Το δοκίμιο «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», που γράφτηκε το 1983 και το 1989,1 εκδόθηκε αυτοτελώς τον Μάιο του 1990.2 Η Ιδιωτική οδός, «με τριάντα τρεις τέμπερες, μία υδατογραφία και δώδεκα σχέδια του Οδυσσέα Ελύτη» και συνοδευόμενη από το δοκίμιο «Πρόσω ηρέμα», εκδόθηκε αυτοτελώς λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1990.3 Τον σχεδιασμό αυτής της έκδοσης επιμελήθηκε ο Δημήτρης Καλοκύρης. Όλα περιλήφθηκαν στον δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο πεζών κειμένων του Ελύτη με τον γενικό τίτλο Εν λευκώ, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1992 (χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτόν τα εικαστικά έργα της πρώτης έκδοσης της Ιδιωτικής οδού). Σημειώνουμε καταρχάς εδώ περιληπτικά όσα συμπεραίνονται για την πολιτική σκέψη του Ελύτη, όπως αυτή εκφράζεται στα παραπάνω δοκίμια, σε προγενέστερη εργασία μας,4 προκειμένου, στις επόμενες ενότητες, να διευρύνουμε τις παρατηρήσεις αυτές.
Στο έργο του, ο ποιητής αναπτύσσει μια ουτοπική (με την ευρύτερη σημασία του όρου) πολιτική θεωρία, δηλαδή ένα σύστημα ιδεών που προβλέπει τις διαστάσεις μιας «ηθικής της ομορφιάς», όπως τη χαρακτηρίζει. Στη βάση αυτή, το έργο του είναι προγραμματικό, διότι προβλέπει θεωρητικά και ελέγχει ποιητικά την ιδανική σχέση ατόμου και κοινωνίας ατόμων. Η σχέση αυτή αντιμετωπίζεται από τον Ελύτη σε δύο επάλληλους άξονες: ο ένας περιλαμβάνει το άτομο και τον κοινωνικό χώρο και, ο δεύτερος, την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Σύμφωνα με τον ποιητή, όπως το άτομο οφείλει πρώτα να ολοκληρωθεί ως άτομο υπερβαίνοντας την προσωπική διάσταση, και στη συνέχεια να συμμετάσχει στο κοινωνικό σύνολο, έτσι και το ιδανικό της αρμονικής συνύπαρξης, που ο ίδιος επισημαίνει ως κύριο επίτευγμα και κεκτημένο του ελληνικού πολιτισμού, θα μπορούσε να κυριαρχήσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Για την ολοκλήρωση του ατόμου, απαιτείται ιδιώτευση και άσκηση. Ο ποιητής και ο καλλιτέχνης είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα να το αντιληφθούν αυτό, να το πράξουν και να καθοδηγήσουν τους άλλους με το παράδειγμά τους, με τη ζωή και με το έργο τους. Αισθητικοποιώντας, κατά κάποιον τρόπο, την πραγματικότητα. Βέβαια, όπως όλες οι ουτοπικές θεωρίες, και η πολιτική θεωρία του Ελύτη παρουσιάζεται συγχρόνως ευγενής και ανεδαφική. Άλλωστε, πόσο ενδιαφέρονται για το έργο ή και τη ζωή του ποιητή και του καλλιτέχνη, υπό αυτή την έννοια, οι άνθρωποι; – αναρωτιέται κανείς.
Αν και ο ίδιος γνωρίζει πως το έργο τέχνης μικρή απήχηση έχει στην εποχή μας, επιμένει. Συνηχώντας με τη φωνή των μεγάλων ρομαντικών και άλλων ουτοπιστών ιδεαλιστών που προηγήθηκαν. Και σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να γίνουν κατανοητές οι επανερχόμενες επικλήσεις του στους δύο αγίους-προστάτες που τον παραστέκουν στην προσπάθειά του, στον «αγώνα για την ορθή έκφραση», – τον Friedrich Hölderlin και τον Διονύσιο Σολωμό.
«Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»
Το δοκίμιο αναπτύσσεται σε επτά ενότητες, που διακρίνονται μεταξύ τους με κενό διάστημα και κεφαλαιογράφηση της πρώτης αράδας κάθε νέας ενότητας. Στην επανέκδοση του συγκεντρωτικού τόμου η κεφαλαιογράφηση αυτή περιορίζεται στις σύντομες προτάσεις ή σε μικρά τμήματα της πρώτης περιόδου εκάστης ενότητας. Η τροποποίηση δείχνει ότι ο σκοπός της ήταν εξίσου πρακτικός και αισθητικός.
Στο δοκίμιο «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» καταγράφονται οι σκέψεις του Ελύτη καθώς αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στο τέλος του φθινοπώρου ή στις αρχές του χειμώνα, σε έναν δημόσιο χώρο – πιθανότατα σε κάποιο ελληνικό νησί των Κυκλάδων ή των Δωδεκανήσων (ίσως τη Μήλο ή τη Σύρο ή την Κω).5 Ο ποιητής εμφανίζεται αρχικά καθισμένος αργά το πρωί και μέχρι το μεσημέρι στον εξωτερικό χώρο ενός καφενείου και στη συνέχεια στο εσωτερικό του, έπειτα να διασχίζει τον στρωμένο με πέτρινες πλάκες δρόμο του χωριού και να φτάνει στο κατάλυμά του, τέλος μπροστά στα χαρτιά του αργά τη νύχτα.
Στη γωνιά του σχεδόν άδειου καφενείου, «Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο» (339), αναλογίζεται την πεμπτουσία της ανθρώπινης ιδιότητας, δηλαδή την ικανότητα του ανθρώπου να συλλαμβάνει τη «δύναμη των αναλογιών» που συνέχει το μικρό και το μεγάλο, το καίριο και το ασήμαντο, πέρα από την επιφανειακή τους διάσταση (πρώτη ενότητα). Η σκέψη επαναφέρει στον νου του το διατυπωμένο σε παλαιότερο κείμενό του συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο το τοπίο αποτελεί «προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη» (339) και όχι απλώς ένα σύνολο φυσικών στοιχείων.6 Όπως αναλυτικά εξηγεί και εδώ, η αναλογία του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου στον ψυχισμό του ελληνισμού στη διάρκεια πολλών αιώνων:
έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια και κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.
Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. (339-340, δική του έμφαση)
Οι αναφορές στην ορθογραφία και, εμμέσως («η κάθε υπογεγραμμένη»), στην υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος –που την εποχή της σύλληψης ή της αρχικής σύνθεσης (1983) του δοκιμίου αποτελούσε πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση (1981-1982)– δεν είναι τυχαίες. Ο Ελύτης σημειώνει ότι η οργανωμένη εκπαίδευση και η αστικοποίηση λειτούργησαν ως δραματικές επεμβάσεις στον φυσικό νόμο των αναλογιών, που υπονόμευσαν και τελικώς ανέστειλαν την παλαιότερα εγγενώς ανατροφοδοτούμενη (από την ισορροπία του εξωτερικού και του ψυχικού περιβάλλοντος) δυνατότητα αναγωγής, ή «την υδρόγεια λαλιά», ένα «όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια» (340). Αν και το «καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου», προϋπόθεση για αυτή την υπέρβαση είναι η ολοκλήρωσή του μέσω ακριβώς αυτής της αναγωγής. Την οποία, στη σύγχρονη εποχή, την καθιστά αδύνατη η έμφαση στην ατομική περίπτωση και στην παθολογία της (341).
Στο θεατρικό σκηνικό που σκιαγραφεί ο ποιητής, η δυσοίωνη αυτή διαπίστωση συνοδεύεται από την αλλαγή του καιρού και την έναρξη του ψιλόβροχου (δεύτερη ενότητα). Αποτραβηγμένος στο εσωτερικό του καφενείου, παρακολουθεί πίσω από τη τζαμαρία έναν τυπικό γέροντα αγρότη και ναυτικό να προσπαθεί να συγκρατήσει το λυμένο παλαμάρι της βάρκας του. «Ένας από τους τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες» είναι ο γερο-Λεμονής, που του θυμίζει τη μινωική Κρήτη. Όπου ο γέροντας ίσως θα ήταν κάποιος δούλος, «αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του». Αυτή η εγγύτητα βασίσθηκε στην κυριαρχία όχι της κοινωνικής ισχύος, αλλά της ποιότητας της αισθητικής ή στη συνύπαρξη της δύναμης και της τρυφερότητας, «στην ερωτική συζυγία με τη φύση». Πράγμα που οδηγούσε στην ολοκλήρωση του ατόμου και που δεν επαναλήφθηκε στους πολιτισμούς που εμφανίστηκαν έκτοτε (342). Στα «έργα των χειρών τους» (343) περιέχεται η δυνατότητα «αποκατάσταση[ς] μιας ηθικής της ομορφιάς», που ο ποιητής θα ευχόταν να διατηρείτο με ένα είδος «φωτοταξία[ς]» ώς τη σημερινή εποχή, μέσα από διαρκή χαρακτηριστικά.
Οι ντόπιοι διαβάζουν στα διπλανά τραπέζια με προσήλωση τις εφημερίδες που έφερε στο νησί το μεσημεριανό αεροπλάνο (τρίτη ενότητα). Η «ευθύτητα», η «ψυχική ευγένεια» και η «καθαροσύνη» τους, που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις, χάνονται όταν οι κάτοικοι του νησιού εμπλέκονται στα συνθήματα των πολιτικών παρατάξεων, παρατηρεί ο ποιητής (344-345). Και το όραμά του «να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα ‘‘κοινά’’, και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη» (345) αποδεικνύεται «Ουτοπία». Η ουτοπία των ποιητών να «βάζουν με το νου [τους] αβρά πράγματα», να αντιλαμβάνονται το «αιώνιο» (346), που τα στοιχεία της φύσης αντιπροσωπεύουν. Απαιτείται επομένως ένα είδος χαλύβδινης αποφασιστικότητας: «Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα». Τα κράτη θα όφειλαν να είναι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αυστηρά προσανατολισμένα προς την αρετή και την ευγένεια που παράγουν οι λαοί και όχι οργανωμένα με βάση τον ψυχρό υπολογισμό του πληθυσμού που διαθέτουν για πολεμικές συρράξεις (346). Αναρωτιέται λοιπόν τι είναι αυτό που υπονομεύει αυτή τη δυνατότητα, που σταμάτησε για τους Έλληνες «τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες» (346, δική του έμφαση).
Ανηφορίζοντας το λιθόστρωτο καλντερίμι (τέταρτη ενότητα), επανέρχεται στη θεωρία του των αναλογιών, την οποία άλλωστε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 την έχει εξηγήσει αναλυτικά.7 «[Έ]χω γίνει ένας μικρός Παυσανίας των αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα» (347), που προσέχει περισσότερο τους δαφνώνες παρά τα μνημεία, σημειώνει. Επισημαίνοντας την αντιστοιχία που βρίσκει να υπάρχει ανάμεσα στις έννοιες της οξύτητας, της αθωότητας, της καθαρότητας και διαφάνειας των εσπεριδοειδών, των μυριστικών χόρτων και της νεροσταγόνας, από τη μία πλευρά, και της σκέψης του ιωνικού πολιτισμού, από την άλλη (348). Και αναφέρεται σε ένα προσωπικό παράδειγμα, την απόδοση της ιερότητας του μυστηρίου της ζωής («αγιοσύνης», 349) μέσω των εικαστικών απεικονίσεων της σειράς Η Θεά Φυτώ. Στην αυτοτελή έκδοση της Ιδιωτικής οδού περιλαμβάνονται δύο εικαστικές αποδόσεις της Θεάς Φυτώ, Η Θεά Φυτώ β΄ (1983) και Η Θεά Φυτώ δ΄ (1988).8