Από «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» στην «Ιδιωτική οδό»

Τη σημασία των λαών να τη μετράνε … απ’ το πόση ευγένεια παράγουν…
Ο Οδυσσέας Ελύτης (φωτ. Μάριο Βίτι)
Ο Οδυσσέας Ελύτης (φωτ. Μάριο Βίτι)

Για την πολιτική σκέψη του Οδυσσέα Ελύτη και τις θέσεις του για τον κοινωνικό ρόλο του ποιητή


Το δοκίμιο «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», που γράφτηκε το 1983 και το 1989,1 εκδόθηκε αυτοτελώς τον Μάιο του 1990.2 Η Ιδιωτική οδός, «με τριάντα τρεις τέμπερες, μία υδατογραφία και δώδεκα σχέδια του Οδυσσέα Ελύτη» και συνοδευόμενη από το δοκίμιο «Πρόσω ηρέμα», εκδόθηκε αυτοτελώς λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1990.3 Τον σχεδιασμό αυτής της έκδοσης επιμελήθηκε ο Δημήτρης Καλοκύρης. Όλα περιλήφθηκαν στον δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο πεζών κειμένων του Ελύτη με τον γενικό τίτλο Εν λευκώ, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1992 (χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτόν τα εικαστικά έργα της πρώτης έκδοσης της Ιδιωτικής οδού). Σημειώνουμε καταρχάς εδώ περιληπτικά όσα συμπεραίνονται για την πολιτική σκέψη του Ελύτη, όπως αυτή εκφράζεται στα παραπάνω δοκίμια, σε προγενέστερη εργασία μας,4 προκειμένου, στις επόμενες ενότητες, να διευρύνουμε τις παρατηρήσεις αυτές.
Στο έργο του, ο ποιητής αναπτύσσει μια ουτοπική (με την ευρύτερη σημασία του όρου) πολιτική θεωρία, δηλαδή ένα σύστημα ιδεών που προβλέπει τις διαστάσεις μιας «ηθικής της ομορφιάς», όπως τη χαρακτηρίζει. Στη βάση αυτή, το έργο του είναι προγραμματικό, διότι προβλέπει θεωρητικά και ελέγχει ποιητικά την ιδανική σχέση ατόμου και κοινωνίας ατόμων. Η σχέση αυτή αντιμετωπίζεται από τον Ελύτη σε δύο επάλληλους άξονες: ο ένας περιλαμβάνει το άτομο και τον κοινωνικό χώρο και, ο δεύτερος, την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Σύμφωνα με τον ποιητή, όπως το άτομο οφείλει πρώτα να ολοκληρωθεί ως άτομο υπερβαίνοντας την προσωπική διάσταση, και στη συνέχεια να συμμετάσχει στο κοινωνικό σύνολο, έτσι και το ιδανικό της αρμονικής συνύπαρξης, που ο ίδιος επισημαίνει ως κύριο επίτευγμα και κεκτημένο του ελληνικού πολιτισμού, θα μπορούσε να κυριαρχήσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Για την ολοκλήρωση του ατόμου, απαιτείται ιδιώτευση και άσκηση. Ο ποιητής και ο καλλιτέχνης είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα να το αντιληφθούν αυτό, να το πράξουν και να καθοδηγήσουν τους άλλους με το παράδειγμά τους, με τη ζωή και με το έργο τους. Αισθητικοποιώντας, κατά κάποιον τρόπο, την πραγματικότητα. Βέβαια, όπως όλες οι ουτοπικές θεωρίες, και η πολιτική θεωρία του Ελύτη παρουσιάζεται συγχρόνως ευγενής και ανεδαφική. Άλλωστε, πόσο ενδιαφέρονται για το έργο ή και τη ζωή του ποιητή και του καλλιτέχνη, υπό αυτή την έννοια, οι άνθρωποι; – αναρωτιέται κανείς.
Αν και ο ίδιος γνωρίζει πως το έργο τέχνης μικρή απήχηση έχει στην εποχή μας, επιμένει. Συνηχώντας με τη φωνή των μεγάλων ρομαντικών και άλλων ουτοπιστών ιδεαλιστών που προηγήθηκαν. Και σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να γίνουν κατανοητές οι επανερχόμενες επικλήσεις του στους δύο αγίους-προστάτες που τον παραστέκουν στην προσπάθειά του, στον «αγώνα για την ορθή έκφραση», – τον Friedrich Hölderlin και τον Διονύσιο Σολωμό.



«Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»

Το δοκίμιο αναπτύσσεται σε επτά ενότητες, που διακρίνονται μεταξύ τους με κενό διάστημα και κεφαλαιογράφηση της πρώτης αράδας κάθε νέας ενότητας. Στην επανέκδοση του συγκεντρωτικού τόμου η κεφαλαιογράφηση αυτή περιορίζεται στις σύντομες προτάσεις ή σε μικρά τμήματα της πρώτης περιόδου εκάστης ενότητας. Η τροποποίηση δείχνει ότι ο σκοπός της ήταν εξίσου πρακτικός και αισθητικός.
Στο δοκίμιο «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» καταγράφονται οι σκέψεις του Ελύτη καθώς αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στο τέλος του φθινοπώρου ή στις αρχές του χειμώνα, σε έναν δημόσιο χώρο – πιθανότατα σε κάποιο ελληνικό νησί των Κυκλάδων ή των Δωδεκανήσων (ίσως τη Μήλο ή τη Σύρο ή την Κω).5 Ο ποιητής εμφανίζεται αρχικά καθισμένος αργά το πρωί και μέχρι το μεσημέρι στον εξωτερικό χώρο ενός καφενείου και στη συνέχεια στο εσωτερικό του, έπειτα να διασχίζει τον στρωμένο με πέτρινες πλάκες δρόμο του χωριού και να φτάνει στο κατάλυμά του, τέλος μπροστά στα χαρτιά του αργά τη νύχτα.

Στη γωνιά του σχεδόν άδειου καφενείου, «Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο» (339), αναλογίζεται την πεμπτουσία της ανθρώπινης ιδιότητας, δηλαδή την ικανότητα του ανθρώπου να συλλαμβάνει τη «δύναμη των αναλογιών» που συνέχει το μικρό και το μεγάλο, το καίριο και το ασήμαντο, πέρα από την επιφανειακή τους διάσταση (πρώτη ενότητα). Η σκέψη επαναφέρει στον νου του το διατυπωμένο σε παλαιότερο κείμενό του συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο το τοπίο αποτελεί «προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη» (339) και όχι απλώς ένα σύνολο φυσικών στοιχείων.6 Όπως αναλυτικά εξηγεί και εδώ, η αναλογία του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου στον ψυχισμό του ελληνισμού στη διάρκεια πολλών αιώνων:

έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια και κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. (339-340, δική του έμφαση)
Οι αναφορές στην ορθογραφία και, εμμέσως («η κάθε υπογεγραμμένη»), στην υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος –που την εποχή της σύλληψης ή της αρχικής σύνθεσης (1983) του δοκιμίου αποτελούσε πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση (1981-1982)– δεν είναι τυχαίες. Ο Ελύτης σημειώνει ότι η οργανωμένη εκπαίδευση και η αστικοποίηση λειτούργησαν ως δραματικές επεμβάσεις στον φυσικό νόμο των αναλογιών, που υπονόμευσαν και τελικώς ανέστειλαν την παλαιότερα εγγενώς ανατροφοδοτούμενη (από την ισορροπία του εξωτερικού και του ψυχικού περιβάλλοντος) δυνατότητα αναγωγής, ή «την υδρόγεια λαλιά», ένα «όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια» (340). Αν και το «καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου», προϋπόθεση για αυτή την υπέρβαση είναι η ολοκλήρωσή του μέσω ακριβώς αυτής της αναγωγής. Την οποία, στη σύγχρονη εποχή, την καθιστά αδύνατη η έμφαση στην ατομική περίπτωση και στην παθολογία της (341).
Στο θεατρικό σκηνικό που σκιαγραφεί ο ποιητής, η δυσοίωνη αυτή διαπίστωση συνοδεύεται από την αλλαγή του καιρού και την έναρξη του ψιλόβροχου (δεύτερη ενότητα). Αποτραβηγμένος στο εσωτερικό του καφενείου, παρακολουθεί πίσω από τη τζαμαρία έναν τυπικό γέροντα αγρότη και ναυτικό να προσπαθεί να συγκρατήσει το λυμένο παλαμάρι της βάρκας του. «Ένας από τους τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες» είναι ο γερο-Λεμονής, που του θυμίζει τη μινωική Κρήτη. Όπου ο γέροντας ίσως θα ήταν κάποιος δούλος, «αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του». Αυτή η εγγύτητα βασίσθηκε στην κυριαρχία όχι της κοινωνικής ισχύος, αλλά της ποιότητας της αισθητικής ή στη συνύπαρξη της δύναμης και της τρυφερότητας, «στην ερωτική συζυγία με τη φύση». Πράγμα που οδηγούσε στην ολοκλήρωση του ατόμου και που δεν επαναλήφθηκε στους πολιτισμούς που εμφανίστηκαν έκτοτε (342). Στα «έργα των χειρών τους» (343) περιέχεται η δυνατότητα «αποκατάσταση[ς] μιας ηθικής της ομορφιάς», που ο ποιητής θα ευχόταν να διατηρείτο με ένα είδος «φωτοταξία[ς]» ώς τη σημερινή εποχή, μέσα από διαρκή χαρακτηριστικά.
Οι ντόπιοι διαβάζουν στα διπλανά τραπέζια με προσήλωση τις εφημερίδες που έφερε στο νησί το μεσημεριανό αεροπλάνο (τρίτη ενότητα). Η «ευθύτητα», η «ψυχική ευγένεια» και η «καθαροσύνη» τους, που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις, χάνονται όταν οι κάτοικοι του νησιού εμπλέκονται στα συνθήματα των πολιτικών παρατάξεων, παρατηρεί ο ποιητής (344-345). Και το όραμά του «να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα ‘‘κοινά’’, και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη» (345) αποδεικνύεται «Ουτοπία». Η ουτοπία των ποιητών να «βάζουν με το νου [τους] αβρά πράγματα», να αντιλαμβάνονται το «αιώνιο» (346), που τα στοιχεία της φύσης αντιπροσωπεύουν. Απαιτείται επομένως ένα είδος χαλύβδινης αποφασιστικότητας: «Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα». Τα κράτη θα όφειλαν να είναι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αυστηρά προσανατολισμένα προς την αρετή και την ευγένεια που παράγουν οι λαοί και όχι οργανωμένα με βάση τον ψυχρό υπολογισμό του πληθυσμού που διαθέτουν για πολεμικές συρράξεις (346). Αναρωτιέται λοιπόν τι είναι αυτό που υπονομεύει αυτή τη δυνατότητα, που σταμάτησε για τους Έλληνες «τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες» (346, δική του έμφαση).
Ανηφορίζοντας το λιθόστρωτο καλντερίμι (τέταρτη ενότητα), επανέρχεται στη θεωρία του των αναλογιών, την οποία άλλωστε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 την έχει εξηγήσει αναλυτικά.7 «[Έ]χω γίνει ένας μικρός Παυσανίας των αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα» (347), που προσέχει περισσότερο τους δαφνώνες παρά τα μνημεία, σημειώνει. Επισημαίνοντας την αντιστοιχία που βρίσκει να υπάρχει ανάμεσα στις έννοιες της οξύτητας, της αθωότητας, της καθαρότητας και διαφάνειας των εσπεριδοειδών, των μυριστικών χόρτων και της νεροσταγόνας, από τη μία πλευρά, και της σκέψης του ιωνικού πολιτισμού, από την άλλη (348). Και αναφέρεται σε ένα προσωπικό παράδειγμα, την απόδοση της ιερότητας του μυστηρίου της ζωής («αγιοσύνης», 349) μέσω των εικαστικών απεικονίσεων της σειράς Η Θεά Φυτώ. Στην αυτοτελή έκδοση της Ιδιωτικής οδού περιλαμβάνονται δύο εικαστικές αποδόσεις της Θεάς Φυτώ, Η Θεά Φυτώ β΄ (1983) και Η Θεά Φυτώ δ΄ (1988).8

Οδυσσέας Ελύτης,    Η Θεά Φυτώ β΄ (1983), «Ιδιωτική οδός» (1990)
Οδυσσέας Ελύτης, Η Θεά Φυτώ β΄ (1983), «Ιδιωτική οδός» (1990)
Οδυσσέας Ελύτης,    Η Θεά Φυτώ δ΄ (1988), «Ιδιωτική οδός» (1990)
Οδυσσέας Ελύτης, Η Θεά Φυτώ δ΄ (1988), «Ιδιωτική οδός» (1990)



Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου φιλοξενείται (πέμπτη ενότητα), η γυναίκα του σπιτιού, η κυρία Ευγενία, έχοντας ήδη έτοιμο το φαγητό του, έχει κι εκείνη προσηλωθεί στο ραδιόφωνο, μάλλον ακούγοντας τον κίβδηλο λόγο κάποιου πολιτικού, υποθέτει ο ποιητής, που εξανίσταται: Θα έπρεπε «[ο]ι νόμοι της τέχνης [να] είναι και νόμοι της ζωής» (350). Ο κομματικός λόγος, η εκπαίδευση, ο θεσμός της εκκλησίας όλα θα έπρεπε να βασίζονται στους ίδιους νόμους της αισθητικής, δηλαδή στην ποιότητα που καθοδηγεί και την αντίληψη του καλλιτέχνη. Αφού η ουσία της ανθρώπινης ζωής (έκτη ενότητα) είναι «Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές» που, αν αποτυπωθούν με κάποιο τρόπο, συνθέτουν ένα «εικόνισμα» (351) με τα στοιχεία που συγκροτούν το «απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο». Ειδικά για τον Έλληνα, όλα τα στοιχεία που αντιτίθενται «στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Καντ και τους Μαρξ, τον Πάπα» (352).

Στη μοναξιά της νύχτας (έβδομη ενότητα), συνθέτοντας την ποίησή του, ενώ «Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή […] Κι άλλα μικρά δαιμόνια» τον συγκρατούν ή τον παρακινούν «[ν]να μη βγει κακός λόγος από το στόμα [τ]ου, να μη βγει παράπονο»:

[π]αραμένω […] ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν’ ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών· αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται, θα ’λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά μου να τους πλησιάσω, τα ρεύματα με παρασύρουν και με παν έξω από την περιφέρεια. Τουλάχιστον έτσι, αν όχι τίποτε άλλο, επαληθεύεται κάποια γνησιότητα· ή όχι; Πώς να κρίνεις. Η φουρτούνα που περιγράφεις δεν είναι ποτέ η φουρτούνα που αντιμετωπίζει πραγματικά ο ναυτικός. Πρέπει το «σκόρτσο» να το αντιμετωπίζεις και στην έκφραση. Έτσι πρέπει να κρίνεις (353, δική μου έμφαση)

Αλλά τα δαιμόνια πρέπει να έχουν τις ίδιες ιδιότητες, την ίδια φύση και την ίδια ουσία, και όχι μόνο κοινό όνομα, καταλήγει ο Ελύτης, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τις Εννεάδες (Γ΄, 3, 5 [50], «Περί έρωτος») του Πλωτίνου. Ίσως διατυπώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ένα πικρό παράπονο για την αδυναμία συγκρότησης κοινότητας, τουλάχιστον με τους ποιητές.



Η «Iδιωτική οδός»

Στο βιβλίο του Παρασάγγες, ο Δημήτρης Καλοκύρης (επιμελητής, όπως αναφέρθηκε, της πρώτης έκδοσης της Ιδιωτικής οδού) σημειώνει την ακόλουθη καταγραφή «προσωπικού χρόνου»:

Πήγαινα πότε πότε κάτι χάρτινα χειροτεχνήματά μου για το απαραίτητο κορνίζωμα σ’ ένα μαγαζάκι στην πλατεία της Νέας Πεντέλης όπου εγκαταβιώ από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Κάποια φορά ο καταστηματάρχης (μακαρίτης πια) ήταν ασυνήθιστα απορροφημένος πάνω σ’ έναν τοπογραφικό χάρτη της περιοχής. Μου εξήγησε ότι είχε εκλεγεί κοινοτικός σύμβουλος και τον απασχολούσε η ονοματοδοσία των νέων δρόμων. Εκνευρίστηκα που πάλι Ιωάννου Μεταξά, Ηρώων Πολυτεχνείου, Προσκόπων (μέχρι και Αλυτρώτων Αδελφών) θα τους ονόμαζαν και του το είπα. «Και τι ονόματα να δώσουμε;», με ρώτησε με ειλικρινή απορία. «Σαχτούρη, Ελύτη, Μπαλζάκ, Ισαάκ Ασίμοφ… κάτι πιο ευφάνταστο τέλος πάντων», του πρότεινα αποχαιρετώντας τον, ο λόγιος…
Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο η συνομιλία μας εκείνη, αλλά, μερικούς μήνες αργότερα, μια ανηφορική στενωπός, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, ονομάστηκε «Οδυσσέα Ελύτη». Φωτογράφησα την πινακίδα και την έδειξα με την πρώτη ευκαιρία στον ποιητή.
Κοκκίνισε, αλλά μάλλον χάρηκε που, μετά την Ελυτόνησο, δόθηκε το όνομά του, εν ζωή, σ’ έναν ανήφορο.
Μπορεί να είναι σύμπτωση, αλλά το επόμενο βιβλίο του, συνδυασμός κειμένων με επικολλημένες εικόνες, είχε τίτλο Ιδιωτική οδός.9

Καίτοι εγνωσμένο το χιούμορ του Καλοκύρη, η περιγραφή αναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό και η Οδός Οδυσσέα Ελύτη πράγματι εντοπίζεται στην Νέα Πεντέλη.10 Αν και σήμερα πλέον υπάρχουν πάρα πολλές Οδοί Ελύτη σε όλη την Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο, καταλαβαίνουμε, παρά ταύτα, γιατί τότε ερυθρίασε ο ποιητής. Ας δούμε όμως και γιατί μπορεί να χάρηκε «που δόθηκε το όνομά του […] σ’ έναν ανήφορο».
Και η «Ιδιωτική οδός» χωρίζεται σε επτά ενότητες, αυτή τη φορά αριθμημένες με ελληνικά κεφαλαία στοιχεία. Τόσο στην αυτοτελή όσο και στη συγκεντρωτική έκδοση κεφαλαιογραφείται η πρώτη φράση κάθε αρχικής περιόδου εκάστης ενότητας.11
Η σύγκριση με τον εβδομηντατριάχρονο στρατηγό Γάλβα (385, ενότητα Α΄) –που αποτελεί προφανή αναφορά στο ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Η διορία του Νέρωνος»–12 ίσως υποδηλώνει ότι η «Ιδιωτική οδός» γράφτηκε (έστω σε πρώτη μορφή) το 1984, όταν και ο Ελύτης ήταν εβδομήντα τριών ετών. Ο ποιητής εμφανίζεται αυτοβούλως απομονωμένος να ακολουθεί την ιδιωτική του οδό, μακριά από την τύρβη του δημόσιου βίου και μαχόμενος τον προσωπικό του δαίμονα που «καταφέρνει, το μέρος της ζωής το φαίνον, το μη θολούμενον, να το καθιστά σχεδόν αόρατο για τους άλλους» (386, δική του έμφαση), ώσπου «χαράζει μια δεύτερη μέρα μέσα στην πρώτη», σημειώνει. Ένα «φωτάκι» (388, ενότητα Β΄) ή «ένα ιδανικό», που του αποκαλύφθηκε μέσα από τη ζωγραφική και ειδικότερα τον κυβισμό (389-390), που δήλωνε «μιαν απόσπαση από τη φιλοδοξία να δώσεις την πραγματικότητα της οφθαλμαπάτης και μια θέληση να συλλ[ηφθεί] το αντικείμενο στη δομική του αλήθεια, έτσι όπως το ατενίζει ο νους μέσα στην κοσμική τάξη» (390).
Παραθέτοντας αποσπάσματα από το έργο του ισλαμιστή θεολόγου και ιδρυτή του σεϊχισμού Shaikh Aḥmad B. Zayn-al-Dín Ahsáʾí (Shaykh Ahmad Ashisi, 1166-1241 / 1753-1826) και του επίσης Πέρση φιλοσόφου και ποιητή Quṭb al-Dîn al-Shîrâzî (Quotbodine Shirazi, 634-710 / 1236-1311),13 ο Ελύτης φαίνεται να αποδέχεται τη βασική θέση τους ότι το περιεχόμενο της φαντασίας είναι ο ενδιάμεσος μεταξύ αισθήσεων και νοημάτων κόσμος, που αποκαλύπτεται στον άνθρωπο ως διαφάνεια (391, ενότητα Γ΄). Πρόκειται για τη δυνατότητα να βλέπει κανείς πέρα από τα όρια που ορίζει η σύνδεση αιτίου και αιτιατού, και να αντιλαμβάνεται μια πραγματικότητα (τα «πλάσμα[τα] της φαντασίας) πέραν της λογικής (391-392).
Η ιδιωτική οδός υπερβαίνει την καθιερωμένη αντίληψη των διαστάσεων του χρόνου, αλλά και την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε μέσω της αντίληψης (ενότητα Δ΄). Αν και είναι ανοιχτή στον καθένα, την ακολουθούν εντούτοις λίγοι. Οι ποιητές και όσοι άλλοι είναι σε θέση να συλλαμβάνουν «Μυριάδες ανεπαίσθητες δονήσεις» (392) και «εγχαράξεις ανώνυμα θεϊκές» (393). Διεισδύοντας στο μυστήριο που υπάρχει πίσω από την επιφάνεια της πραγματικότητας (394). Έτσι, η συγκίνηση (το «αίσθημα») δεν μπορεί να είναι ο στόχος της τέχνης (στην αρχιτεκτονική, στη ζωγραφική, στην ποίηση), διότι «θολώνει τα μάτια (και το νου)». Η μεγάλη ποίηση και/ή τέχνη προκαλεί «Δόνηση» και «Δέος», όπως και «απορία» για την ικανότητα υπέρβασης του ανθρώπινου (394-395). Ορισμένοι καλλιτέχνες χαρακτηρίζονται από αυτή την ικανότητα ή «ιδιαιτερότητα» (398, ενότητα ΣΤ΄),14 χάρη στην οποία αναδεικνύεται η αληθινή πραγματικότητα, που μας αφορά όλους και, κατά περίπτωση, διαφορετικά τον καθένα.
Ο Ελύτης εξηγεί ότι η διαδικασία της μετατόπισης από «την αίσθηση» στον «καθαρμό της» και «πάλι στην αίσθηση» επιχειρείται από τον ίδιο με τις λέξεις της ποίησης και με τα χρώματα της ζωγραφικής (400, ενότητα Ζ΄). Όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν (όραση, ακοή, γεύση κ.λπ.), προκειμένου να «αναδυθεί […] αναπαρθενευμένος ο κόσμος», μέσα από σκηνές που με την επανάληψή τους καθίστανται διαχρονικές, καταστατικές «συντεταγμένες του ελληνισμού» (401). Όπως το ορεινό χωριό σε ένα νησί, το μικρό εκκλησίασμα στο φτωχικό εκκλησάκι, ο ξερός βασιλικός στο παράθυρο, «στιγμές άκρας ταπεινοσύνης και ομορφιάς» που αποδίδοντάς τα ο ποιητής «παράγει ευφωνία· δηλαδή, με τον τρόπο του, δικαιοσύνη. […] Μια μέσω του θανάτου αθανασία» (δική του έμφαση).
Στην τελευταία παράγραφο του δοκιμίου, υπό την προστασία του αγγέλου του (του οποίου η περιγραφή παραπέμπει στο ξυλόγλυπτο λαϊκής τέχνης της προσωπικής συλλογής του, απεικόνιση του οποίου εμφανίζεται και στο εξώφυλλο του Ήλιου του πρώτου – φιλοτεχνημένη από τον Γιάννη Τσαρούχη), ο ποιητής αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τις παγίδες, προχωρώντας όπως ο θαλασσοπόρος, «περασμένα μεσάνυχτα, με αναμμένα τα δύο [τ]ου φωτάκια, πρόσω ηρέμα» (402, δική του έμφαση).
Η φράση «περασμένα μεσάνυχτα» επανεμφανίζεται στον τίτλο και στον πρώτο, τον ενδέκατο και στον εικοστό πρώτο στίχο του έβδομου ποιήματος του ποιητικού βιβλίου του Τα ελεγεία της Οξώπετρας, που εκδόθηκε την επόμενη χρονιά, το 1991.15 Το ποίημα αυτό μπορεί να διαβαστεί ακολουθώντας τις επισημάνσεις του ποιητή στην «Ιδιωτική οδό», αλλά και όσα σημειώνει στο επόμενο δοκίμιό του, που ακριβώς φέρει τον τίτλο «Πρόσω ηρέμα»:

«Περασμένα μεσάνυχτα»

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά

[…]

Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν’ αρμοστούν
            αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

[…]

                Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
                μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μοβ. Αλήθεια θα ’ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

[…] (20-21, η έμφαση δική του με διαφορετική γραμματοσειρά)

Είναι ίσως τώρα κατανοητό γιατί ο Ελύτης δυσανασχέτησε όταν ολόκληρο το βιβλίο και το συγκεκριμένο ποίημα θεωρήθηκαν ελεγείες για τον δικό του θάνατο.16 Αλλά ενδέχεται ακόμη να προκαλεί κάποια αμηχανία η αναφορά του στα δύο του αναμμένα φωτάκια.

«Πρόσω ηρέμα»

Με την καταληκτήρια φράση «πρόσω ηρέμα» της «Ιδιωτικής οδού» τιτλοφορείται το δοκίμιο που συμπληρώνει την αυτοτελή έκδοση, αλλά και ακολουθεί στον συγκεντρωτικό τόμο. Το δοκίμιο «Πρόσω ηρέμα» διακρίνεται σε τρία μέρη, και πάλι με ελληνική κεφαλαιογράμματη αρίθμηση.
Ευθύς εξαρχής (ενότητα Α΄) δηλώνεται εδώ η απομόνωση του ποιητή στο μικρό του διαμέρισμα των πενήντα πέντε τετραγωνικών και η συνειδητή αποστασιοποίηση από «μια συμπλεγματική ανθρωπότητα, κατάφορτη από τις αμαρτίες παλαιών και νέων δογμάτων», ενώ «γύρω [τ]ου αφθονούσαν οι ανορθογραφίες» (405). Μια επιλογή ανάλογη με εκείνη του Picasso που, όπως σημειώνει ο Ελύτης, θεωρούσε τα ταξίδια περιττά, αφού το έργο του περιείχε τον κόσμο. «Η πραγματικά ποιητική ζωή» (406, δική του έμφαση), συνεχίζει, απαιτεί την κατά μόνας επαφή με τον κόσμο:

Στο σημείον όπου το μόριον της ψυχής μεταβάλλεται πάλι σε μόριον ύλης, εκτός από τον εαυτό σου δε γίνεται να παρίσταται άλλος κανείς. Κι είναι αλήθεια, σ’ ένα τέτοιου είδους πείραμα που συνίσταται το μυστικό: να δημιουργείται και στον έξω κόσμο, από τις πράξεις σου ή τις ενέργειές σου, ένας πυρήνας ταυτόσημος μ’ αυτόν που διαμορφώνεται από τις συγκινήσεις σου και τα ιδανικά σου σε όσα γράφεις. Έχει σημασία η συνέπεια, και όχι μόνον· είναι η λειτουργία των συγκοινωνούντων δοχείων που ενδιαφέρει. Να κυκλοφορεί το μυστήριο και στους δύο χώρους με την ίδια ευλογοφάνεια.
Όλα τα παράγωγα της μυστικής ήχησης που συντελείται σε μια γραφή να βρίσκουν την αναλογία τους στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων. Με τέτοιον τρόπο, που ακόμα και οι συζεύξεις των λέξεων, οι παραπλήσιες της μαντικής, να βρίσκουν κατ’ αντιστοιχίαν την εφαρμογή τους στις πέραν του ορθολογισμού τυχόν ενέργειες και διασυνδέσεις σου, εάν μπορεί να το πει αυτό κανένας. Το άγνωστο χέρι που σφίγγει το χέρι σου. Το σκοτάδι όπου του θέτεις άστρο. Τ’ αγόρια που ψέλνουν, κι η εκκλησία τελικά φανερώνεται. Όλα μαζί κι ένα ένα χωριστά. (406-407, δική μου έμφαση)

Αλλά όσα συλλαμβάνει ο ποιητής, η μυστική ήχηση των πραγμάτων, και οι αναλογίες τους μέσω της γραφής, είναι ακατανόητα για τους άλλους: «Ίσως να ’ναι από Θεού να μην έχει θέση ο ποιητής πουθενά. Συνεχώς να βρίσκεται με ανεβασμένη την άγκυρα» (407-408).
Κατά μόνας λοιπόν γράφει (ενότητα Β΄), αλλά υπό το άγρυπνο βλέμμα του Hölderlin και του Σολωμού, των δύο ποιητών που επιβλέπουν τα προσωπικά του όρια ποιητικής ευθύνης (408, 411), τις δεσμεύσεις και τους κανόνες της έκφρασης (ενότητα Γ΄, 412-416). Στους δύο αυτούς ποιητές φαίνεται να αναφέρονται τα δύο φωτάκια, όπως και τα ποιήματα των Ελεγείων «Έρως και ψυχή»17 και «Σολωμού συντριβή και δέος»,18 αντίστοιχα. Στο τελευταίο αποδίδεται με ενάργεια και συγκίνηση τιμή στον ιδιωτικό αγώνα του προκατόχου του για την έκφραση, της ιδιαίτερου χαρακτήρα ιδιώτευσης που περιγράφεται στα παραπάνω δοκίμια του Ελύτη:

Μισόβγαινε απ’ τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου ―που ακόμη φώταγε― το μαρμαράκι
                Α κει μονάχα να ’ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ’ άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ’ του Μεσολογγιού τις πλάκες (16)

«Περασμένα μεσάνυχτα», επομένως, «με αναμμένα τα δύο [τ]ου φωτάκια», «Πρόσω ηρέμα προς το μη θολούμενον, το άτρεπτον, το γυμνόν, το φαίνον, το αυτώ καταληπτόν, το αναλλοίωτον…» (416, δική του έμφαση).

________________

1. Βλ. Οδυσσέας Ελύτης, «Βιβλιογραφικό σημείωμα», Εν λευκώ, Ίκαρος 1992, σ. 421.
2. Οδυσσέας Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Ίκαρος 1990.
3. Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική οδός, Ύψιλον 1990.
4. Βλ. αναλυτικά για τα παραπάνω, Ελένα Κουτριάνου, Με άξονα το φως: Η διαμόρφωση και η κρυστάλλωση της ποιητικής του Οδυσσέα Ελύτη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2002, ενότητα 2.2.2, σ. 107-113 και 438-439, όπου εξετάζω και τα υπόλοιπα σχετικά δοκίμια και άλλα κείμενα του Ελύτη, λ.χ. τα «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (Εν λευκώ, ό.π., σ. 109-162) και «Επιστροφή από την παρ’ ολίγον Ελλάδα» (Οδυσσέας Ελύτης, Ο κήπος με τις αυταπάτες, Ύψιλον 1995, σ. 61-81), σε σύνδεση με την ποίησή του. Η πολιτική σκέψη του Ελύτη απασχολεί και τον Σωτήρη Μητραλέξη, στη διάλεξη «Στοιχεία πολιτικής σκέψης στα “Δημόσια και τα ιδιωτικά” του Οδυσσέα Ελύτη», https://antifono.gr/stoixeia-p... (ανάκτηση 16.5.2026), ο οποίος όμως δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη την προγενέστερη σχετική βιβλιογραφία για τον Ελύτη, δηλαδή την παραπάνω μελέτη μου, όπως και τις εργασίες με τις οποίες η μελέτη μου διαλέγεται: Γ.Π. Σαββίδης, «“Άξιον Εστί” το ποίημα του Ελύτη» (1960), στο Οδυσσέας Ελύτης: Εκλογή 1935-1977, Άκμων, 61987, 11979 , σ. 171-183· Δ.Ν. Μαρωνίτης, Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη, Κέδρος 41984, 11980· Άρτεμις Λεοντή, «Η ελληνική ποίηση στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής: Μια μελέτη της απώθησης του Μοντερνισμού», Χάρτης, 13 (Νοέμ. 1984), σ. 100-111· Δημήτρης Δημηρούλης, «Το “Άξιον Εστί” της Ιστορίας και το “Εστί” της Ρητορικής: Κριτική φαντασία σε τοπίο ελληνικό», Χάρτης, 21-23 (Νοέμ. 1986), σ. 314-334· Άρης Μπερλής, 5(+2) δοκίμια για τον Ελύτη, Ύψιλον 1992· Γιώργος Κοροπούλης, «Περί ονομάτων ορθότητας», στο Άρης Μπερλής, 5(+2) δοκίμια…, ό.π. 1992, σ. 75-81· Ερατοσθένης Καψωμένος, «Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και το τοπικό πολιτισμικό σύστημα», Θέματα Λογοτεχνίας, 1 (Νοέμ.-Φεβρ. 1995-1996), σ. 24-36· Αλέξανδρος Αργυρίου, Ανοιχτοί σχολιασμοί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, Καστανιώτης 1998· Ανδρέας Μπελεζίνης, Ο όψιμος Ελύτης, Ίκαρος 1999.
5. Νησιά που διέθεταν αεροδρόμιο στη δεκαετία του 1980, αν λάβουμε υπόψη τη σχετική αναφορά τού ποιητή στο δοκίμιό του (344). Όλες οι αναφορές στα δύο δοκίμια, «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» και «Ιδιωτική οδός», όπως και στο δοκίμιο «Πρόσω ηρέμα», που ακολουθεί στον ίδιο τόμο, γίνονται στο εξής στο Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, ό.π., με παραπομπή σε αριθμό/ούς σελίδας/ων εντός παρενθέσεως, στο κυρίως μέρος του κειμένου και στις υποσημειώσεις.
6. Βλ., μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Ελύτης, «Πρώτα-πρώτα», στο Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος 1987 (3η έκδ. οριστική – 1η έκδ. 1974), σ. 29.
7. Βλ. Οδυσσέας Ελύτης, «Τα κορίτσια», Ανοιχτά χαρτιά, ό.π., σ. 189, κ.α., όπως και Οδυσσέας Ελύτης, «Σχέδιο για μιαν εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου», Εν λευκώ, ό.π., σ. 21, «Η μέθοδος του άρα», στο ίδιο, σ. 179, κ.α. Πρβ. «Odysseas Elytis on his Poetry», συνέντευξη στον Ivar Ivask, Books Abroad, 49.4 (Φθιν. 1975), σ. 632. Για την αναλυτική εξέταση των ιδεών αυτών του Ελύτη, βλ. Κουτριάνου, Με άξονα το φως…, ό.π., σ. 160-165.
8. Βλ. Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική οδός, ό.π., σ. 27 και 6, αντιστοίχως.
9. Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες, Ευρετήριο προσωπικών χρόνων, τ. Β΄, Άγρα 2016, σ. 69.
10. Η Οδός Οδυσσέα Ελύτη στη Νέα Πεντέλη είναι ένας μικρός δρόμος κάθετος στην 28ης Οκτωβρίου και στην Κωνσταντινουπόλεως, πολύ κοντά στην Πλατεία. Την ακρίβεια του περιστατικού την επιβεβαίωσε ο Καλοκύρης απαντώντας σε σχετικό ερώτημά μας, διευκρινίζοντας ότι θα πρέπει να έλαβε χώρα «μεταξύ 1986-1989». Η φωτογραφία που δημοσιεύεται εδώ είναι του ιδίου, ενώ η αρχική, την οποία είχε δείξει στον Ελύτη, ήταν της Νίνας Αγγελίδου.
11. Για μια διαφορετική από τη δική μας απόπειρα ανάγνωσης του δοκιμίου του Ελύτη, βλ. το κείμενο του Βίκτωρα Ιβάνοβιτς, «Διστακτικά βήματα στην Ιδιωτική οδό του Οδυσσέα Ελύτη», Χάρτης 72 (Δεκ. 2024), https://www.hartismag.gr/harti... (ανάκτηση 15.4.2026), ο οποίος χαρακτηρίζει ποιητικό δοκίμιο ή δοκίμιο-ποίημα την Ιδιωτική οδό, δίνοντας έμφαση στη «διάδραση λόγου και εικόνας».
12. Ο Ρωμαίος στρατηγός Γάλβας πέθανε σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών (γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου του 3 π.Χ. και δολοφονήθηκε ή αυτοκτόνησε στις 15 Ιανουαρίου του 69 μ.Χ.). https://www.britannica.com/bio... (ανάκτηση 10.4.2026). Επομένως, φαίνεται ότι ο Ελύτης αντλεί την παραπάνω ηλικιακή λεπτομέρεια από τη σχετική αναφορά του Καβάφη (που ίσως δεν υπολόγισε με ακρίβεια την ηλικία ανόδου του Γάλβα στον ρωμαϊκό αυτοκρατορικό θρόνο) στο ποίημα «Η διορία του Νέρωνος»: «ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ». Κ.Π. Καβάφη, Ποιήματα, τ. Α΄ (1896-1918), φιλολογική επιμ. Γ.Π. Σαββίδη, Ίκαρος 1983 (ιε΄φωτολιθογραφική ανατύπωση, 11963), σ. 71.
13. Η άποψη ότι τα αποσπάσματα που παραθέτει ο Ελύτης προέρχονται από τα βιβλία του Henry Corbin, Corps spirituel et terre céleste: De l’Iran mazdéen à l’Iran shî’ite, 2ème éd. rév. (Éds Buchet Chastel, Paris 1979, 11960) και Shihâboddîn Yahya Sohravardî, Le livre de la sagesse orientale. Kitâb Hikmat al-Ishrâq. Commentaires de Qoṭboddîn Shîrâzî et Môlla Ṣadrâ Shîrâzî, trad. et notes par Henry Corbin, établies et introduites par Christian Jambet (Éds Verdier, Lagrasse 1986) υποστηρίζεται από τον Παναγιώτη Δόικο, «Ο Ελύτης και η ανατολική μεταφυσική», Φιλόλογος, ΛΔ΄.145 (Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 2011), σ. 452-453 και 463-464.
14. Και αναφέρει παραδείγματα των ζωγράφων Γιάννη Τσαρούχη, Γεράσιμου Στέρη, Γιάννη Μόραλη, Νίκου Νικολάου, Αλέκου Φασιανού (398) και Georges Seurat, Pierro della Francesca, Max Ernst, Paul Klee (399). Στην ενότητα Ε΄ του δοκιμίου, παραθέτει εικοσιένα αποσπάσματα ή θραύσματα ποιητικού λόγου (395-397), ο σχολιασμός των οποίων υπερβαίνει τις ανάγκες του θέματός μας εδώ.
15. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος 1991.
16. Βλ. λ.χ. συνοπτικά την απάντηση του ποιητή στο «Οδυσσέας Ελύτης, ‘‘Αεί έφηβος’’ – και στα ογδόντα του χρόνια», συνέντευξη στον Γιώργο Κ. Πηλιχό, Νέες Εποχές – Το Βήμα (1 Δεκ. 1991): «Είναι κρίμα –λέει ο Οδυσσέας Ελύτης– που ορισμένοι ερμηνεύουν τα ‘‘Ελεγεία’’ σαν ένα διάλογό μου με τον θάνατο, […] το θέμα του θανάτου με απασχολεί σε όλα μου τα έργα κι όχι μόνον τα τελευταία χρόνια, που είχα μια περιπέτεια με την υγεία μου ή επειδή συμπλήρωσα την όγδοη δεκαετία του βίου μου. […] Δεν μπορούν να κατανοήσουν πως όταν μιλάς για αρρώστια ή για θάνατο αυτό το κάνεις ανεξάρτητα απ’ το αν είσαι άρρωστος ή αν πρόκειται να πεθάνεις».
17. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος 1991, σ. 11-12.
18. Στο ίδιο, σ. 16-17.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: