Η γενεαλογία της σιωπής

Η γενεαλογία της σιωπής



Αγαπημένη Χριστίνα,

Σου γράφω γιατί ήθελα να σου μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα από το ημερολόγιο του παππού μου, σα συνέχεια της συζήτησής μας. Το είχε κρατήσει η θεία μου σε ένα συρτάρι όλα αυτά τα χρόνια. Δεν το είχε ανοίξει ποτέ να δει τι έγραφε.

Καλύπτει τους τρεις τελευταίους μήνες του 1935, στην Αλεξάνδρεια – ο παππούς τότε ήταν 27 ετών. Περιγράφει το ειδύλλιο με τη γιαγιά μου που απειλείται από κάποιο απροσδιόριστο παράγοντα ίσως σχετικό με τα τότε ήθη – κανένας από όσους ήξεραν δε ζει πλέον. Επανέρχεται όμως και στην κάποτε σκληρή ανταπόκριση της ίδιας. Ενδιαμέσως, παρεμβάλλονται σκηνές από εκδρομές εξόδους, θέατρα, μπάνια – όμως, ο αγχώδης χαρακτήρας του γράφοντα είναι κι εκεί αισθητός. Είμαι σίγουρος πως θα απολάμβανες τη γλώσσα του και το πληροφοριακό κομμάτι – ελπίζω να το αντιγράψω ολόκληρο κάποια στιγμή.

Κάποιες ενδεικτικές φράσεις:

— Η Σ. ήρχισεν την αδιαφορία της. Προχθές το πρωί, πέρασα από το μπαλκόνι της και εκύτταζε αλλού επίτηδες, το πώς πέρασα τη μέρα δεν το ξεύρει κανείς.

— Η πρώτη φορά που έφυγαν δάκρια από τα μάτια μου δίχως να με ανακουφίσουν.

— Το μεσημέρι τηλεφώνησα και εξηγήθημεν προχείρως.

— Πώς πέρασα τη χθεσινή βραδιά μόνο εγώ το ξέρω. Έχω να κοιμηθώ από την Κυριακή. Το μεσημέρι τηλεφώνησα και μου μίλησε ψυχρά.

— Δίπλα στο γραφείο μου έχω το coupe-papier τη στιγμή που δε μου μένει πια καμία ελπίς αυτό θα μου δώσει το τελειωτικό χτύπημα.

— Αν συνεχίσουμε έτσι θα καταλήξω νευρασθενικός. Θα νόμιζε κανείς ότι είμαι ένα ανδρείκελο. Πόσες φορές σήκωσα το coupe papier για να το βυθίσω στο στήθος μου.

— Όσο για να χωριστώ με τη Μ. μου είναι αδύνατο. Το βράδυ συνηντήθημεν και μείναμε μιλώντας πίσω από την πυροσβεστική. Τέλος χωρίσαμε έχοντας κάποια ελπίδα.

—Σήμερον όλα επήγαν καλά. Το βράδυ πήγαμε όπως κάθε Τρίτη με το αμάξι αλλά γυρίσαμε στις 19:30 ούτως ώστε να μη βάλουν καμιά υποψία στο σπίτι.

—Την Πέμπτη πρόκειται να πάμε σε ένα bal.»

Από τα 70 ως τα 84 του χρόνια που τον έζησα, καθόταν συνέχεια σε μια πολυθρόνα, δίπλα σε ένα τραπεζάκι με ό,τι χρειαζόταν σχολαστικά τακτοποιημένο: μπριγιαντίνη, χτένες, Vix. Αγαπούσε το φαγητό, έπαιζε τάβλι με τη γιαγιά μου κάθε απόγευμα. Ήταν πολύ τυπικός, πράος, ευγενικός. Σίγουρα θα τον συμπαθούσες.

Σαν πατέρας, υπερπροστάτευε τη θεία, και κακόμαθε τον μπαμπά – πράγμα που πλήρωσε μέχρι τέλους. Υπήρχε έντονα το φοβικό στοιχείο στη στάση του και το αντιφοβικό στο μπαμπά μου. Η πορεία του μπαμπά ξαφνικά φαίνεται λιγότερο ανεξήγητη κι αποκομμένη από την υπόλοιπη γενεαλογία.

Η οικογένεια της μαμάς μου, αντίθετα, ήταν ένα τσούρμο ανθρώπων που υπέφεραν και έκαναν τους άλλους να υποφέρουν. Άνθρωποι με εθισμούς, αδύναμοι ή επικίνδυνοι. Μια κατακερματισμένη οικογένεια. Πάντα φοβόμουν ότι από εκεί, έχω κάποια προδιάθεση – ανά διαστήματα η δυσκολία που με καθηλώνει.

Ίσως θα ήθελες να είσαι καθησυχαστική, να συγκινηθείς με το ρομαντισμό του ημερολογίου, όμως μάλλον βλέπεις όπως κι εγώ πως δεν σταματά εκεί το θέμα.

Το χειρότερο ψέμα, είναι το ψέμα της γαλήνης, γράφει η Γιουρσενάρ στο Αλέξης – μια ακόμα ιστορία καταπίεσης. Ο παππούς σε διάστημα τριών μηνών αναφέρει επτά φορές ότι σκέφτεται να αυτοκτονήσει και φαίνεται σε ειλικρινή απελπισία- δυσκολεύομαι πολύ να τακτοποιήσω μέσα μου αυτήν την αποσιωπημένη πτυχή.

Θυμάμαι μια αγγλική σειρά ντοκιμαντέρ που λεγόταν «Οικογενειακά μυστικά»: Ξεκινούσε με επική μουσική και ανήγγειλε την αποκάλυψη μυστικών και σκανδάλων. Περνούσαν στο τρέιλερ πλάνα συγγενών έκπληκτων, θυμωμένων, σκανδαλισμένων.

Κάποια μυστικά, όμως, μοιάζουν πιο πολύ με καθημερινούς διαλόγους όπως λέει σε ένα ποίημα της η Πάτι Σμίθ:

Ρωτούσα τη μαμά μου
Τι έχεις; Κι εκείνη απαντούσε τίποτα στηρίζοντας το σαγόνι με το χέρι της.
Τώρα πια, κατάλαβα αυτά τα τίποτα τι σήμαιναν.

Αυτά τα συσσωρευμένα τίποτα, αυτά σιγά-σιγά πήζουν και γίνονται ένα μωσαϊκό αποσιωπήσεων. Και στη δική μας γενιά, η συσσώρευση μοιάζει τόσο ανυπέρβλητη που να ανακόπτει τη συνέχεια. Η είναι πια τόσο απτή που αποφασίζουμε να ανακόψουμε τη συνέχεια.

Θυμίζει στην παραλία τη γραμμή με τα ξυλαράκια, τα πλαστικά καπάκια, τα φύκια, τη βρώμα τον αφρό που κάνει το όριο μεταξύ θάλασσας και στεριάς σαν ουλή ορατό.

Κάποιοι θέλουν να μάθουν τα πάντα για να καταλάβουν τα πάντα. Αν για παράδειγμα σε μια πλαγιά κρέμασαν κάποιον παππού σου πριν αιώνες ότι αυτό εξηγεί το πρόβλημα του θυροειδούς σου. Είναι μια προσπάθεια ανάκτησης ελέγχου, μια επιθυμία προστατευτικής υπερμνησίας πάνω στην άρνηση ότι η άγνοια δεν τελειώνει ποτέ.

Ο Ιωάννου στο διήγημα «Το σπίτι του Κεμάλ» οραματίζεται να δυναμιτίσει το μανιώδες θάψιμο κάτω από το τσιμέντο του συλλογικού παρελθόντος — είναι ένα παιδί συνείδηση.

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω τι χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος.

Σε ένα άλλο, όμως, αμφιταλαντεύεται κουράζεται και βολεύεται μέσα στην ομίχλη, όπως συμβαίνει σε όλους μας:

Παρακαλούσα να κρατήσει ως το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.

Ξέρει όμως ότι το βόλεμα αυτό δε διαρκεί:

Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Τώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Αυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει.

Ή ο Παπαμάρκος αποκαλύπτει πιο δραματικά, άλλες σιωπές, πιο βαριές, πιο βίαιες που διαισθανόμαστε πόσο είναι επικίνδυνο να λυθούν και πόσο καταστροφικό να μη λυθούν ποτέ:

«Τι έπαθες; Τίποτα. Με κοιτάει και μιλιά. Φοβήθ’κα λέω πάει μου έμεινε σέκος. Του πιάνω το χέρι, το σφίγγω, παγωμένο.»

Τα μπερδεμένα συλλογικά τραύματα που τώρα αρχίζουμε να ψηλαφούμε: οι θύτες, τα θύματα, οι ωραιοποιήσεις και οι απλουστεύσεις κι οι μανιχαϊσμοί καταρρέουν και μας αφήνουν μετέωρους στη μέση μιας θέσης.

Στον Καιάδα του Θεοδωρακόπουλου, η εξουσία συνθλίβει τα θύματα της με την αποκάλυψη του μυστικού. Το κράτος ζήλεψε τη δόξα της δικτατορίας πρόσφατα ξανά, ξεθάβοντας το παλιό όπλο της κοινωνικής εκμηδένισης: τη διαπόμπευση.

Στο τέλος του Καιάδα, παρατίθεται η συνέντευξη του Γκι Ογκενέμ. Εξιστορεί και αναφέρει τη φαρμακερή φράση της μαμάς του: θα καταλήξεις σαν το θείο σου το Νιλ. Κανείς δε ρωτά τι εννοεί μολονότι όλοι γνωρίζουν. Μόνο συσσωρεύεται η ντροπή στο παιδικό σώμα και τους μύες πριν ακόμα καν η ντροπή αυτή αποκτήσει ένα όνομα: αδελφή. Γιατί η ντροπή έχει να κάνει ολοσχερώς με το κακό που είσαι.

Αν επιστρέψουμε, όμως, στη Γιουρσενάρ και στο ψέμα το ειρηνικό, το ψέμα τής γαλήνης, ίσως είναι το πιο αδιέξοδο γιατί δε δίνει το περιθώριο της αντίδρασης: η βία μπορεί κάποτε να εκρήγνυται, η διαπόμπευση κινητοποιεί την αντίσταση, η ντροπή τη διεκδίκηση των εμπειριών που στερεί. Όμως, η ψευδής ειρήνη στομώνει τη ζωή σε μια κοινοτοπία άμεμπτη, στη στέρηση που γίνεται φυσική κατάσταση, στην ανία των τραπεζιών.

Τις προάλλες μου εξήγησες πώς στο ψυχόδραμα μπορούμε να παίξουμε το ρόλο ενός προγόνου μας και κατέληξα πια πώς θα ήθελα παίξω τη νεαρή εκδοχή του ειρηνικού παππού μου που κατακρημνιζόταν εξαιτίας ενός βλέμματος σκληρού και χωρίς ανταπόκριση.

Κι ίσως όλα τα παραπάνω περιέχουν μια δόση φιλολογίας και ανακριβών προβολών, ήδη όμως η απεύθυνση αυτή είναι μια διατάραξη της γαλήνης και αυτό για μένα έχει αξία από μόνο του.

Με αγάπη

Ο φίλος σου Γιάννης

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: