«Επιστρατεύοντας» τις αρχαιότητες

Αθήνα 1989 Δίον 1990 Δίον 1990 Δήλος Δελφοί

 

 





Κάθε φωτογραφία, όλες οι φωτογραφίες, από την πρώτη της εποχής της ανακάλυψής της, περνώντας από όλες τις φάσεις της ιστορίας της και διατρέχοντας όλα τα είδη της και όλες τις τεχνικές της, μέχρι την τελευταία, αυτήν που μόλις προ ολίγου τράβηξα με το κινητό μου ως απλή οπτική σημείωση ενός εντύπου υπεύθυνης δήλωσης, κάθε οπτική αποτύπωση διά του μηχανικού μέσου της φωτογραφίας αποτελεί θέσει και δυνάμει ψηφίδα που συμμετέχει στο παγκόσμιο και αέναο κείμενο της αρχαιολογίας.

Κάπου εκεί μέσα, στον άπειρο κόσμο των εικόνων ή καλύτερα στο χάος του κόσμου των άπειρων εικόνων, χωρίς να χάνει την αρχαιολογίζουσα διάστασή της, πλέει συντεταγμένη ή ασύντακτη, και η καλλιτεχνική φωτογραφία. Δηλαδή η φωτογραφία που επιτελείται από καλλιτέχνες ―φωτογράφους ή λιγότερο φωτογράφους― ως διαδικασία και εγχείρημα εμπρόθετου σχολιασμού του Κόσμου, ως συνειδητή παρέμβαση, ως προσωπική δήλωση και αποτέλεσμα της ορμής που υποκινεί αναπόδραστα το δημιουργικό διάβημα.

Ο Κόσμος μας είναι αρχαίος. Κάθε ημέρα του παρόντος και αρχαιότερος. Τα μνημεία, τα αρχαία μνημεία, ακέραια ή ως χαλάσματα, όπως και οποιαδήποτε άλλη κατασκευή οφείλεται στον πολιτισμό, συναποτελούν την πανανθρώπινη πολιτιστική κληρονομιά και, μαζί με το σύνολο της Φύσης, αντικείμενο της "όποιας" φωτογραφίας, επιστημονικής, αρχειακής, καλλιτεχνικής ή άλλης. Τα αρχαιολογικά σύνολα πάσης φύσεως, θρησκείας, ρυθμού, ηλικίας, παλαιότητας και ειδικότερα από τις πρώτες φάσεις της αρχαιολογίας ως επιστήμης (που χονδροειδώς συμπίπτει με την εμφάνιση της φωτογραφίας) όπως και διάσπαρτα μεμονωμένα ευρήματα ανέκαθεν είλκυσαν το ενδιαφέρον των φωτογράφων, όπως επίσης ήδη πριν από την εμφάνιση της φωτογραφίας, άσκησαν την σαγήνη τους σε κορυφαίους και λιγότερο σημαντικούς ζωγράφους. Ο εικαστικός, ζωγραφικός ή φωτογραφικός, σχολιασμός των αρχαιολογικών χώρων συνεισέφερε δραστικά στην κουλτούρα της αισθητικής των ερειπίων κάτι που δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί πριν από την εποχή κατά την οποία η μεσολαβήσασα εγκατάλειψη και οι καταστροφές τους τα είχαν όντως καταστήσει ερείπια. Βεβαίως το περίφημο Grand Tour του 18ου αιώνα είχε το δικό του μερίδιο στην υπόθεση της μνημειολαγνείας. Ταυτόχρονα, και μέσα από την αναδίφηση της Ιστορίας και της διάχυσης της αρχαιολογικής γνώσης, εντάθηκε στο έπακρο η συναίσθηση των συμβολισμών που τα ευρήματα, τα θραύσματα, τα μέλη, τα αγάλματα, τα κτίσματα, οι αρχαιολογικοί χώροι ολόκληροι έφεραν ως πολιτιστικό, πνευματικό και αισθητικό φορτίο όπως βεβαίως, και ως εθνικές αναγωγές και ...καταγωγές.

Η προσέγγιση κάθε φωτογράφου, κάθε καλλιτέχνη γενικότερα, προφανώς είναι συναρτημένη με την οικεία παιδεία, με το βάθος και το εύρος της όπως και του πεδίου ―στην περίπτωσή μας του πεδίου των αρχαιολογικών χώρων― στο οποίο δραστηριοποιείται, της ευαισθησίας που τον κινητοποιεί και των μέσων που επιστρατεύει. Στον βαθμό που αυτό κατά περίπτωση ευσταθεί, με τους στόχους επίσης, που εν τέλει θέτει στο εκάστοτε πρόταγμά του.

Όπως και κάθε άλλο είδος φωτογραφίας, έτσι και η φωτογράφιση αρχαιοτήτων επί μακρόν υπήρξε μονοχρωμική, ασπρόμαυρη. Αυτές ήταν οι τεχνικές δυνατότητες της εποχής από την εφεύρεσή της και για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της. Επέπλευσε η τρέχουσα άποψη πως καλλιτεχνική είναι η ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μεγάλο βαθμό βεβαίως καταχρηστικά ειδικά μάλιστα μετά την ευρεία διάδοση της έγχρωμης, πόσω μάλλον και της ψηφιακής. Η φωτογράφιση αρχαιοτήτων είχε ίσως κάποιους επιπλέον λόγους να επιμένει να ταυτίζεται με την ασπρόμαυρη φωτογραφία μάλλον διότι οι ίδιες οι αρχαιότητες, όπως τουλάχιστον η μακροχρόνια φθορά και η εγκατάλειψη τις είχαν καταντήσει, πρότειναν ήδη "εκ φύσεως" μονόχρωμη την εικόνα τους. Που ούτως ή άλλως αποστολή της ήταν να εκφράσει περισσότερο ογκοπλασίες και υφές από όσο αποχρώσεις και χρωματικές αρμονίες. Οικοδομήθηκε έτσι ένα λεξιλόγιο "ανάγνωσης" της εικόνας αρχαιοτήτων, ενσταλάχτηκε ένας αντανακλαστικός τρόπος πρόσληψης της αρχαιολογικής φωτογραφίας και κατ' επέκταση της καλλιτεχνικής φωτογραφίας αρχαιοτήτων, διαφοροποιούμενος με σαφήνεια από την έγχρωμη αποτύπωση αρχαιολογικών χώρων και μουσειακών εκθεμάτων των τουριστικών οδηγών ή και των επιστημονικών και ιστορικών βιβλίων. Η ασπρόμαυρη "μονοχρωμία" ανήκε "δικαιωματικά" στους "καλλιτέχνες", στους ποιητές. Επωφελούμενη πάντως αντιστικτικά και από την εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης σε πεδία όπως η Arte Povera, η Land Art ή η Minimal Art. Δεν είναι αμέτοχος ας πούμε ο Richard Long με τα δικά του έργα (που προέκυψαν από εντελώς διαφορετικές διαδικασίες και με διαφορετικούς σκοπούς) από την διάπλαση μιας αισθητικής που μας επιτρέπει να προσεγγίζουμε την φωτογραφία αρχαιοτήτων με ένα πνεύμα απαγκιστρωμένο από την αναγωγή στις συμβολικές και μεταφυσικές αξίες των εικονιζόμενων ερειπίων ή μνημείων. Αφέθηκε πάντως γενναιόδωρα χώρος και για όσους έρεπαν προς τις λιγότερο "ποιητικές", πιο αποστειρωμένες έγχρωμες γλώσσες της "νέας αντικειμενικότητας".

Η ζωγραφική απεικόνιση αρχαιοτήτων, η φωτογράφισή τους, εφαρμοσμένη ή καλλιτεχνική, η κινηματογράφησή τους επίσης όπως και η τηλεοπτική και διαδικτυακή διάχυση της αρχαιολογικής γνώσης και πληροφορίας, η ίδια η Αρχαιολογία ως επιστήμη μέσω των μουσείων και του πάσης φύσεως Τύπου, χωρίς να ξεχνούμε βεβαίως την ίδια την Ιστορία, συγκροτούν όλα μαζί ένα πλέγμα παιδείας που διατρέχει την συλλογική συνείδηση και όπου συναρθρώνονται, κοντά στην αισθητική στάθμιση και το κατά περίπτωση πολιτιστικό επίπεδο, έννοιες όπως η εθνική ταυτότητα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι διακλαδώσεις καταγωγής, γιατί όχι εξάλλου και συμπαρομαρτούντα αισθήματα υπερηφάνειας, νοσταλγίας ή και αισχύνης.

Κάποιοι καλλιτέχνες, φωτογράφοι ή μη, είναι επόμενο να "συν-κινούνται" και αυτοί κατ' αντιστοιχία προς την άλφα, την βήτα ή και όλες τις παραμέτρους του ως άνω πλέγματος παιδείας και να αντλούν έμπνευση από την όποια δική τους βίωση σημαντικών ή λιγότερο σημαντικών μνημείων. Είναι αναμενόμενο μνημειακοί ογκόλιθοι όπως ο Παρθενώνας, το Πάνθεον, οι Πυραμίδες, το Stonehenge, η Παναγία των Παρισίων, να κατέχουν θέσεις "βεντέτας" στις προτιμήσεις των καλλιτεχνών, το μέγεθος του ιστορικού και πολιτιστικού τους φορτίου θα ήταν δύσκολο να βρει "ισοδύναμο" στο όποιο εγχείρημα απεικαστικής ερμηνείας ή εικαστικού σχολιασμού της συμβολικής του σημασίας. Διατηρούν στην συνείδηση του κόσμου την εμβληματική εικόνα που ήδη κατείχαν. Και διατηρούν στο έργο των καλλιτεχνών την διάσταση της "αφορμής" όσο και αν η θεματική τους στρατολόγηση μπορεί να διαπνέεται από την φιλοδοξία «να συμβάλει στην ανάδειξη της "πραγματικής" τους αξίας». Συχνά αντίθετα, ενδέχεται να διαφαίνεται διαυγέστερα η πρόθεση των καλλιτεχνών για "μνημειοποίηση" του ίδιου του δικού τους έργου μέσα από "τεχνάσματα" της τέχνης τους, μέσα από μηχανισμούς των καναλιών της αγοράς της σύγχρονης τέχνης και, ακόμη περισσότερο, μέσα από την αξιοποίηση της sine qua non συναρτώμενης "επικοινωνιακότητας" των "επιστρατευμένων" μνημείων.