«Αμυδρά στιγμιαία αίσθησις διελεύσεως εμψύχου, φευγαλέα σκιά προσώπου»

«Αμυδρά στιγμιαία αίσθησις διελεύσεως εμψύχου, φευγαλέα σκιά προσώπου»

Αλεξία Κατσικογιάννη, «Διάνεμα» εκδ. Άνω Τελεία 2026

«Αμυδρά στιγμιαία αίσθησις διελεύσεως εμψύχου, φευγαλέα σκιά προσώπου»,  είναι ο ορισμός της λέξης «διάνεμα» σύμφωνα με το λεξικό του Λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος.

Διάνεμα είναι και ο τίτλος της δεύτερης δουλειάς της Αλεξίας Κατσικογιάννη. Μια λέξη σπάνια και ευρηματική, ακριβώς όπως και οι τρεις νουβέλες οι οποίες συνθέτουν τη συλλογή της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. Είναι ένας τίτλος εξαιρετικά αντιπροσωπευτικός όχι μόνο για τη θεματική των ιστοριών που περιέχει, αλλά και για την ίδια την εμπειρία που προσφέρει στον αναγνώστη.
Η Κατσικογιάννη πλάθει μια δική της εκδοχή τής Ελλάδας, με το ένα πόδι στο παρελθόν και το άλλο στο (μάλλον δυστοπικό) μέλλον. Αν κάτι ενώνει τις τρεις ιστορίες που αποτελούν τη συλλογή δεν είναι ασφαλώς η πλοκή, αλλά το γεγονός ότι υπακούν σε μια κοινή «φυσική». Και στις τρεις νουβέλες, το ανθρώπινο σώμα χαρτογραφείται πάνω σε ένα πλακόστρωτο (ή ενίοτε και τσιμεντόστρωτο) ελληνικό τοπίο: το αίμα συγκεντρώνεται στις αλπικές «δρακόλιμνες» των αστραγάλων μιας γριάς, τα γόνατα ερμηνεύονται ως τα πανιά του ανθρώπινου πλοίου, ένα σύμπλεγμα νησιών βρίσκεται «σαν ελιές κάτω από τα μάτια», κι ένα ηλιακό έγκαυμα μετατρέπεται σε ακτογραμμή.
Κοινό σημείο μέσα στις αφηγήσεις ακόμα είναι η διέλευση, και επομένως οι πολλαπλές μορφές που μπορεί να πάρει η απουσία. Στην ανθρωπολογία υπάρχει ένας όρος του Victor Turner γι’ αυτή την ενδιάμεση κατάσταση: liminality (από το λατινικό limen, κατώφλι). Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι ή κάποιον που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις: έχει αφήσει αυτό που ήταν, δεν έχει φτάσει ακόμα σε αυτό που θα γίνει, και στο μεταξύ δεν ανήκει πουθενά. Οι ήρωες του βιβλίου είναι είτε περαστικοί είτε παγιδευμένοι, εγκλωβισμένοι από τεχνητά και νομικά όρια ή από φυσικά εμπόδια όπως η θάλασσα και η ανημπόρια. Αυτή η οριακότητα μάλιστα φτάνει ως την ίδια τον αφηγήτρια, με την έσχατη απουσία στην τελευταία ιστορία να είναι η δική της.
Η Κατσικογιάννη δουλεύει με πρωτοτυπία και τόλμη την «πολύχρωμη ελληνική μας γλώσσα» ως πρώτη ύλη, αφού δε διστάζει να τη σπάσει σε κομμάτια και να την ανασυνθέσει με αξιοθαύμαστη εφευρετικότητα. Επινοεί απίθανες φράσεις (εύγευστος σοσιαλισμός, μικρά σταφιδόμορφα έγκλειστα, μια κοινωνία γυναικών είναι μια κοινωνία που επιστρέφει) και τις αφήνει να σταθούν δίπλα στις πιο καθημερινές, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη. Μέσα στον λυρισμό σφηνώνει με πονηριά εντελώς παράταιρα είδη λόγου: παθολογοανατομικές εκθέσεις (στην συγγραφέα αρέσει πάρα πολύ να παίζει με ιατρικούς όρους, ίσως λόγω επαγγέλματος), λήμματα λεξικού, υπουργικές επιστολές, τη δημοσιογραφική φρασεολογία. Τα ονόματα τα φορτίζει με υπόγεια αλληγορία, η Σταφίδα, η Μυγδαλή, ο Πελασγός, η Πολυξένη, καθένα κουβαλώντας τη μοίρα του ήρωά του. Ο λόγος είναι συνειρμικός, σχεδόν αυτόματος, με μακριές περιόδους που κλείνουν απότομα πάνω σε μιαν αράδα αποφθεγματική.
Οι επινοημένες πολιτείες του βιβλίου υπακούν σε δικούς τους παράλογους κανόνες που κυβερνούν τα πάντα, κάνοντας πολύ ευδιάκριτη την επιρροή του μαγικού ρεαλισμού. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους ανθρώπους, τα ζώα και τα αντικείμενα είναι πολύ λεπτή και όσο η αφήγηση προχωρά, διολισθαίνει όλο και περισσότερο, τόσο που μένει ένας κόσμος σε διαρκή μεταμόρφωση: ο άντρας γίνεται σκύλος, η γυναίκα σταφίδα, η θάλασσα άσφαλτος.
Η Κατσικογιάννη συνομιλεί με τα καλύτερα χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης γενιάς Ελληνίδων πεζογράφων: με τη χοϊκή γοητεία της Ζυράννας Ζατέλη, τους μεταφυσικούς κώδικες της Μαρίας Μήτσορα και την ονειροφαντασία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Από όλους όμως αυτούς τους «συγγενείς» κρατάει αποστάσεις την ώρα ακριβώς που τους τιμά, διατηρώντας μια φωνή αναμφισβήτητα δική της. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που κερδίζει, γιατί δε φοβάται να αφήσει τον εαυτό της να φανεί.
Ένα στοιχείο του βιβλίου που προκαλεί έκπληξη, είναι ότι παρά τη λογοτεχνικότητά του, φέρει έναν κοφτερό πολιτικό λόγο. Η ιδιωτική θλίψη παράγεται μέσα από δημόσιους μηχανισμούς εξορίας, και η αφήγηση κάνει πολύ καλή δουλειά στο να το αναδεικνύει, χωρίς να στέκεται απαραίτητα σε αυτό. Πίσω από τις μεμονωμένες σκηνές δουλεύει μια μηχανή που κρατάει μόνο όσους παράγουν και ξαποστέλνει τους υπόλοιπους: μια liminal Ελλάδα που αναγνωρίζει «παραγωγικές μονάδες» μόνο τις ηλικίες από δεκαοχτώ έως εξήντα οχτώ, που έχει τσιμεντοστρώσει την ίδια τη θάλασσα, που εμπορευματοποιεί τις γιαγιάδες της, τιμολογεί τα εγκαταλελειμμένα παιδιά ανάλογα με την τάξη τους, και συσκευάζει ακόμη και την ηρεμία μιας μέρας χωρίς άνεμο ως προστατευόμενο τοπικό προϊόν, εικόνες από ένα μέλλον δηλαδή, που δυστυχώς, δε φαντάζει και τόσο απίθανο.
Είναι ευχή και κατάρα για μια συγγραφέα να είναι ευφυής. Η Κατσικογιάννη οπωσδήποτε ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Όμως η ίδια η πάθηση της «καλπάζουσας φαντασίας» (ας μου συγχωρεθεί η διάγνωση) που γεννά την έμπνευση, κάνει συχνά τα πράγματα να ξεφεύγουν από τον έλεγχο εις βάρος της αφήγησης. Οι ιστορίες της δεν παύουν να εκπλήσσουν τον αναγνώστη, όμως δε λείπουν οι στιγμές που η συγγραφέας, όπως όλοι οι ερωτευμένοι, παρασύρεται από τον πάθος της για το γράψιμο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, όμως είναι σημαντικό για τον αναγνώστη να απολαμβάνει την χαρά της ορθής λέξεις, χωρίς να παρατηρεί τον ιδρώτα που χύθηκε προκειμένου να γραφτεί. Εν τέλει όμως, η ευαισθησία και η τρυφερότητα της αφήγησης ανυψώνουν το βιβλίο πάνω από την ίδια του την εξυπνάδα.
Συνοψίζοντας, το Διάνεμα δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, ούτε προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όλους. Απαιτεί από τον αναγνώστη να δεχτεί να χαθεί για λίγο μέσα του, και τον ανταμείβει με εικόνες και φράσεις που δεν ξεθωριάζουν εύκολα, όπως κάθε τι αυθεντικό. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που η ικανότητά μας να δίνουμε προσοχή κοντεύει να γίνει μουσειακό είδος. Ο δρόμος που έχει διαλέξει η Αλεξία Κατσικογιάννη είναι αδιαμφισβήτητα δύσκολος. Για όσους όμως ακόμα αγαπούν να «παιδεύονται», η ωριμότητα του βλέμματος και η τόλμη της γλώσσας είναι από μόνες τους λόγος να δώσουν μια ευκαιρία στο βιβλίο της.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: