H μέλισσα / Στο βαγόνι

Στο βαγόνι

Και ζεις τη ζωή σου λαθραία μέσα σ’ εκείνο βαγόνι όχι γυρνώντας αλλά πηγαίνοντας εκεί που γεννήθηκες, τη μέρα του χειμερινού ηλιοστασίου, μέσα σ’ ένα παγερό νεκροθάλαμο, και από την πρώτη στιγμή ένιωσες ντροπή γιατί ήσουν το πιο μικρό μωρό στη χώρα σου και ντρόπιασες την οικογένεια, τους προγόνους αλλά και τον πατέρα σου που ήταν απών γιατί ήσουν ένα κορίτσι, μέσα σ’ ένα απόλυτο καθολικό ορθολογικό πλαίσιο και που έμαθες να ζεις κάτω από το πέπλο της ντροπής, της ενοχής και του φόβου για να μην σπάσει η ισορροπία, όπως ο κρόκος του αβγού που δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ σφιχτός ούτε πολύ ζουμερός για να ικανοποιεί τους αχόρταγους ουρανίσκους και τα αηδιαστικά μάτια που σε γδύνουν όταν κινείσαι μπροστά από τα καφέ, και τα χέρια που σε πληρώνουν για να κινείς τους γοφούς σου και να τυλίγεις τις γάμπες σου γύρω από τις διψασμένες γλώσσες, κι εσύ σ’ εκείνο το βαγόνι ν’ αποχαιρετάς πάλι και πάλι μια χώρα που δεν είναι δικιά σου, μια ζωή που κρύβεις κάτω από ένα στρώμα που ακουμπάει στο πάτωμα και που πέφτεις συχνά για να νιώσεις τη δροσιά και που κυνηγούσες μαργαρίτες στα χωράφια με τα ψηλά τα δέντρα κρατώντας αγκαλιά τις τέσσερεις νεκρές σου γάτες και έλεγαν είναι ζώα, τι σε νοιάζει, και ήθελες να κλάψεις αλλά δεν έκλαιγες γιατί πάντα φοράς στο πρόσωπό σου αυτή την ηλίθια άθλια μάσκα και δεν θέλεις να την πετάξεις γιατί σου θυμίζει τη μάσκα της μαμάς σου αλλά και της γιαγιάς σου που πέθανε αλλά δεν πέθανε και τη θάψανε ζωντανή μαζί με τα δίδυμα μωρά της και δεν τη γνώρισες ποτέ αλλά όλοι λένε ότι της μοιάζεις αλλά εσύ δεν θέλεις να της μοιάζεις και δεν έθαψες τις γάτες αλλά τις πέταξες και δεν κοιμήθηκες εκείνο το βράδυ γιατί σκεφτόσουν ότι μπορεί να βρουν το dna σου πάνω στις σακούλες κι εσύ δεν σκέφτηκες να φορέσεις γάντια για να μη σε φυλακίσουν και σκέφτηκες ότι αν πάνε στον παράδεισο των γατιών θα είναι ευτυχισμένες γιατί όλοι σ’ έναν παράδεισο οφείλουν να είναι ευτυχισμένοι, αλλά εσύ μέσα σ’ εκείνο το βαγόνι δεν γελούσες ποτέ και έκοβες τα μαλλιά σου κοντά και φορούσες κοντές φούστες για να φαίνονται οι γάμπες σου, αυτές οι γάμπες που τις καμάρωνε ο θείος και τις κερνούσε απλόχερα σε όσους τις ζητούσαν, και δεν σου αρέσουν τα αβγά ποσέ αλλά ομελέτα, κι εσύ μέσα σ’ αυτό το βαγόνι νυστάζεις και θέλεις να κοιμηθείς αλλά ο ύπνος δεν επιτρέπεται και πρέπει να μείνεις ξύπνια μέχρι να πας κι εσύ στον παράδεισο των γατιών ή να σε πετάξουν μέσα σε μια πλαστική σακούλα.

Λεπτομέρεια έργου τού Sven Alfons (1982)
Λεπτομέρεια έργου τού Sven Alfons (1982)

Η μέλισσα


Και κοιμάσαι και ξυπνάς και σηκώνεσαι και βγαίνεις και γυρνάς και είσαι πάλι ήρεμη στο κρεβάτι σου και κοιτάς τις κουρτίνες τις μπεζ και πεινάς και δεν πεινάς και τρως και μένεις νηστική και βουτάς το ψωμί στο μπολ με τη σαλάτα και μετά φτύνεις τα κουκούτσια της ντομάτας και ξαπλώνεις πάλι και στριφογυρίζεις και πέφτεις από το κρεβάτι και σηκώνεσαι και ντύνεσαι τα ρούχα σου και ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις και βλέπεις την κυρία που δεν κοιμάται ποτέ και πουλά εφημερίδες, τις οποίες θες ν’ αγοράσεις αλλά δεν έχεις λεφτά και τελικά σκέφτεσαι ότι ακόμα και αν τις είχες αγοράσει δεν θα τις διάβαζες γιατί δεν σ’ ενδιαφέρει καθόλου αν βρέθηκε το σκυλάκι που είχε εξαφανιστεί ή αν υπάρχει ζωή στον Άρη, βέβαια μπορεί και να τις διάβαζες αν ήξερες να διαβάζεις αλλά δεν ξέρεις, και κοιμάσαι και ξυπνάς και ξαπλώνεις πάλι και δεν είσαι καθόλου σίγουρη ότι θέλεις να σηκωθείς και αποφασίζεις να μπεις μέσα στα ζωγραφιστά λουλούδια που έχεις πάνω από το κρεβάτι σου και μερικές φορές μοσχομυρίζουν κι έρχονται οι μέλισσες και κοιμούνται μαζί σου γιατί νομίζουν ότι είσαι η βασίλισσά τους αλλά εσύ δεν είσαι, γιατί είσαι ένα τίποτα, είσαι ένα τεράστιο στρογγυλό τίποτα, γι’ αυτό καλύτερα να ξαπλώσεις πάνω στα λιλά λουλούδια, πάνω στη γύρη, αλλά είσαι αλλεργική στη γύρη και πρέπει να γυρίσεις στο κρεβάτι σου αλλά δεν ξέρεις πώς και σκέφτεσαι ότι αν είχες ένα χάρτη θα μπορούσες, και βλέπεις αυτή τη μέλισσα με την οποία είχες πιει κάποτε ένα μπουκάλι ροζέ κρασί και πιάνεσαι από τα φτερά της για να γυρίσεις πίσω και γυρνάς και ξαπλώνεις και βλέπεις πάλι την μπεζ κουρτίνα και σκέφτεσαι να σηκωθείς να την ανοίξεις διάπλατα να δεις πόσο πένθος έχει μέσα της αλλά δεν σηκώνεσαι και κλείνεις τα μάτια σου και βλέπεις το λιβάδι κι εσένα μικρή να είσαι ξαπλωμένη και να κοιτάς τον ουρανό αλλά τώρα βλέπεις την ντουλάπα, το κομοδίνο, μια πόρτα και άλλη μια πόρτα και μια ακόμα και θέλεις να χτίσεις όλες τις πόρτες γιατί δεν θες να έρθει κανείς να σε αναζητήσει και κοιμάσαι και ξυπνάς και σηκώνεσαι και ρίχνεις τσιμέντο και αγκαλιάζεις τη μέλισσα και πέφτεις ήρεμη για ύπνο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: