Καθώς ψυχοραγώ

Τη μέρα που πέθανε ο παππούς έσμιξε η γη με τον ουρανό. Παλιά που υπήρχε στο χωριό έλλειψη μεταφορικών μέσων, όταν πέθαινε κανείς, έπαιρναν το φέρετρο στον ώμο τέσσερις άντρες γεροί – απ’ όπου βγήκε και η κατάρα, που μου έλεγε η γιαγιά όταν την σκυλόβριζα, τέσσερις να σε πάνε παναγία μου – κι αν ήταν μακριά το σπίτι, στο δρόμο τους άλλαζαν άλλοι τέσσερις μπρατσωμένοι και μετά άλλοι, ακόμα πιο γεροί κι έτσι γίνονταν η μεταφορά των νεκρών στην εκκλησία.
Όμως τη μέρα που, μετά από έναν αιώνα και δυόμιση ακόμα ενιαυτούς, αποφάσισε ο παππούς ν’ αφήσει τα εγκόσμια, έσμιξε ο ουρανός με τη γη. Έβρεχε ασταμάτητα με το τουλούμι, κάτι σταλαγματιές σαν το σταφύλι, νεροποντή. Οι ξεροπόταμοι και τα ρέματα φούσκωσαν, έγιναν ποτάμια και κατέβαζαν πέτρες, ξύλα και χώμα. Το νερό κόντευε να ξεχειλίσει από τα γεφύρια και μετά φόβου θεού πέρναγε κανείς από πάνω τους.
Περιμέναμε μπας και κόψει η βροχή, αλλά τίποτα, στο τέλος χάσαμε την υπομονή μας. Το πως θα πηγαίναμε τον παππού στην εκκλησία ήταν πλέον ένα μεγάλο πρόβλημα, όχι όμως και άλυτο. Λέει ο ξάδερφος που είχε έρθει επί τούτω από την Αθήνα, θα τον βάλουμε στο πόνυ και θα τον πάμε. Το πόνυ ήταν ένα από τα πρώτα γιωταχί που ήρθαν στο χωριό και το είχε φέρει ο ξάδερφος και με πολύ καμάρι μάλιστα. Τώρα, ο ξάδερφος έφερε το πόνυ, ή το πόνυ τον ξάδερφο, είναι κάτι σαν το γνωστό, η κότα γέννησε το αυγό, ή το αυγό την κότα.
Δεν ξέρω αν τα θυμάστε τα πόνυ. Αυτά ήταν κάτι ευρύχωρα αυτοκίνητα ελληνικής κατασκευής, με καρότσα σχήματος τετραγώνου, σκεπασμένη με μουσαμά και δύο θέσεις μπροστά, οδηγού και συνοδηγού.

Δεν υπάρχει άλλη λύση θα τον βάλουμε στο πόνυ, μου λέει ο ξάδερφος. Θα μας πέσει στην ανηφόρα, του λέω. Μη φοβάσαι θα τον δέσουμε, με καθησύχασε. Παίρνουμε τέσσερις λοιπόν τον παππού στον ώμο για να τον πάμε στο πόνυ, η βροχή μας χτύπαγε στο κεφάλι κι από κει το νερό ροβόλαγε στο σβέρκο κι έμπαινε μέσα από τα ρούχα κι έφτανε μέχρι κάτω, γέμισαν τα παπούτσια μας νερό. Υπομέναμε όμως, τι να κάναμε, ιερό το χρέος μας για τον παππού.

Τον ακουμπήσαμε στο πόνυ και σπρώξαμε την κάσα μέσα, όσο μέρος της μπορούσε να μπει και το υπόλοιπο έμεινε έξω, είχε όμως ευστάθεια γιατί το πιο πολύ είχε μπει μέσα. Έφερε κι ένας γείτονας τριχιές και το δέσαμε το φέρετρο από κάτι κρίκους που είχε ο μουσαμάς, από δω κι από κει.
Αφού τον σιγουρέψαμε καλά, μπήκε ο ξάδερφος οδηγός κι εγώ συνοδηγός και πηγαίναμε εμείς μπροστά, στο ρελαντί, κι από πίσω όλος ο κόσμος με ομπρέλες, με κατσούλες κι ο,τι άλλο έβρισκε ο καθένας για ν’ αποφεύγει την βροχή. Εγώ καθάριζα μ’ ένα στουπί τα θολωμένα τζάμια για να βλέπει καλά ο ξάδερφος και να μην βρεθούμε μέσα σε κανένα χαντάκι και πνιγούμε. Παράλληλα γύριζα το κεφάλι μου πίσω στην καρότσα και κοίταζα το φέρετρο, φοβόμουνα μήπως λασκάρουν τα σχοινιά και πάθουμε καμιά ζημιά. Δεν ανησυχούσα όμως άδικα γιατί πράγματι τα σχοινιά με το ταρακούνημα λασκάρισαν λίγο, όχι όμως πολύ, αλλά και το λίγο με φόβιζε. Λέω τότε αμέσως:

— Ξάδερφε, τα σχοινιά έχουν ξεσφίξει και φοβάμαι μήπως μας πέσει ο παππούς στη μεγάλη ανηφοριά, σταμάτα να τον σφίξουμε λίγο.
— Εγώ να κατέβω κάτω με τούτο το καταργιακό; δεν γίνεται, άστον έτσι, μου λέει ο ξάδερφος.
— Θα μας πέσει ξάδερφε, επιμένω εγώ.
— Μη φοβάσαι, μου λέει, και να πέσει δεν παθαίνει τίποτα, στο εγγυώμαι εγώ.

Φτάσαμε στην ανηφοριά, εμένα μ’ έζωσαν τα φίδια, τα μάτια μου δεν έφευγαν από την καρότσα.

— Καθάρισε τα χνώτα από το τζάμι, τι χαζεύεις; φωνάζει ο ξάδερφος.

Πήρα το στουπί και καθάριζα. Καθώς πήραμε την ανηφοριά κι εγώ έτριβα με το στουπί το τζάμι, ακούω πίσω ένα σούρσιμο, γυρίζω και βλέπω το φέρετρο να γλιστρά σαν χέλι μέσα από τα σχοινιά και να χάνεται πίσω από το αυτοκίνητο.

— Έπεσε, του φωνάζω!

Τραβάει αμέσως χειρόφρενο ο ξάδερφος, κατεβαίνω και τι να δω; Το φέρετρο ήταν πεσμένο κάτω, το καπάκι είχε φύγει πέρα κι ο μισός ο παππούς ήταν απέξω, κατάχαμα στο δρόμο. Έτρεξαν και οι άλλοι που ακολουθούσαν, τον πιάσαμε και τον τακτοποιήσαμε όπως – όπως μέσα στο κουτί. Τον βάλαμε ξανά στο πόνυ, τον δέσαμε πιο καλά, βάλαμε κι ένα σχοινί στο κάθετο, τον ασφαλίσαμε καλύτερα. Μπήκα ξανά στο πόνυ και γκαζώνει ο ξάδερφος για ν’ ανέβουμε την ανηφοριά.

— Σου το είπα, ρε ξάδερφε, ότι θα μας πέσει, του λέω με παράπονο!
— Γιατί, τι έπαθε; μου λέει αυτός.



—————————————
Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το γνωστό μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: