Χριστίνα

Karl Hagedorn (1889-1969), «Γέννα στο σπίτι»
Karl Hagedorn (1889-1969), «Γέννα στο σπίτι»


Τα συγκεκριμένα χάπια, στις αίθουσες τοκετών τα αποκαλούν «ο τρόμος». Δεν άργησες να διαπιστώσεις το γιατί, όταν τα χορήγησαν και σ’ εσένα, με την καθ’ όλα παραπλανητική παρατήρηση πως θα χρειαστεί να περάσουν τρεις ώρες τουλάχιστον μέχρι να δράσουν. Μέσα σε μισή ώρα συσπάσεις τράνταζαν κάθε μυ στο σώμα σου. Σε κάθε νέο κύκλο συσπάσεων στη μήτρα σου ένιωθες σαν να σου έριχναν κλοτσιά, αλλά για κάποιο λόγο αυτό τον πόνο θα τον περιέγραφες πιο «τίμιο» από τα συμπτώματα στο υπόλοιπο σώμα σου. Γύρισες πλάγια και κουλουριάστηκες επιχειρώντας να ανακουφίσεις την ένταση των σπασμών και τότε ένιωσες τον μυ κάτω από το στήθος σου να πάλλεται λες και υπήρχε εκεί μια δεύτερη εκτεθειμένη καρδιά, να χτυπά κατά βούληση.
Τη στιγμή που ο Χ. έτρεχε στη νοσοκόμα για να ζητήσει μια κουβέρτα άκουσες έναν ήχο. Για κάποιο λόγο σε τρόμαξε περισσότερο κι από τις συσπάσεις. Προσπάθησες να συγκεντρωθείς, να καταλάβεις από πού προέρχεται, αλλά το μόνο που άκουσες ήταν η φωνή του Χ., από απόσταση κι αλλοιωμένη από το φόβο, να ρωτάει τη νοσοκόμα αν όλο αυτό ήταν αναμενόμενο. Την απάντησή της κάλυψε ο ήχος, οξύς, κοφτός, κροταλιστός. Η νοσοκόμα σε τύλιξε με την κουβέρτα με γρήγορες, επιδέξιες κινήσεις. Θέλησες να την ευχαριστήσεις, όμως το μόνο που βγήκε από το στόμα σου ήταν ένα υπόκωφο πλατάγισμα. Έσφιξες το σαγόνι σου, όμως ο ήχος επανήλθε. «Τρίζει τα δόντια της, φοβάμαι μήπως δαγκώσει τη γλώσσα της», είπε ο Χ., εσύ όμως θα ορκιζόσουν πως δεν ήταν ο Χ. αλλά ο πατέρας σου, αυτός που μίλησε.
Τον είδες μπροστά σου, με το καλάμι του ριγμένο στην κοκκινωπή όχθη της λίμνης να προσπαθεί να απελευθερώσει την πέστροφα από το αγκίστρι. Εσύ, στα δέκα σου περίπου, είχες μείνει ακίνητη και παρακολουθούσες, λες και με την ακινησία σου θα εξισορροπούσες τα ξέφρενα, σπασμωδικά τινάγματά της. Ανακαλείς τώρα το νευρώδες, ιριδίζον σώμα της να διπλώνεται σε σχήμα πετάλου, τα άκρα της να σπαρταρούν ενωμένα προς τα πάνω και την αμέσως επόμενη στιγμή προς τα κάτω και νιώθεις και το δικό σου σώμα ψαρίσιο, να ξεγλιστρά για λίγο κι αμέσως να παραδίνεται στην ακολουθία του πόνου.
Στην αίθουσα τοκετών σε μετέφερε με το καροτσάκι ένας τραυματιοφορέας, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης διαδρομής σε ρωτούσε με επιμονή αν ήσουν «πρωτότοκος». Όσο εσύ απέφευγες να απαντήσεις, τόσο γιγαντωνόταν η επιθυμία του να μάθει, μέχρι που τελικά υποχώρησε, ίσως γιατί αποφάσισε πως ήσουν όντως «πρωτότοκος» και επισφράγισε τη συνομιλία με τον εαυτό του δίνοντάς σου ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού σου. «Οι μασχάλες του μύριζαν», θα έλεγες αργότερα στον Χ., ο οποίος με τη σειρά του θα σε κοίταζε όπως κοιτάς ένα πληγωμένο ζώο. Στην αίθουσα τοκετών διώξανε τον τραυματιοφορέα σου κακήν κακώς, μέχρι που του φορτώσανε και τις παντόφλες με τις κάλτσες σου, «για να μη γεμίσουν». Ούτε που πρόλαβες να ρωτήσεις από τι να γεμίσουν, καθώς οι συσπάσεις ήταν πια τόσο πυκνές και τέτοιας έντασης ώστε ένιωθες πως εξαφάνιζαν την ίδια σου τη σκέψη. Αφού υπέγραψες ένα έντυπο συναίνεσης σχετικό με τις παρενέργειες της επισκληρίδιου, σου ζήτησαν να πάρεις τη στάση εμβρύου. Χαμήλωσες το σαγόνι σου όσο πιο κοντά στο στήθος μπορούσες, πλησίασες τα πόδια σου στην φουσκωμένη κοιλιά κι αμέσως απέκτησες συνείδηση του εμβρύου κάτω από το τσιτωμένο δέρμα. Μια ρώσικη κούκλα.
Στις οδηγίες της αναισθησιολόγου να τεντώσεις την πλάτη σου σαν μια «λυσσασμένη γάτα», το σώμα σου ανταποκρίθηκε ενστικτωδώς. «Μπράβο το κορίτσι μου», σε επιβράβευσε κι αποσύρθηκε για να αφήσει το υπόλοιπο συνεργείο να παίξει τον ρόλο του, κάποιον να τοποθετήσει τη νέα πεταλούδα στο αριστερό χέρι σε περίπτωση που η φλέβα στο δεξί θα κατέρρεε, έναν άλλο τον ουροκαθετήρα κι ένα τρίτο να σου πάρει την πίεση και να σου μετρήσει τη θερμοκρασία. Όλη αυτή την ενορχηστρωμένη προσπάθεια την έβλεπες περισσότερο παρά την ένιωθες στο σώμα σου, καθώς βρισκόσουν ήδη υπό την επήρεια των αναλγητικών. Όταν πια η μαία χαμήλωσε τα φώτα και τράβηξε το διαχωριστικό παραβάν αφήνοντάς σε μόνη στην αίθουσα, ένιωσες τον αέρα γύρω σου να πυκνώνει, την αναπνοή σου να επιβραδύνει και τα πνευμόνια σου να γεμίζουν υγρό.
Δεν βρισκόσουν στην αίθουσα τοκετών αλλά κουλουριασμένη στην κοιλιά ενός κήτους, ασφαλής και προστατευμένη, με τον ήχο από το πιεσόμετρο που φούσκωνε και ξεφούσκωνε να θυμίζει τον διαρκή παλμό της θάλασσας, συντονισμένο με τον ρυθμό της ανάσας σου. Μάλλον αποκοιμήθηκες, γιατί όταν ξανάνοιξες τα μάτια ο νεαρός γιατρός σου έφερε μια νέα παρτίδα χαπιών κι ύστερα έλεγξε πόσο γρήγορα προχωρούσε η διαστολή. Κατάπιες τα χάπια, ίσως να είπες και «ευχαριστώ». Πήρε σειρά η μαία, η οποία σε θερμομέτρησε κι αμέσως κρέμασε στον ορό σου ένα σακουλάκι για να πέσει ο πυρετός. Πριν φύγει τη ρώτησες το όνομά της και αναρωτήθηκες για την πρακτική της κλινικής να προσφωνεί τις επίτοκες με το επώνυμο του συζύγου τους. Δεν θυμάσαι αν σου απάντησε κάτι, καθώς αφοσιώθηκες στον νέο κύκλο από συσπάσεις και στο επίμονο τρέμουλο.
Σκέφτηκες τον Χ. να επινοεί και νέο όνομα κάθε εβδομάδα, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του εμβρύου, παρομοιάζοντάς την με κάποιο φρούτο ή λαχανικό. Συμμετείχες στο παιχνίδι του καθώς ήξερες κι εσύ, όπως κι εκείνος πως τα συγκεκριμένα ονόματα ήταν λιγότερο επικίνδυνα από ένα «κανονικό». Βλέπεις, σε εκείνο το στάδιο, κάνατε τα πάντα για να μην αρχίσετε να ονειρεύεστε το κορίτσι που ίσως γινόταν. Εντωμεταξύ κάθε μέρα εκείνη μεγάλωνε αψηφώντας τις φοβίες σας, αποδεικνύοντας σας πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η τακτική. Βρισκόσουν πια στο δεύτερο τρίμηνο και κάθε μέρα ένιωθες τις άμυνές σου να χαλαρώνουν σε αντίθεση με τους σφιχτοδεμένους κόμπους των σκοινιών από τις βάρκες στον μώλο. Το σώμα σου είχε αρχίζει να γεμίζει, να στρογγυλεύει σε πλήρη αντίστιξη με την συνήθεια του φθινοπώρου να πετάει, να απορρίπτει, παραχωρώντας τη θέση του στη γύμνια του χειμώνα. Συχνά περπατούσες στην προβλήτα, παράλληλα με το νερό και στη μέση περίπου της διαδρομής συναντούσες τον ιστιοπλοϊκό όμιλο, με τα σκαφάκια να στεγνώνουν έξω από το υπόστεγο τις ημέρες που είχε καλοκαιρία, και την χαρακτηριστική πινακίδα με τη φράση: «Όποιος μπορεί στη θάλασσα, μπορεί και στη ζωή». Στη θέα και μόνο της πινακίδας, η σκέψη σου παραδινόταν σε συνειρμούς κοινότοπους όσο και το νόημα της φράσης: «Θα της μάθω να κολυμπάει», «Θα της μάθω να αγαπάει το νερό», «Θα τη γράψω στον ιστιοπλοϊκό από μικρή». Τις μέρες με αέρα, κάποια ριπή νερού σε ψέκαζε ελαφρά ή σε μούσκευε, ανάλογα πόσο κοντά περπατούσες στη θάλασσα, κόβοντας μαχαίρι την φαντασίωση και σε ανάγκαζε να γυρίσεις σπίτι.
Στην αίθουσα τοκετών δεν καταλάβαινες αν είναι μέρα ή νύχτα. Μόνη ένδειξη του χρόνου που περνούσε η αλλαγή στις βάρδιες του προσωπικού. Τους άκουσες να καλημερίζονται, να ανταλλάσσουν τα καθημερινά τους νέα. Είδες κι έναν από αυτούς, ειδικευόμενο γιατρό, όχι πάνω από εικοσιπέντε, να εμφανίζεται με ένα κατακόκκινο καπέλο Άη-βασίλη την ώρα που η προϊσταμένη παραμέριζε το παραβάν για να ελέγξει το μέγεθος της διαστολής σου. Στην ενημέρωση του αντικαταστάτη γιατρού αναφέρθηκαν στην περίπτωσή σου ως «οι εικοσιπέντε εβδομάδες». Μισή ώρα μετά, στη θέα της αναισθησιολόγου γουργούρισες σαν πεινασμένη γάτα, είχες αρχίσει να πονάς πάλι. Όταν όμως σε ρώτησε αν ήθελες να ανανεώσει το αναλγητικό στην επισκληρίδιο, αρνήθηκες. Στον πρώτο οξύ κύκλο συσπάσεων κάποιος είπε «έσπασε ο σάκος» κι αμέσως η προϊσταμένη άρχισε να στερεώνει ένα σεντόνι στα μεταλλικά στηρίγματα αριστερά και δεξιά σου. Τη στιγμή που ο ειδικευόμενος Άη-βασίλης σου απηύθυνε την ερώτηση «Τι κάνουμε;», η ομάδα από την άλλη μεριά του σεντονιού άρχισε να πυκνώνει. «Λαμπρά», του απάντησες και σχεδόν ταυτόχρονα ένιωσες το αμνιακό υγρό, ένα υδάτινο μπαλόνι να εκρήγνυται και να κυλάει ανάμεσα στα πόδια σου. Για μερικά δευτερόλεπτα ακινητοποιήθηκαν όλοι τους, όμως γρήγορα ανασυντάχθηκαν, έτρεξε το βοηθητικό προσωπικό με τις πάνες να περιορίσει την ξαφνική διαρροή. Από την έκφραση της προϊσταμένης, όταν της παραπονέθηκες πως σε ενοχλεί ο ουροκαθετήρας, κατάλαβες πως είχε φτάσει η ώρα.
Στην αίθουσα μείνατε εκείνη κι εσύ. Είχες αρχίσει πάλι να τρέμεις, όχι από τα χάπια αυτή τη φορά. Κοίταξες το σεντόνι, ήταν σχισμένο πάνω δεξιά, και προσπάθησες να περιορίσεις το τρέμουλο. Στο μυαλό σου καρφώθηκε η εικόνα της κοιτίδας, αν και την έκρυβε προσωρινά το σεντόνι. Έσφιξες τα δόντια κι η προϊσταμένη σου είπε, «Σπρώξε τώρα, σαν να κάνεις κακά σου». Συγκεντρώθηκες στον παλμό της καρδιάς ενός εμβρύου σε μια αίθουσα αντιδιαμετρικά αντίθετη από αυτή που βρισκόσουν εσύ, κι έσπρωξες. Στη διάρκεια της νύχτας ακουγόταν κατά διαστήματα, κι ύστερα πάλι στη διάρκεια του πρωινού, ώσπου ενσωματώθηκε με τους υπόλοιπους ήχους κι έπαψες να τον διακρίνεις. Μπορεί και να ήταν πιο εύκολο έτσι. Έσπρωξες ξανά.
Την πρώτη φορά που άκουσες στην υπέρηχο τον παλμό της καρδιάς του δικού σου μωρού αιφνιδιάστηκες από την συχνότητα και την ένταση των χτύπων. «Τα μωρά είναι φτιαγμένα από νερό», είχες πει βγαίνοντας στον Χ. Σε περίμενε απ’ έξω διαλυμένος από την αγωνία και τότε, όπως και τώρα.
«Βγήκε το κύημα», ανακοίνωσε η προϊσταμένη. Φαντάστηκες τους παλμούς από τις καρδιές των μωρών που γεννιόταν καθημερινά στην αίθουσα τοκετών να συντονίζονται και να τρυπούν τη σιωπή. Ζήτησες να δεις το μωρό.
Εμφανίστηκε ένας μεσήλικας γιατρός που δεν είχες ξαναδεί και αφού επιθεώρησε το κάτω μέρος του σώματός σου, σε ρώτησε το όνομά σου. Του το είπες, κι ένιωσες πίσω από το αυτοσχέδιο παραβάν την κίνηση να πυκνώνει. Έκλεισες τα μάτια, όμως εκείνος συνέχισε τις ερωτήσεις αναγκάζοντάς σε να μείνεις εκεί μαζί του κι όχι στο παράλληλο σύμπαν δράσης πίσω από το σεντόνι. Ενώ προσπαθούσες να απαντήσεις τις ερωτήσεις του, μερικές φράσεις μεταξύ της προϊσταμένης και του ειδικευόμενου Άη-βασίλη, που έκανε εκ νέου την εμφάνισή του, έφτασαν σε εσένα. Ένας αριθμός, εφτακόσια σαράντα, κάτι για τον πλακούντα που είχε αρχίσει να βγαίνει ή που θα έπρεπε να είχε βγει.

«Σπρώξε, Έλενα», σε προσκάλεσε αιφνιδίως ο μεσήλικας γιατρός με το κεφάλι του να προεξέχει πάνω από το σεντόνι. Πιέστηκες κι έσπρωξες, παρόλο που δεν ήταν αυτό το όνομά σου. Το επόμενο αίτημα βρισκόταν στον αντίποδα αυτού που είχε προηγηθεί, «Χαλάρωσε τους μυς στην κοιλιά, Έλενα», και συνοδεύτηκε από επίμονες πιέσεις στην κοιλιακή χώρα. Μετά από δυο ή τρεις γύρους επανάληψης των συγκεκριμένων μαλάξεων, ο πόνος ήταν τόσο οξύς, ώστε ένιωσες τη σάρκα σου να μουδιάζει. Άρπαξες τον ειδικευόμενο Άη-Bασίλη από το βραχίονα και μέσα από σφιγμένα δόντια του είπες, «Πες του πως δεν με λένε Έλενα». Μετά από κάποια ώρα ο μεσήλικας γιατρός παραιτήθηκε από την προσπάθεια να σου απευθυνθεί με το σωστό όνομα, όπως και να βοηθήσει στην εξαγωγή του πλακούντα σου.
Στη σύντομη σύσκεψη που ακολούθησε, αποφασίστηκε η χορήγηση δυο επιπλέον χαπιών «τρόμου», όπως και μιας ένεσης ωοτοκίνης στον ομφάλιο λώρο, ο οποίος κρεμόταν ανάμεσα από τα πόδια σου, με μια λαβίδα στην απόληξή του. Την ύπαρξη του ομφάλιου λώρου τη συνειδητοποίησες μόνο μετά την απομάκρυνση του σεντονιού από την προϊσταμένη. Έστρεψες το βλέμμα σου στο μεταλλικό δοχείο, το οποίο είχαν τοποθετήσει στον πάγκο δεξιά από τη θερμοκοιτίδα. Δεν υπήρχε νωρίτερα εκεί. Ζήτησες να δεις το μωρό.
«Είσαι σίγουρη;» σε ρώτησε η προϊσταμένη. Έγνεψες καταφατικά. «Εγώ θα έλεγα καλύτερα όχι...», ξαναπροσπάθησε εκείνη και για πρώτη φορά στη διάρκεια του πρωινού σου φάνηκε ανυπόμονη, προσηλωμένη στη διεκπεραίωση της διαδικασίας. «Αν είσαι σίγουρη, πες το μου να προχωρήσουμε», επανέλαβε. Επιβεβαίωσες πως ήσουν σύμφωνη. «Θηρίο είσαι», είπε και επέστρεψε με το μεταλλικό δοχείο. Θέλησες να της εξηγήσεις πως ήταν κάτι αναγκαίο, όχι γενναίο, όμως δεν είπες τίποτα.
Η πρώτη σκέψη σου όταν την είδες ήταν πως ήταν ήδη ένα τέλειο μωρό. Κι ας ήταν μόνο εικοσιπέντε εβδομάδων. Κι ας ήταν το χρώμα της σκούρο μπλε. Από το μισάνοιχτο στόμα της προεξείχε η άκρη από μια μικροσκοπική γλώσσα. Άπλωσες το χέρι σου κι ακούμπησες τα χέρια και τα πόδια της με προσοχή και κάποιο φόβο. Το δέρμα της κολλούσε ελαφρά. Όταν άρχισες να τρέμεις, το μεταλλικό δοχείο απομακρύνθηκε και η προϊσταμένη εμφανίστηκε με μια σκούρα πλάκα με μελάνι και σου ζήτησε να πιέσεις τον αντίχειρά σου σε ένα από τα ορθογώνια για να πάρει το αποτύπωμά σου. Ύστερα με σιγανή φωνή σου εξήγησε πως έπρεπε να κάνει το ίδιο και με το μωρό. Ανασηκώθηκες και είδες να βγάζει από το δοχείο το μικρό χέρι με την μικρή παλάμη, στο ίδιο σχεδόν χρώμα με το μελάνι. Σου φάνηκε πως έτρεμε, αλλά πάλι μπορεί να ήταν το χέρι της προϊσταμένης που έτρεμε.
Της είπες πως λίγο πριν την εισαγωγή σου στο νοσοκομείο είχατε συμφωνήσει με τον Χ. να τη βγάλετε Χριστίνα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: