφέων παρά τις θεμελιώδεις διαφορές τους είναι η αμφισβήτηση της ρεαλιστικής, μιμητικής γραφής και η απόκλιση από όλους τους κανόνες της αφήγησης.


Χαρτογραφώντας το πεδίο «μετά»

Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, Παπαρούση και Κιοσσές επιμελούνται με προσοχή και φροντίδα έναν σημαντικό τόμο που χαρτογραφεί έναν σχετικά άγνωστο χώρο της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής καταδεικνύοντας το βάθος και το εύρος της. Οι Προσεγγίσεις της λογοτεχνίας «μετά τη θεωρία», αποτελούν ένα συλλογικό τόμο που εκπλήσσει με τον πλούτο των θεωρητικών αναφορών, με τις πρωτότυπες προσεγγίσεις σημαντικών συγγραφέων διεγείροντας την σκέψη και προσφέροντας γόνιμο υλικό για συζήτηση και αναστοχασμό. Στο βιβλίο αξιοποιούνται προσεγγίσεις όπως οι ηθικές διαστάσεις της λογοτεχνίας, ο διατομεακός φεμινισμός, οι ιατρικές ανθρωπιστικές σπουδές, η οικοκριτική, η μη φυσική αφηγηματολογία και αναλύονται έννοιες όπως η λογοτεχνία του τραύματος, η αυτομυθοπλασία και η μαρτυρία. Ο καλαίσθητος τόμος αποτελεί σημαντική συνεισφορά στην ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με τον ρόλο και τη θέση της θεωρίας στην λογοτεχνική κριτική.
Ο συλλογικός τόμος που επιμελούνται η Παπαρούση και ο Κιοσσές φανερώνει ξεκάθαρα, ότι ακόμη και «μετά τη θεωρία», η θεωρία δεν έχει τελειώσει, όπως ίσως κάποιοι θα ήθελαν. Αυτό που έγινε γνωστό τη δεκαετία του ’60 ως θεωρία είναι ακόμη ενεργό, δυναμικό, εξελισσόμενο. Η θεωρία της λογοτεχνίας αποτελεί ένα ισχυρό ερευνητικό παράδειγμα που φωτίζει τις ανισότητες και τις σχέσεις εξουσίας. Στόχος δεν είναι να απορρίψουμε αυτού του τύπου την έρευνα αλλά να την εμπλουτίσουμε και να εμβαθύνουμε σε αυτή με πρόσθετο στοχασμό πάνω σε έννοιες όπως το συν-αίσθημα, την υλικότητα και την ηθική, διευρύνοντας τους όρους κατανόησης της λειτουργίας της λογοτεχνίας.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ahern, S. (2024). Affect theory and literary criticism. Emotion Review, 16(2), 96-106.
Eskin, M, (2004). Introduction: The “double turn” to ethics and literature? Poetics Today, 25(4), 557-572.
Fox, N. J. & Alldred, P. (2022). Doing new materialist data analysis: a Spinozo-Deleuzian ethological toolkit. International Journal of Social Research Methodology, 25:5, 625-638.
Opperman, S. (2013). Material Ecocriticism and the Creativity of Storied Matter. Frame: Journal of Literary Studies, 26(2), 55-69.
Patron, S. (2019). Unnatural narratives, unnatural narratology: Contributions, problems and perspectives. Ανάκτηση από https://journals.openedition.org/pratiques/10324?lang=en

Περαντωνάκης, Γ. Ν. (2025). «Λογοτεχνία της μεθορίου: διελεύσεις μεταξύ τόπων και ταυτοτήτων». Στο Τζιόβας (επιμ.) Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα. Από την παγκοσμιοποίηση στην τεχνητή νοημοσύνη (σσ. 86-97), Διόπτρα.
Ryan, J. C. (2019). Foreword: Ecocriticism in the Age of Dislocation? Dix-Neuf, 23:3-4, 163-170.
Shang, B. & Torres Reyes, M. L. F. (2021). Introduction. Ethical literary criticism, brain text, and new readings of world literature. Kritika Kultura, 37, 392-401.
Zhenzhao, N. (2022). Interdisciplinary Reflection on Ethical Literary Criticism and Literary Theory Framework. UNITAS, 95(2), 413- 432.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: