Στις λίμνες του είναι φθινόπωρο

Στις λίμνες του είναι φθινόπωρο

Μα το φθινόπωρο προχώρησε, καιρός για λίμνες.[1] 
ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Παίρνω τον δρόμο της λίμνης. Θυμάμαι τον ποιητή.
Έρχονται οι λίμνες, τον φέρνουν μαζί τους. Φέτος, οι λίμνες τον φέρνουν μαζί τους.
Αφού υπήρξε, υπάρχει τώρα, εδώ και χρόνια, αλλιώς.
Χωρίς ποτέ να είναι αρκετά, είναι όμως ήδη αρκετά.

Αφού διέπλευσε “στο Νομό γενικά /με τις περισσότερες λίμνες της χώρας”.[2]
Κι αφού δίπλα τους, χρόνια, σε όλες δίπλα τους,
τις ονόμασε εκ νέου, μεταποίησε τα νερά τους, στοιχειοθέτησε τον τόπο γύρω τους απ' την αρχή, ως ο πρώτος σε τούτο το όριο της ΔυτικοΜακεδονικής,

η “γλυκιά λίμνη Ζάζαρη[3]

οι “αυτάδελφες Πρέσπες [...] σήμερα που βρέχει λοξή φάλαγγα /και το σινιάκι αχνίζει σαν σκηνοθεσία /στις πλαγιές της Νοτιο-Δυτικής Βαλκανικής— / κι ο άνεμος στριφώνει τη βροχή και στρίβει την ομίχλη[4]

οι Πρέσπες,
“χρόνια [...] στις Πρέσπες, στ' άχραντα χιόνια του /υψόμετρου”,[5]

ώσπου να δύσει ο ήλιος στη μεριά της Ρέσνας /φαρδαίνοντας πάνω στη λίμνη /μια λιμπισμένη ανάφλεξη, πανόραμα[6]

χρόνια “πάνω από τον φλοίσβο του Όστροβου /να υγραίνει θρύλους η γλυκιά ομίχλη”.[7]

Χρόνια με αυτό το αφοπλιστικά ανθρώπινο -σχεδόν ενθουσιαστικό κοίταγμα, μεσαίου ωστόσο μεγέθους:

Δεν είμαστε φανατικοί του ήλιου,
ούτε πωρωμένοι με τις φεγγαρίλες,
έχουμε συναισθήματα της μεσαίας ζώνης:
Αχρίδα-Βιτώλια με την πλάγια ροή του φωτός
αντικριστοί με τη δύση της Ρέσνας
που μαστουρώνει σαν κόκκινη πυρκαγιά,
όπως τη διαφημίζει ο Μόδης —
την απολάμβανα σποραδικά απ' το φιατάκι
στρίβοντας ολόκληρος για Στρούγα.[8]

Σε αυτό το χρόνιο δίπλα τους, είδε τη μνήμη να καιροφυλακτεί στις όχθες, να εισβάλει, να τον αλώνει. Έκανε τότε το υγρό κάψιμο -χωρίς γλυκάνισο- όχημα, αφέθηκε στο πλάι της μαζί του, σύντροφο το έκανε σε αυτή την κατάβαση είτε με συντροφιά είτε και ασυντρόφευτος.
Ακόμα κι ο καπνός απ' το τσιγάρο υποχώρησε μπροστά του.
Τον σκέφτομαι έτσι, τον θυμάμαι. Ακούω τους στίχους ξανά, το κρύο σπάει. Είμαι εδώ και είμαι εκεί, στο δρόμο για το Πόπλι.

Κρύο κι ασκόνιστος, ατάραχος αιθέρας
η παγωνιά καίει το τοπίο,
η άκοφτη ομίχλη πλέει πάνω απ' τα Κορέστια,
στις ξυλιασμένες στοίβες των καυσόξυλων. [...]
βγάλαμε το μπουκάλι που ήταν πάνω-πάνω
και προοριζόταν για το Πόπλι,
και με δυο γουλιές το κρύο έσπασε[9]

Τότε έρχονται. Σπάνε την ομίχλη, την παγωνιά, τότε έρχονται.
Σα να τις καλεί αυτός, ίπτανται κι αυτές, μετέωρες, αναδύονται μες στο σινιάκι.
Έρχονται οι σκιές. Σχεδόν μουρμουρίζεις το ποίημα. Δεν το διαβάζεις. Μια υπόκωφη συγκίνηση σ' αυτά τα ποιήματά του, ανάσα δεν άφησε να τα μιλήσεις.

Μετά το πέμπτο τσίπουρο προς έκτο
κάνεις ένα βούλιαγμα στον περασμένο καιρό,
στη Μπέσφηνα που ρεύει ακατοίκητη
συνεχίζεις με τους ίδιους και το χνώτο σοβαρεύει.
Στο Ρούδαρι σταματάμε για να πούμε το γνωμικό:
«Κανένας δεν κοιτά για δεύτερη φορά τη λίμνη
κι ό,τι ήταν για να γίνει, έγινε, να μείνει, έμεινε».

[...]

Παραμιλούσαμε μια μεταστοιχείωση αισθημάτων
από σκοτωμένους, πεθαμένους
κι από «μεμψιμοιρούντες» της Κατοχής.
Μετεμψυχώναμε τ' αποθαμένα του τόπου,
ξεσκαρτάραν μέσα μας ψυχές, ακούγαμε
τις αφώναχτες φωνές,
θα πληρώναμε στο περίπου, είχαμε πιει,
είχαμε χάσει το μέτρημα, ίσως έβρεχε,
παραχωνόμασταν στο τοπίο.[10]

Έρχονται, επιστρέφουν, μέρα-μεσημέρι, αρκεί, ένα ελάχιστο ρίγος και είναι εκεί, εδώ, ντάλα στο φως — σχεδόν υπογραμμίζοντάς το.
Κι αυτός ο λυγμός δεν ακούστηκε. Πώς το 'κανε και τον αλάφρωσε, τον στράγγιξε εντελώς.

Το φως είναι εδάφους-εδάφους στο Πρεβάλι
με ψιλή επίνευση του αέρα,
ανταύγειες περισσότερο αποσιωπημένες
από τα συστατικά: βωξίτες, τεθλιμμένα οστά
που τα' χουν ξενητέψει με τη βία
και τα παραχώσαν στη Μελβούρνη ή στο Τορόντο,
έρχονται όμως στην λίμνη τους
και περιπολούν στη ντάλα.
Ακριανές, γοερές, φευγάτες
φιγούρες σκοτεινότερες στο φως.[11]

Σκιές ακροπατούν πάνω σε αυτή τη θάλασσα.
Είναι πάντα μια θάλασσα, μια μικρή θάλασσα, είναι ένας καημός, μικρός καημός, δεν προφταίνει, 
το ποίημα είναι ρεαλιστικό κατ' ουσίαν όμως, τον ακούω να λέει:

Είναι μια θάλασσα κι οι Πρέσπες,
χωρίς καημούς για τη στεριά —
η θάλασσα φέρνει χωρισμό
η λίμνη δεν προφταίνει.[12]

Σκιές, πάλι οι σκιές, πάντα οι σκιές, προϋποθέτεις σε αυτές τις θάλασσες αυτές τις σκιές. Αδύνατο να τις δεις αλλιώς. Δεν άφησε περιθώρια να τις δεις μονάχες τους.


ΠΡΕΣΠΕΣ

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ' άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκιούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μακρίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά. τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ' αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο· προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείχανο αχνό στ' αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.[13]

Είναι ο θάνατος. Εγκιβωτισμένος. Πάνω της σεργιανάει. Είναι ο περαματάρης, μονόλυκος — σαν πού αλλού να πάει δηλαδή:

Ο μονόλυκος θάνατος αρπάζει τις ωραίες ψυχές
και πλέει στη λίμνη του πέρατος,
κρατώντας τες ψηλά σαν αθώα περιστέρια.[14]

Είναι όλες. Όμως είναι κυρίως η Αχρίδα. Κι ο θάνατος χρωματίζεται απ' την Αχρίδα. Ακόμα κι αυτός εκεί αλαφρώνει.

“[...] Εμείς θα φύγαμε από τις επαρχίες μας /και θα ζήσαμε ευτυχισμένοι στην Αχρίδα,[15]

“θα διαμένουμε στην ίδια όχθη της Αχρίδας /εκεί που ο ήλιος γέρνει σωστά, στην καλή,
[...] /και θα γιαγείρουμε με τη μαύρη πλάβα, /μαύρο πανί, τη μονόχειρη /μ' ένα κουπί”[16]

Γίνεται το δικό του όριο, ως εκεί που φτάνει το ακριβώς μέσα του. Βορειοδυτικά είναι καλά. Όσο πιο — μέχρι όμως εκεί.

Βορειοδυτικά στον χάρτη,
βόρεια κι εξίσου δυτικά
σε κατοχυρώνει σ' όλες τις κρίσιμες περιστάσεις.
Σκέψου να κατοικούσες νοτιοανατολικά
και να έλιωνες μες στους μουσώνες
σε κάτι στεριές σαν θαλάσσια διάκενα.
Όποιος φεύγει από οπουδήποτε
ταξιδεύει πάντα βορειοδυτικά
(ακόμη κι αν διέμενε στα βορειοδυτικά,
πηγαίνει ακόμα βορειοδυτικότερα,
στην Αχρίδα)
για να μη λιώσει την ψυχή του
νότια κι ανατολικά.[17]

Βλέπω τις λίμνες, τον βλέπω μέσα σ' αυτές.
Επιστρέφει, ενυπνίως, αιφνιδίως, όπως θέλει αυτός. Τόσα χρόνια επιστρέφει. Επισκέπτεται.
Πώς παράπονο να ' χεις.
Είναι όπως το έγραψε, για μια ακόμα φορά, δίνοντας λόγο στα εντελώς απερίγραπτα:

Η μνήμη μου σε έσβησε για να σε ξαναβρεί
στην άχνα που σηκώνει η παγωμένη λίμνη.[18]


Τον βλέπω —εξακολουθώ— να διαπλέει στο οροπέδιο όπου ζω, αφήνοντας νέφη ακατάπαυστου καπνού, να ακούω τους στίχους του, που εκτοξεύονται άθελά του, ίσως γιατί έχουν βυθιστεί εκ πρώτης όψεως στον βυθό τον μέσα κι αναθρώσκουν, ως κορμοράνοι βουτούν, πετάνε, σκάνε, εκρήξεις μικρές, ριγεί η λίμνη, το δάσος ριγά, έρχεται, ήρθε ξανά.

Είμαι ποιητής, ο περιπατών μ' εμένα
δεν θα περπατήσει στη Σκοτία,
μα στην Αχρίδα και τη Μολδαβία,
και θα σεργιανάει μαζί μου στο δάσος
χαϊδεύοντας τις γενικές φυλλωσιές,
ξεπερνώντας τα δέντρα.[19]


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: