Αρετή και τόλμη




——————

Το παρόν απόσπασμα προέρχεται από το τελευταίο πεζογράφημα του Δημήτρη Τ. Άναλι, με τίτλο De vertu et d’ audace, που δεν πρόλαβε να δει σε έντυπη έκδοση πριν τον θάνατό του. Ο γαλλικός εκδοτικός οίκος La Différence, με τον οποίο είχε συμφωνήσει την έκδοσή του, έκλεισε λίγο καιρό μετά και το έργο –που συνιστά ένα είδος μυθοπλαστικής βιογραφίας του Ανδρέα Κάλβου κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του– παρέμεινε ανέκδοτο στα κατάλοιπα του Δ.Τ.Α. Η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εγνωσμένου κύρους μεταφράστρια και προσωπική φίλη του Άναλι, μεταφράζει εδώ τις πρώτες δέκα σελίδες του χειρογράφου εν είδει χειρονομίας φιλίας για το αφιέρωμα του Χάρτη στον γαλλόφωνο ποιητή. [Σ.τ. Επιμ.]



ΓΙώργος Σεφέρης: Φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου
ΓΙώργος Σεφέρης: Φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου


Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ
Ωδές

Ας μη χάνουμε ποτέ απ’ τα μάτια μας το διάγραμμα μιας ανθρώπινης ζωής, που δεν αποτελείται, ό,τι κι αν λέμε, από μία οριζόντιο και δύο καθέτους, αλλά μάλλον ακριβέστερα από τρεις ελικοειδείς γραμμές, εκτεινόμενες στο άπειρο, συγκλίνουσες διαρκώς και διαρκώς αποκλίνουσες: αυτό που ο κάθε άνθρωπος νόμισε πως είναι, αυτό που ήθελε να είναι και αυτό που ήταν.
MARGUERITE YOURCENAR
«Τετράδια σημειώσεων για το Αδριανού απομνημονεύματα»



Παναγιώτης Γράββαλος: Φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου (1992)
Παναγιώτης Γράββαλος: Φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου (1992)


Θα προσπαθήσω ν’ αφηγηθώ τα συμβάντα της ζωής μου, όχι πάντοτε με χρονική σειρά ή έστω με τη σειρά της σημασίας τους, αλλά όπως μου έρχονται, χύδην, επειδή, και αν ακόμη επαναλαμβάνομαι, έτσι τα αισθάνομαι. Ιδού μια από τις λίγες ελευθερίες που οι σύγχρονοί μου σπάνια εκμεταλλεύονται και την οποία ενίοτε επιστρατεύουν όσοι, όπως εγώ, επέλεξαν –ή μήπως είναι το πεπρωμένο;– να ζήσουν και ίσως να πεθάνουν σε χώρα άλλη από τη γενέτειρά τους. Γιατί οι τόποι σημαίνουν σχεδόν πάντα περισσότερο από τις ιδέες και τα πιστεύω. Η φωνή τους αντηχεί αλλιώς στ’ αυτιά εκείνου που έρχεται σπρωγμένος από τα γεγονότα και τις μυστικές δυνάμεις που διαφεντεύουν την ύπαρξή μας, απ’ ό,τι στους αυτόχθονες, για τους οποίους το δικαίωμα ιδιοκτησίας του τόπου τους μοιάζει αυτονόητο. Μου έχει συμβεί να γονατίσω μπροστά στον τάφο κάποιου ξεχασμένου από την ιστορία και την κοινωνία συγγραφέα ή καλλιτέχνη, που, οδηγημένος από μια αλυσίδα τυχαίων γεγονότων, είχε ζήσει τα έσχατα χρόνια του βίου του στο συγκεκριμένο μέρος, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι συνέδεε ένα τέτοιο περιβάλλον με την καθημερινή του ζωή. Κατά βάθος, το τέλος ενός ανθρώπου είναι πιο μυστηριώδες από τη γέννησή του, ακόμη και από την πορεία του στη γη. Είχα συχνά σκεφτεί πως γλυκός είναι μόνον ο θάνατος που σε βρίσκει στη γενέθλια χώρα, αλλά έχω εγκαταλείψει χρόνια τώρα αυτή την ιδέα, που οφειλόταν αποκλειστικά στην ενθουσιώδη νιότη μου. Το να ξαναβλέπω τα περασμένα από το βάθος μιας άλλης καινούργιας μήτρας, που θα φιλοξενήσει το τέλος μου, παραμένει ένα από τα πράγματα που κινούν ακόμα το ενδιαφέρον μου. Με θέλγει να ζω άγνωστος μεταξύ αγνώστων, και δεν είμαστε ποτέ εντελώς άγνωστοι στον τόπο μας.

Έχοντας πληροφορηθεί ότι κατοικούσα στο Λουθ, ο σερ Έντουαρντ Γκρέι-Χέντερς ήρθε να μ’ επισκεφθεί. Πήγαινε καιρός που είχαν πάψει να μιλούν για μένα στην περιοχή, και αυτή η συνάντηση, πιο πολύ από αναβίωση του παρελθόντος, ήταν ένα ξύπνημα του παρόντος. Αποκοιμιέται κανείς γρήγορα στη μικρή μας πόλη, όπως εξ άλλου και σε ολόκληρη την Αγγλία, και οι εγχώριοι είχαν σχεδόν ξεχάσει τον γηραιό κύριο από την Ελλάδα, που είχε παντρευτεί τη δεσποινίδα Γουάνταμς και δίδασκε στο παρθεναγωγείο της. Αν εξαιρέσουμε τη μελαμψή μου επιδερμίδα, τίποτα δεν με διαφοροποιεί από τους άλλους κατοίκους που συχνάζουν στο παρεκκλήσι και περιμένουν να στεγαστούν στο παρακείμενο νεκροταφείο. Τις περισσότερες μέρες, δεν παραλείπω τον καθημερινό μου περίπατο, ακόμη και όταν η βροχή ή η ομίχλη σκεπάζει τους δρόμους και τη γύρω ύπαιθρο σαν πυκνή τσόχα. Κι έπειτα, μου κρατούν σχεδόν πάντοτε συντροφιά οι αργές, ξέψυχες ή και σβηστές φλόγες του τζακιού στην τραπεζαρία, όπως και στην κάμαρά μου, ώσπου να με πάρει ο ύπνος, συχνά προς το ξημέρωμα.

Το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να συνηθίσω είναι το νερό της πρωινής μου τουαλέτας, άφθονο, αλλά κρύο. Ο Βάλερι, που βοηθά στο σπίτι, πηγαινοέρχεται πάνω-κάτω με κούτσουρα για να το ζεστάνει. Κατά τα λοιπά, δεν έχω κανένα παράπονο, και οι λίγες αναμνήσεις της Ζακύνθου αρκούν για τα όνειρά μου. Δεν θα επιστρέψω ποτέ στη χώρα όπου γεννήθηκα, μόνο η αγγλική πραγματικότητα μ’ ευχαριστεί, και μ’ αρέσει να κρατώ τις αποστάσεις μου, πολλώ μάλλον που η Ελλάδα βρίσκεται στην άλλη άκρη της Μεσογείου.

Εδώ, ο συντηρητισμός, διαποτισμένος από τυχοδιωκτισμό και τάξη, μου ταιριάζει θαυμάσια. Η Κυριακή είναι η μέρα που προτιμώ, επειδή είναι ίσως η πιο αδιάφορη, η πιο πληκτική μάλιστα της εβδομάδας. Η λιτή τροφή και το τσάι είναι οι μόνες πολυτέλειες που μοιράζομαι με την Καρλόττα Αυγούστα, την τελευταία, σίγουρα, γυναίκα της ζωής μου. Για τον περίπατο, προτιμώ τη φύση μάλλον παρά τον κεντρικό δρόμο, όπου αραδιάζονται κάποια καταστήματα και αδιάκριτα βλέμματα. Μου τυχαίνει μάλιστα να σταματήσω στο «Μαύρο άλογο», δυο μίλια από το σπίτι, και να στηθώ πάνω από ώρα μπροστά στο τζάκι, μ’ ένα μεγάλο ποτήρι μπύρα στο χέρι. Τον πρώτο καιρό, η Καρλόττα Αυγούστα παραξενευόταν με αυτές μου τις στάσεις, αλλά κατέληξε να παραδεχθεί πως τούτη η μικρή παραβίαση της μοναχικότητάς μου είχε γίνει συνήθεια.

Εξ άλλου, τίποτα πιο ξεκούραστο, πιο ευχάριστο μάλιστα, από τη βρετανική πλήξη. Είναι το παρελθόν επανιδωμένο με μάτια συνηθισμένα να παρατηρούν άλλες εικόνες. Κάθε κίνηση σταματά, και η σχεδόν πάντα ναυτική και εμπορική ζωή των κατοίκων που αντιμετώπισε ήλιους νοτίων χωρών, ωκεανούς, που άνοιξε παντού αποικιακά πρακτορεία, ξαναβρίσκει την ακινησία της και μαθαίνει να εκτιμά τα καθημερινά πράγματα: τη χλιαρή μπύρα, τις νοικοκυρεμένες προσόψεις των σπιτιών, τα αντικείμενα της κρεβατοκάμαρας, όπου και καταλήγουν οι μέρες που ανήκουν στον Θεό και τον Βασιλέα… Το παρελθόν είναι ένα βιβλίο που μπορούμε ν’ ανοίξουμε και να ξεφυλλίσουμε κατά βούλησιν. Ξαναζούμε ό,τι συνέβη στη ζωή μας, στο οποίο δεν είχαμε δώσει τότε επαρκή σημασία. Με δυο λόγια, ξαναδιαβάζουμε το παρελθόν μας, γιατί στα νιάτα μας δεν έχουμε τον χρόνο να ισορροπήσουμε μεταξύ ακινησίας και κίνησης, κάτι που μας εμποδίζει να δούμε καθαρά τα πράγματα.

Για κάποιον σαν εμένα, διψασμένο για ευγενή βλέμματα, αρωματισμένα γυναικεία κορμιά, ηρωισμό και κλασικά κείμενα, η πλήξη είναι το τελευταίο πέλαγος που μπορεί κανείς να διαπλεύσει όπως θέλει, πραγματοποιώντας το ύψιστο ταξίδι του, αφού τίποτα δεν τον σταματά και η κοσμική επιτυχία δεν έχει πάνω του καμιά επιρροή. Η κοινωνία, η πολιτική, οι άλλοι, με δυο λόγια, παίζουν έναν ρόλο αναγκαστικά ευεργετικό, αλλά ίσως αδιάφορο, γιατί δεν καταφέρνουν να συγκινήσουν. Δίχως τη σοφία της πλήξης και την τρέλα της περιπέτειας, αυτή η χώρα, που έχει γίνει τόσα χρόνια πια δική μου, δεν θα υπήρχε καν.

Όταν έφθασα εδώ με την Καρλόττα Αυγούστα, είχα μόλις πατήσει τα εξήντα. Είναι μια ηλικία που δεν ευνοεί την προσαρμογή, αλλά ανοίγει μια πόρτα στις επιθυμίες, τα όνειρα και τη δίψα που μας είχαν παλιότερα σημαδέψει. Μάλλον θα είχα ζήσει στο Λουθ σε μια άλλη ζωή, και αυτή η ήρεμη και μάλλον άχαρη πόλη μπόρεσε να με κατακτήσει. Ποτέ πριν δεν την είχα ακουστά, και εκείνη που είχε γίνει γυναίκα μου μου είχε μιλήσει μόνο πολύ αόριστα γι’ αυτή. Προτού φθάσω, ήξερα πως η Καρλόττα Αυγούστα διέθετε ένα μεγάλο σπίτι, διαμορφωμένο εν μέρει για να υποδεχθεί κοπελίτσες της μεσαίας τάξης, έτοιμες να μάθουν αρχαία ελληνικά, λατινικά, θρησκευτικά και καλούς τρόπους, ώστε να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή θέση στην κοινωνία και να βρουν έναν ευπρόσωπο σύζυγο. Μέσα σ’ αυτό τον καρτερικό γυναικείο κόσμο, πέρασα, περνώ ακόμα, ώρες και ώρες, διακριτικός, άτονος. Διδάσκω αρχαία ελληνικά, στοιχειώδη λατινικά και ενίοτε κάποια σπαράγματα ιστορίας. Μόλις μπαίνω στην τάξη, ο αέρας μυρίζει επαρχιώτικη υγρασία κι αυτή την ιδιαίτερη ανωριμότητα των κοριτσιών. Η σχολική πλήξη ήταν η πρώτη που με έπεισε για τη μεγάλη αρετή αυτού του συναισθήματος, που με βοηθά να ζήσω τον χρόνο που μου απομένει, αφήνοντάς με ελεύθερο να ξαναβλέπω και να ξανανιώθω τα περασμένα. Οι καθημερινές χειρονομίες, τα καθημερινά αντικείμενα, μαζί και η γαλήνια, γκρίζα ατμόσφαιρα, συντονίζουν θαυμάσια τις μέρες μου.

Περίπατος σημαίνει επίσης πνευματική άσκηση, σε αφήνει να επιβάλεις και να κρατάς τον ρυθμό σου, εν αρμονία με το τοπίο. Ελεύθερο βάδισμα, ιδού τι θα έπρεπε να είναι ο στόχος κάθε ανθρώπου. Τα καθήκοντά μου ως συζύγου, πολίτη και δασκάλου, μου απαγορεύουν να πραγματοποιήσω αυτό που ονειρεύομαι: να διασχίσω πεζή το βασίλειο, από το Ντέβον ώς τη Σκωτία, με μια ελάχιστη αποσκευή. Αλλά, ακόμη και στην Αγγλία, αρχίζουν να μπαίνουν όρια στην εκκεντρικότητα και αυτό, για την καθημερινή ζωή, είναι κακό σημάδι. Διότι, μετά τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, ο κόσμος άλλαξε, και η ταχύτητα έγινε ένδειξη ευδαιμονίας για τη νέα τάξη, που θέλει να επιβάλλει στην κοινωνία τις κερδοσκοπικές ορέξεις της. Κάθε κίνηση οφείλει να υποταχθεί στο κέρδος, αλλιώς μοιάζει ύποπτη, και οι καλοί άνθρωποι του Λουθ δέχονται εξίσου εύκολα με τους κατοίκους των μεγαλουπόλεων κάθε τι καινούργιο, επειδή είναι δήθεν καλό και ηθικό.

Ευτυχώς, άλλωστε, που οι ντόπιοι δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο πέρα από το σπιτικό τους και την κοινωνική τους ανέλιξη, μέσω γάμου. Συνεπώς, η περιέργεια, που ξεσήκωσε η παρουσία μου μόλις έφτασα εδώ, σιγά-σιγά ξεθύμανε. Έτσι, ακόμη και τα λονδρέζικα ρούχα μου, έστω λίγο φθαρμένα, μα και η φήμη μου του κλασικού λογίου, όχι μόνο δεν εμπόδιζαν, αλλά συνέβαλαν στην εξασφάλιση της καθημερινής μου ηρεμίας. Λίγοι άνθρωποι ασχολούνται μαζί μου, και αυτή η καταδεκτική αδιαφορία τους για τον γηραιό κύριο που είμαι μου ταιριάζει απόλυτα. Έτσι, όταν μπαίνω, ας πούμε, στο «Μαύρο άλογο», ακουμπούν μπροστά μου ένα ποτήρι μπύρα, που την τραβούν από το βαρέλι μόλις με δουν να ξεπροβάλλω στη στροφή μέσα από μια συστάδα βελανιδιές.

Είχα ανακαλύψει αυτό το καπηλειό μόνο και μόνο επειδή βρισκόταν στον δρόμο μου, και επί μήνες ο κάπελας και οι λιγοστοί θαμώνες του με κοιτούσαν καχύποπτα. Είναι αλήθεια ότι δεν ήμουν ιδιαίτερα ομιλητικός, αλλά, με τον καιρό, έγινα αποδεκτός σαν ένα καινούργιο έπιπλο σε μια γωνιά της αίθουσας που το συνηθίζεις. Μου απευθύνουν μάλιστα σχεδόν πάντα τον λόγο – όχι μικρό πράγμα αν σκεφτεί κανείς την ισχύουσα νοοτροπία. Συναντάς εκεί, μεταξύ άλλων, έναν γερο-δικαστή, που καπνίζει μπροστά στην αιωνίως μισοτελειωμένη μπύρα του, κι έναν οξύθυμο κτηματία, ο οποίος τα βάζει ουρλιάζοντας με κάποιον άλλον που δεν συχνάζει στο καπηλειό και που τα οικόπεδά του πρέπει να γειτονεύουν με τα δικά του. Εντέλει, έμαθα ότι κανείς από τους πελάτες δεν είχε ξεμυτίσει από την περίμετρο, δέκα ή δεκαπέντε το πολύ μιλίων, εκτός από τον δικαστή, που δεν παρέλειπε να δηλώνει πως είχε ταξιδέψει δύο φορές στο Λονδίνο, για λόγους που δεν εξηγούσε ποτέ.

Ανεξαρτήτως εποχής, μια μυρωδιά μπύρας και μουσκεμένων ρούχων υποδέχεται τον πελάτη, παρά τη φωτιά που καίει σχεδόν πάντα σ’ ένα τζάκι πολύ μεγάλο για τον χώρο. «Ήταν ένα παμπάλαιο ερείπιο που ξαναχτίστηκε, πάει πολύς καιρός», μου εξήγησε το αφεντικό, ακολουθώντας το βλέμμα μου που περιεργαζόταν την αίθουσα. Βασιλεύει εδώ μια βαθιά ελευθερία που έγκειται, ακριβώς, στο ότι δεν αισθάνεσαι να κρίνεσαι από τους άλλους. Ύστερα από μερικές επισκέψεις και λίγες κουβέντες, όλοι σε συνηθίζουν, ακόμη και αν δεν ανήκεις «στους δικούς τους». Αρκεί να μουρμουρίζεις κάθε φορά ελάχιστες λεξούλες περί ανέμων και υδάτων και να μη μιλάς για πολιτική ή θρησκεία, θέματα που στους περισσότερους λαούς γεννούν αψιμαχίες ή και άσβεστα μίση. Εδώ, ξέρουν να ζουν ερήμην της ομορφιάς ή της αναγκαστικής επιβεβαίωσης των πιστεύω τους. Είμαι ξένος, λόγιος, παντρεμένος με Αγγλίδα, και αυτά αρκούν για να με κατατάξουν και προπαντός για να μ’ αφήσουν στην ησυχία μου. Δυο-τρία σχόλια για τον καιρό, και η γαλήνη μου είναι εξασφαλισμένη. Και μολονότι όλοι ενδιαφέρονται για τις αποικίες, που θρέφουν τη Μεγάλη Βρετανία, κανείς δεν τις συζητά και οι πάντες συμμορφώνονται με τις αποφάσεις της κυβέρνησης ή αρκούνται σε ισχνές κριτικές για ζητήματα δευτερευούσης σημασίας, ρομαντικά ή συναισθηματικά, όπως τον καιρό της ελληνικής Επανάστασης. Αλλά μ’ αρέσουν οι κουβέντες τους, στην πραγματικότητα λίγες κοινότοπες φράσεις για κάποιο αγροτικό προϊόν ή, κάπου-κάπου, για γάμους και θανάτους, ξεκούραστα νηφάλιες. Όχι πως δεν έχουν αίσθηση του μεγαλείου ή τόλμη, αλλά σιχαίνονται να μιλούν γι’ αυτά, πράγμα που τους καθιστά αληθινά αξιόπιστους.

[...]



Οδυσσέας Ελύτης: Φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου (1991)
Οδυσσέας Ελύτης: Φανταστικό πορτρέτο του Κάλβου (1991)
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: