Θανάτου αγωνία στην ποίηση του Μίμη Σουλιώτη

Για την ώρα νικάει αυτός / αλλά θα τον ισοφαρίσω / όταν θα του έχω πεθάνει […] θα είμαι ολόνεκρος σταυροκούμπωτος ή δίπετος, / παστεριωμένος στους στίχους / που για την ώρα αιωρούνται στην ατμόσφαιρα / σαν γύρη από φτερά / τιναγμένα σαν μικρά χαλιά / στην τύχη.

«Ο Χάρος», Παλιές Ηλικίες

Αντί εισαγωγικών

Ο θάνατος, ως η ακραία έκφραση διαχωρισμού και διάκρισης, συνιστά το απευκταίο και αναπότρεπτο εμπειρικό φαινόμενο. Μοναδικό και αναμφισβήτητο, πανανθρώπινο και καθολικό, μα και συνάμα ανερμήνευτο, επιδρά πάνω στον εφήμερο άνθρωπο, τον συγκινεί, τον συγκλονίζει και τον πληγώνει όσο κανένα άλλο γεγονός της ζωής του, από το οποίο όμως καμία ενδοκόσμια δύναμη δεν μπορεί να τον απαλλάξει. Η φθορά του χρόνου και ο θάνατος, μυστήρια άλυτα για την πεπερασμένη ανθρώπινη λογική, αντιμετωπίζονται ως έννοιες, τις περισσότερες φορές μη προσφιλείς, άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Ο άνθρωπος της τέχνης προσπαθεί να αντισταθεί στην καταλυτική και αμετάκλητη επίδρασή τους, να μην καταστεί έρμαιό τους, και μέσα από τη δημιουργική του κατάθεση να αντισταθεί στο χρονικό γίγνεσθαι, να στίξει τον χρόνο, να τον σημαδέψει με τις πράξεις του. Η πρόσληψη της έννοιας και της σημασίας του θανάτου από την πλευρά τόσο της λογοτεχνικής παραγωγής όσο και του αναγνωστικού κοινού διαφέρουν από εποχή σε εποχή και αντανακλούν τις απόψεις, τις προσδοκίες και το γενικότερο ιστορικό, κοινωνικό και πνευματικό κλίμα σε ένα πεδίο όπου διασταυρώνονται η λαϊκή, η λόγια και η θρησκευτική σκέψη και παράδοση. Η ιδέα του θανάτου απαντά σε όλα τα λογοτεχνικά είδη και έχει απασχολήσει τους συγγραφείς όλων των εποχών, από τον Όμηρο και τους Έλληνες τραγικούς, τον Σαίξπηρ, ως τον Γκαρσία Μάρκες, τον Mαν και τους νεότερους συγγραφείς. Εμφανίζεται με πολλές μορφές, όπως ο ηρωικός θάνατος, η θυσία για ένα ανώτερο ιδανικό, το ερωτικό πάθος, η δολοφονία, η αυτοκτονία, ο ξαφνικός επώδυνος αποχωρισμός κ.τ.λ. Από τον 19ο αιώνα και μετά καταγράφεται κατακόρυφη αύξηση της παρουσίας ενός λογοτεχνικού λόγου για τον θάνατο, ενώ στη σύγχρονη εποχή διαφοροποιείται εντυπωσιακά ο τρόπος έκφρασης του συλλογικού φαντασιακού απέναντί του, καθώς το τραγούδι, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, οι ταινίες, τα βιβλία, τα κινούμενα σχέδια, η διαφήμιση, ολόκληρο το περιβάλλον υπενθυμίζουν στο άτομο την περιορισμένη χρονική διάρκεια της ύπαρξής του.

Ο ποιητής και η γενιά του

Η ποιητική γενιά του ’70, με δημιουργική αφετηρία τα τέλη της δεκαετίας του ’60, χαρακτηρίζεται από πολυφωνία αλλά και εκτεταμένη ενσωμάτωση προγενέστερων φωνών (Ζήρας, 2001). Οι εκπρόσωποί της εκφράζονται τις περισσότερες φορές με γλώσσα καθημερινή σε πεζολογικό ύφος και αντιδρούν στην κυριαρχική παρουσία, την υψηλόφωνη ποίηση αλλά και στην ελληνοκεντρική ρητορική της γενιάς του ’30, (κυρίως των Ελύτη, Σεφέρη και Ρίτσου). Αντικομφορμιστές, αρθρώνουν έναν δημόσιο πολιτικό λόγο ανατρεπτικό, εικονοκλαστικό, που στρέφεται ενάντια σε κάθε ορθοδοξία, με βασικό ιδεολογικό και πολιτικό τους στίγμα την άρνηση και την αμφισβήτηση δογμάτων, ιδεολογιών, πολιτικών, θεσμών, θεών και πατρίδων. Διεθνιστές, αρνητές του κατεστημένου, οργίζονται και αντιδρούν στην αλλοτριωτική πραγματικότητα της εποχής τους και νιώθουν πιο οικείο τον ειρωνικό Καβάφη και τον αυτοσαρκαστικό, σατιρικό Καρυωτάκη. Αρκετοί από αυτούς επηρεάζονται από την αμερικανική beat ποίηση (Λ. Πούλιος, Β. Στεριάδης, Ν. Χατζιδάκι, Γ. Χρονάς), ενώ άλλοι διασταυρώνονται με τις φωνές των Ευρωπαίων (Έλιοτ, Πάουντ, Ρεμπώ, Βαλερύ, Μπονφουά, Ουγκαρέτι, Μαγιακόφσκι κ.ά.). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι σημαντικότερες επιρροές τους προέρχονται από την ελληνική ποιητική παράδοση.
Ο Μίμης Σουλιώτης (1949-2012) εντάσσεται οργανικά στη γενιά του ’70, άλλοτε συγκλίνοντας στον «σκληρό» μορφολογικό, αισθητικό και ιδεολογικό πυρήνα της και άλλοτε αποκλίνοντας∙ πάντοτε, όμως, παραμένοντας φυγόκεντρα στην τροχιά της. Η πρώτη του ποιητική συλλογή Σβούρα εκδίδεται το 1972 και έναν χρόνο αργότερα ακολουθεί η συλλογή Ποιήματα εν Παρόδω. Θα χρειαστεί να περάσουν περίπου 20 χρόνια εκδοτικής σιωπής μέχρι την επανεμφάνισή του με τη συλλογή Βαθιά Επιφάνεια το 1992. Η μακρόχρονη αυτή απουσία, τη στιγμή μάλιστα που η ποιητική παραγωγή των υπολοίπων της γενιάς τους είναι σχεδόν πληθωριστική, σε συνδυασμό με την επιλογή του να διαμείνει στη Φλώρινα, μακριά δηλαδή από τα λογοτεχνικά κέντρα της εποχής, ερμηνεύει τους λόγους για τους οποίους πολύ λίγες αναφορές και στοιχεία, που δεν εμβαθύνουν ουσιαστικά στην ποίησή του, βρίσκουμε για το έργο του, τουλάχιστον μέχρι τον θάνατό του, στις διάφορες γραμματολογικές αποτυπώσεις (αφιερώματα λογοτεχνικά, βιβλιοκρισίες, δοκίμια, περιοδικά, συνεντεύξεις κ.τ.λ.). Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διδακτορική διατριβή της Μαρίας Ψάχου για την ποιητική γενιά του ’70 σε κεφάλαιο με τίτλο «Ο Χρόνος και ο Θάνατος» δεν συναντάμε ούτε μία νύξη στο έργο του Σουλιώτη για την έννοια του θανάτου… (Ψάχου, 2011: 504-511) Ο Σουλιώτης εξέδωσε στη συνέχεια τις ποιητικές συλλογές: Αβγά Μάταια (1998), Περί Ποιητικής (1999), Υγρά (2000), Ήλιος στην Σκοτία (2001), Παλιές Ηλικίες (2002), Κύπρον, ιν ντηντ (2011), ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν οι συλλογές Βορειοδυτικά (2013) και Αθήνηθεν (2014).
Η ιδιοτυπία του Σουλιώτη συγκροτείται από την ειρωνεία γύρω από την οποία αναπτύσσεται και περιστρέφεται το ποιητικό του σύμπαν. Η χρήση της ειρωνικής χρήσης της γλώσσας, που δεν συνιστά απλά ένα προεξάρχον στοιχείο του ποιητικού του ύφους αλλά ένα ιδιοσυγκρασιακό γνώρισμα, υπαρξιακή επιλογή και βιοθεωρία, αποθεώνεται. Ο ποιητής επιλέγει την πρόζα (λόγο που ενίοτε αγγίζει τον δοκιμιακού τύπου εκτεταμένο σχολιασμό για διάφορα θέματα κοινωνικού ή και φιλολογικού ενδιαφέροντος – ένα είδος ποιητικής ή ποιητικοφανούς μεταγλώσσας), εμμένει φωτογραφικά στην καθημερινότητα και στα πραγματολογικά στοιχεία, τη μεθοριακή ανθρωπογεωγραφία του και την παρουσία της ιστορίας ως απόηχου και ως πυξίδας ατομικών διαδρομών και πεπρωμένων (είναι χαρακτηριστική η ποιητική πραγμάτευση του Κυπριακού στη συλλογή του Κύπρον, ιν ντηντ). Η συχνή σημειολογική χρήση του ποδοσφαιρικού κόσμου, οι ευρηματικές και ανοίκειες παρομοιώσεις του, και κυρίως η πλατιά, πανθεϊστική γλώσσα και ο δημόσιος, πολλάκις αρθρογραφικός του λόγος (αθυρόστομος και καταγγελτικός στις πρώτες νεανικές του συλλογές, υπαινικτικότερος και ιδιότροπα λυρικός στη συνέχεια που αποτυπώνει την ποιητική ωρίμανση) αποτελούν ειδολογικά στοιχεία της ποίησής του. Η γλώσσα του, αν και δομημένη σε καθημερινά, απλά υλικά, διεγείρεται από παρεμβολές λέξεων λόγιων «χλιδανός, διαπιδύονται, υψιπετής», αρχαίων «φάος, σέσωκέ σε», λαϊκών «αμολάν, μιζάρουν, σιάχνεστε, βλακέντια, απαυτωθούν», σλαβικών «οντέφορμε, λιούμπα, πικτσιορίνες», λατινικών «nox, noctis, tactum, scripta», ιδιωματικών από τη Βόρεια Ελλάδα «σινιάκι» και από την Κύπρο «άσιλα, τζιαί, αφκά, επήεν, αγρίνι», ελληνοποιημένων αγγλικών «ιν ντηντ, άφτερνουν, ινγκλιτέρ, νιου γουέιβ, ουάν πάουντ, θέκκιου», ξένων «try again, strawberry, Schreiben», ακόμα και σωσσυριανών όρων «παρόλ, λανγκ». Επιπλέον, η συχνή συντακτική απειθαρχία ψάλλω ένα κεκραγάρι που μου άφησε ο παππούς αλλά άθεος, η γαμιαία σχέση ανακουφίζει και αναπαυτική, η παρέκκλιση από την καθιερωμένη χρήση των γραμματικών χρόνων για να τις μύριζα καθώς θα ψήνονταν, κι αν παντρεύτηκαν πριν, τους αρέσουν από τώρα, / φαντάσου όταν θα πέθανα, εμείς θα φύγαμε από τις επαρχίες μας, οι παρηχήσεις, οι ομοηχίες και τα ακουστικά παίγνια κατουρούσα ούριος, μέχρι που γίνηκε από Σουηδέζα Σουηδεία, καουμπόινγκ 707, ενδοδημήτρια κύηση, βυθίστηκες και συ μαζί μου αύτανδρη-και φολέγανδρη, Ήλιος, γαμήλιος / κειμήλιος, εμφύλιος, Σ’ έχω δική μου, αρμόδια και αριστογείτονη αναδεικνύουν έναν ευφάνταστο και βαθύ γνώστη των δυνητικά απεριόριστων εκφορών της ποιητικής γλώσσας. 

Οι πολλαπλές και διαρκώς επανερχόμενες αναφορές του Σουλιώτη στον θάνατο μέσα στο σύνολο του έργου του αναδεικνύουν την αγωνία της σωματικής και πνευματικής νέκρωσης σε δομικό στοιχείο της ποίησής του.

Όπως εύστοχα παρατηρεί η Αγγελική Πεχλιβάνη, κάποιες φορές το πέρασμα του Μίμη Σουλιώτη στο ευρηματικό λογοπαίγνιο δεν γίνεται χωρίς απώλειες (Πεχλιβάνη 2014: 22). Πρόκειται για «τις πάνδημες κοινοτοπίες» (Αναγνωστάκη, 1973) στις οποίες εγκλωβίστηκαν πολλοί ποιητές της γενιάς του ’70. Η κατάχρηση του ευφυολογήματος και του ειρωνικού χιούμορ υποπίπτει σε αποστροφές εξωτερικές, χωρίς σημαινόμενο βάθος:
«Τι τη θες την ώρα;» / «Έτσι, τέτοιαν ώρα θέλω να βλέπω την ώρα, / να ξέρω» μου απάντησε / σκουντούφλα με πρησμένα βλέφαρα / από ψύξη και λίγη γρίππη. / «Εννιάμιση, σε ικανοποιεί;» / «Μα, τώρα δεν έλεγε οχτώμιση;» / «Να σας τ’ αφήσουμε εννιά και είκοσι, / περισσότερο σκόντο δεν μπορούμε, Κυρία μου, / τελευταία προσφορά!» («Συζυγικοί διάλογοι», Παλιές Ηλικίες), ενώ άλλοτε η πεζολογική του ειρωνεία και η παρωδιακή του διάθεση εκτρέπονται σε διακειμενικές και φιλολογικές αναγωγές που συσκοτίζουν το ποιητικό νόημα και αποδυναμώνουν την ποιητική ευθυβολία
«Εμένα εκείνο το ενδίδεις, το αφέθηκες κι ενδίδεις του / Καβάφη, / δεν ξέρω, μου αρέσει πολύ, και σπάω το κεφάλι μου να / κατανοήσω / τι καταλαβαίνουν εκείνοι / (κι όχι με το κοντινό αυτοί) / που δεν ενδίδουν, τι φοβερό πράγμα έχουν πάθει / και δεν θέλουν να ενδίδουν». Το είπε ιστορικός / έκδοτος στες ηδονές διά των αιώνων: / αμπελοπούλια σιρ Τζουάν τε Μουντολίφ / από τον Κόννο, τ’ Ατζιεφάλου, την Λαξιά και το Πυρκίν, / και το Παραλίμνιο σαβόρο, φλαούνες χειρόμακτρης στοργής («Κάππα 13», Κύπρον, ιν ντηντ).
Αξίζει ακόμα να σημειώσουμε ότι, ενώ στην ποίηση της γενιάς του ’70 κυριαρχεί το αστικό τοπίο με την πόλη να αναδεικνύεται αδιέξοδη (Σαββίδης, 1973), αποπνικτική και καταπιεστική, όπου ενδημούν και εμποτίζουν θλίψη, ως επί το πλείστον, το ποιητικό υποκείμενο ο καταναλωτισμός, η τεχνολογία, η μοναξιά, η ποίηση του Σουλιώτη (ανδρωμένος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη) έχει σταθερές βορειοδυτικές συντεταγμένες που εστιάζονται στη Φλώρινα. Η περιοχή αυτή της πάλαι ποτέ Βαλκανικής Μακεδονίας αποτελεί τον βασικό χωρικό άξονα της ποίησής του, ένα πεδίο αναφοράς που δεν είναι απλώς γεωγραφικό αλλά βαθύτατα ιστορικό και υπαρξιακό. Ο Σουλιώτης κατέκτησε δικαιωματικά μοναδική θέση στη νεοελληνική ποίηση. Ίσως όχι στην κορυφή, αλλά σίγουρα στη στέρεα περιφέρειά της, στη μήτρα των απανταχού μείζονος σημασίας δημιουργών.

Θανάτου αγωνία

Η έννοια και η αγωνία του θανάτου απασχολεί τον Σουλιώτη όσο ίσως κανέναν άλλο ποιητή της γενιάς του, και μάλιστα ήδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, που την εκδίδει σε ηλικία μόλις 23 ετών. Με λόγο συνειρμικό και άναρχο, σχεδόν ακονισμένο, με μια καταιγιστική, υπερρεαλιστικής καταγωγής, διαδοχή εικόνων και συμβόλων της καθημερινότητας μας πρωτοσυστήνει την αγωνία του θανάτου στην ποίησή του στο δεύτερο και στο τρίτο ποίημα της Σβούρας:
Πεθαίνει ένα σημάδι / σαν τσίκλα που τη στριφογυρνάς / κομματιάζεται και σμίγει / τρελαίνεται στο κεφάλι του πρωινού / που τρύπησε το τζάμι και Στις γωνιές του φερέτρου / τρία γύψινα περιστέρια / τα μούτρα τους κατρακυλούν / κοματιασμένα μες στη βροχή / στο ίδιο μέρος. Και σε ένα επόμενο Τη θάψαν στα μάτια μου / από τότε περπατώ με δυο νεκροφόρες / σας χαιρετώ με μια νεκροφόρα.
Αναφορές στον θάνατο δεν συναντούμε στα Ποιήματα εν Παρόδω, όπου δεν είναι ο Σουλιώτης, αλλά ο Κ. Φ. Φαβάκης, ψευδώνυμο που προκύπτει από τον αναγραμματισμό του ονόματος του Κ. Π. Καβάφη, ο οποίος παρωδεί με σαρκαστική διάθεση τη σοβαροφάνεια της καθημερινότητας. Είναι φανερό ότι ο ποιητής δεν έχει ακόμη μορφοποιήσει και προσωποποιήσει την έννοια του θανάτου, κάτι που θα πραγματοποιηθεί στις συλλογές της ωριμότητάς του.
Στη Βαθειά Επιφάνεια ο ποιητής, στα 42 του πλέον χρόνια, καταθέτει ζητήματα που ανακύπτουν στη σχέση με τον αναγνώστη του –τη θεωρεί μη ζωτικής σημασίας–, τα οποία όμως αποδίδει στην προσωπική του βιολογική γήρανση και διάθεση Τα χρόνια περνούν και δείχνω γριππωμένος / κι ίσως γι’ αυτό μου φαίνονται πιο ανούσια τα αναγνωστικά κοινά («Βαθειά Επιφάνεια», 8). Με σάτιρα και χιούμορ διακωμωδεί ευρηματικά το δραματοποιημένο ύφος της ανθρώπινης φοβίας αν υπήρχε ποιητής κατά βάθος, / θα στένευαν τα μήκη και τα πλάτη / και θα εξαφανιζόντουσαν αύτανδροι και έντρομοι / οι ύποπτοι πόνοι στην ωμοπλάτη («Αν πράγματι υπήρχε», 19). Κι αλλού φιλτραρισμένος από τη σκληρή νομοτέλεια του χρόνου με πικρή αίσθηση της απώλειας της νεότητας, του επερχόμενου γήρατος και της νομοτελειακής κατάληξης ξεκινά ένα λογοπαίγνιο με τη χρήση φράσης του αγαπημένου του Κάτουλλου «Νοξ εστ περπέτουα ούνα ντορμιέντα», καθώς άκουσες. / Η νύχτα είναι περπέτουα και άρα ντορμιέντα, / να την κοιμηθούμε απόψε για πάντα. Η νοξ, η νυξ, η νύχτα / –κάτι ίνοξ, μεξ και ζέροξ που ήξερες– ξέχνα τα («Νοξ, νόκτις», 29). Στη συλλογή αυτή ο ποιητής ειρωνεύεται υπονομευτικά στοιχεία της χριστιανικής παράδοσης και τελετουργίας Πυκνώσαν οι χριστιανικές κηδείες / σαν διαστολές της μήτρας […] Κι η μήτρα γη ανοιγοκλείνει γρηγορότερα / σκεπάζοντας τα ξεφιλισμένα κουβάρια / που διακινδυνεύουν, αφημένα / στα δυο τρεμάμενα σχοινά του νεκροθάφτη («Συχνές πυκνές», 42), καθώς κομβική αποδεικνύεται για την ποιητική του η υιοθέτηση της λογικής της αρχαίας ελληνικής αντίληψης για τη στιγμή του θανάτου και της μετάβασης από τον έναν κόσμο στον άλλο, συνδυασμένης με αυτήν του δημοτικού τραγουδιού «Μαύρε μου, γοργογόνατε κι ανεμοκυκλοπόδη»: / αξίζει τον κόπο / να περάσεις μ’ αυτήν τη φράση αντίπερα,/ αντί γι’ ασημένιο νόμισμα στα χείλη («Μαύρε μου», 43). Ο Σουλιώτης υποδεικνύει πως είναι η φράση, η λέξη, η ποίηση εκείνο που αξίζει να υπηρετηθεί στην εγκόσμια ζωή, αντί όλων των υλικών και εφήμερων απολαύσεων, αλλά και αυτή που τη νοηματοδοτεί θετικά και την καταξιώνει στο αμφισβητούμενο επέκεινα.
Στα Αβγά Μάταια ο ποιητής, στα 48 του χρόνια, αυτοσαρκάζεται πως Κάθεται αργά-αργά, πρεπούμενη / περίληψη των γηρατιών του, στ’ αβγά του. (5, 9). Η αντίληψη ότι γερνάει, αλλά και η αγωνία για τον θάνατο απαντιέται σε πολλά ποιήματα της συλλογής Θείος, παπούς, παρά κάτι, μετάβαση (37, 15), Πριν πεθάνεις να φας άλλο ένα (87, 24), Κομμάτια Χάρου (90, 24). Ωστόσο γίνεται φανερό ότι αυτός ο σαρκασμός έχει αποδέκτη και τον «άλλο», την ακατανόητη αιτία της λήξης της ζωής και του χωρισμού του σώματος από την ψυχή. Για να επιτευχθεί η συγκεκριμένη συνομιλία, με όρους όμως που θέτει το ποιητικό υποκείμενο, επιλέγεται η τεχνική της προσωποποίησης του αδυσώπητου νόμου της φθοράς, πάντοτε με ειρωνικό τρόπο και μέσα από τη θεματική της συλλογής, δηλαδή της «ωδής» στις παράδοξες γαστρονομικές συνταγές των αβγών Τρυπούλες χάρου «αντιύλης» στο αβγολέμονο / Χάρε, του λέω, αβγόκοψη, / τι βόσκεις στο παχνί μου (97, 25). Ο Σουλιώτης μετεωρίζεται ανάμεσα στη λαϊκή θυμοσοφική επιφάνεια και το φιλοσοφικό βάθος, επιχειρώντας «μάταια» να ξορκίσει το «τερατώδες κακό» Φου, φου, η φωτιά. / Χου, χου, ο Χάρος. / Αχαχούχα, ο Χουιζχού (172, 39) και παρακάτω Χάρος ήλθε χαριέντως, / Χάρος> Χαρλεΰστερος> Χαρλεΰστατος, / Χάριν παιδιάς, / Χαίρε Χάρε, Αντίχαρε / Χαίρε Χάρε, Αντίχαρε (173, 39), Κομμάτια Χάρου στο πάτωμα. / Μαύροι ίσκιοι χαρωποί (181, 40). Στα τελευταία ποιήματα της συλλογής οι υπαρξιακοί στοχασμοί υπερτερούν και το παιγνιώδες ύφος υποχωρεί φανερά. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η επιλογή των τελευταίων –τους κρίνω εξαιρετικούς– στίχων της συλλογής Πόσο τάφο μου χωράει ο τάφος σου, / πόσο θάνατο η ζωή μου (182, 41), Πότε δεν θα πεθαίνεις, / έστω για μία στιγμή (185, 41).
Στο Περί Ποιητικής τον Σουλιώτη απασχολεί η εσωτερική διερεύνηση της κριτικής που ασκείται στους ποιητές, αλλά ουσιαστικά και η διαδικασία υπέρβασής της. Η ρητορική επίκληση στον αγαπημένο του θείο για βοήθεια, σχετικά με την ποιητική του παρακαταθήκη, σχολιάζει στην ουσία την αδυναμία του δημιουργού να διασφαλίσει την τύχη, την ιδεατή πρόσληψη και ερμηνεία του έργου του και τον παρουσιάζει ικανό για προσωρινή «ανάσταση», προκειμένου να υπερασπιστεί τη σαφήνεια και καθαρότητα των ποιητικών εγγραφών του Θείο, ο ανεψιός σου βλέπει το αύριο, / βλέπει το αντιμεθαύριο, τα πάντα σκούρα. […] Για τους υπόλοιπους όμως θα ανασηκώνεται, / και θα τους λέει «Κουφοί, μαστουρωμένοι, / τίποτα δεν καταλάβατε […] («β’, Κουράγιο», 9). Ο κρινόμενος δημιουργός επανέρχεται και καταθέτει την αγωνία του για τη μεταθανάτια φήμη και καταχώρισή του στην ποιητική παράδοση της χώρας, καθώς φοβάται πως Όταν πεθάνω κι εντοπίσουν, αριά και πού, τ’ όνομά μου / θα πουν «κι άλλος ένας ακροβολιστής στην επαρχία» / αφού δεν φαντάζονται τι έχω αφήσει στα συρτάρια […] Υπήρξα πολυγράφος και φιλόπονος («ρκθ’», 85). Η ίδια αγωνία εντοπίζεται και σε άλλο ποίημα της συλλογής Όπως το χαίρεται η εφηβική Δανάη / με τα στιχάκια στα κατωσέλιδα […] έτσι να λαλάν και τα καλύτερα δικά μου, / πάρα πολλά χρόνια αφού θα έχω πεθάνει («ρνγ’», 103), αλλά εδώ η εφηβική Δανάη και τα στιχάκια της στα κατωσέλιδα αποδομούν τη λειτουργία των σπουδαιοφανών κριτικών και δικαιώνουν την ανάγκη του δημιουργού να εκφραστεί απλά και καθαρά και, συνεπώς, να αποκωδικοποιηθεί αναλόγως – για τον Σουλιώτη και πάλι μεταθανάτια.
Ο ποιητής με ευφάνταστο τρόπο ειρωνεύεται την αδυναμία του, την οποία, ωστόσο, ομολογεί και αποδέχεται, να αντιτάξει δηλαδή μια διαφορετική στάση στους νόμους της φύσης και τη ζωής Έγραφα γιατί ζω σαν φθαρτός, τι να ’κανα. […] μου αρέσουν οι νόμοι της φύσης / αλλά όχι όλοι πάνω μου («ς’, Ρεμβασμοί Δεκαπενταυγούστου», 12). Πιο πικρόχολα είναι τα σχόλια σε αυτήν τη συλλογή που αφορούν την επίταση της ανθρώπινης φθαρτότητας από τη βορειοδυτική του εντοπιότητα Και γιατί εγώ να γερνάω σιάχνοντας λέξεις αχρησίας / στην επαρχία που κάνει κρύο με χαμηλή ομίχλη («ις’, Φιλολογία», 18) και Η πλάβα του ποιητή θα κίνησε χαράματα / να πάει γιαλό-γιαλό βαθιά γεράματα («κθ’, Rebus adversis», 25). Ζώντας λογοτεχνικά εξόριστος στη γενέθλια Φλώρινα, μικρή πλέον πόλη, σχολιάζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το ζήτημα των ορίων και των μεγεθών της λογοτεχνικής παραγωγής και διάχυσης. Ο Σουλιώτης, όμως, μας καταθέτει εδώ ένα από τα αριστουργήματά του, ενδυναμώνοντας την πεποίθησή μας πως τις στιγμές που η άκρατη ειρωνική χρήση του λόγου για την καθημερινότητα υποχωρεί, ο ποιητής επιτυγχάνει με την τεχνική του ελάχιστου την ποιητική του μέγιστου Σ’ αγαπώ, σε παρακαλώ, μη μου γεράσεις, / θέλω να μη, εσύ γερνάς – / ας γερνάω εγώ για σένα. / Και να, δεν γερνάς […] θα σφιχτώ πάνω σου πάρα πολύ σφιχτά / για να διώξω το γερατιό / και να φέρω ανάμεσα τις εικόνες που θέλω («να’, Παράκληση», 40). Σε επόμενα ποιήματα, όμως, επιστρέφει και πάλι στους γνωστούς του συμβολισμούς και με αφορμή τη σιτεμένη και αφηρημένη υπογραφή του σαν ιδεόγραμμα – χάραγμα στον τάφο ελεεινολογεί τους συναδέλφους του που τη χαράζουν σαν στάμπα, ενώ ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται εγώ ο απέθαντος σε πλήρη εξέλιξη («νς’, Η Υπογραφή», 44). Και παρακάτω το γήρας και η μάχη με τον θάνατο αποδίδεται μετωνυμικά μέσα από τα άσπρα μαλλιά του Ωραία μέρα σήμερα, για γέρασμα! / Τα χρόνια που φορτώθηκαν απέξω μου / τώρα συναντούν τα μέσα μου, / ασπρίσαν τα μαλλιά μου κι όμως / τι μάχη ελπίζω, που όλο χτενίζω («νζ’, “Οκτώβριος!!!”», 45). Όταν, μάλιστα, του αναθέτουν να γράψει κάτι για αθηναϊκό περιοδικό, νιώθει ότι ασκεί καθήκοντα ποιητή, ενώ Οι υπόλοιπες απασχολήσεις της Πέμπτης / είναι, όσο για να ξαναγερνάμε («ριθ’», 80).

Η ιδιοτυπία του Σουλιώτη συγκροτείται από την ειρωνεία γύρω από την οποία αναπτύσσεται και περιστρέφεται το ποιητικό του σύμπαν. Η χρήση της ειρωνικής χρήσης της γλώσσας, που δεν συνιστά απλά ένα προεξάρχον στοιχείο του ποιητικού του ύφους αλλά ένα ιδιοσυγκρασιακό γνώρισμα, υπαρξιακή επιλογή και βιοθεωρία, αποθεώνεται.

Στη συλλογή Υγρά ο Σουλιώτης επιλέγει το υγρό στοιχείο που κυριαρχεί σε κάθε πράξη ζωής για να αντιπαρατεθεί στον θάνατο. Στο «Πεντάστιχο» τον αντιδιαστέλλει με τον έρωτα Ο έρωτας είναι χάρη και αναστολή / κι όποιος αγαπάει δεν το ξέρει / και μη φοβάσαι του συμπολίτες: / μισούν μ’ ένα πάθος που μπορεί / να τους καταστήσει αθάνατους (11), ενώ στα «Άφιλτρα» ο έρωτας αποδεικνύεται η μόνη ανθρώπινη ελπίδα απέναντι στον θάνατο αφού χιονίζει τόσο πολ ύ / δεν μπορεί εγώ να μη γερνάω γρηγορότερα / από τον σκύλο της Σχολής / που έμεινε μόνος, μαύρος στο χιόνι […] Να επιζήσω μέσα της παντοτινά, να της μένει να καπνίζει άφιλτρα (18). Σε ένα από τα λίγα ποιήματα του Σουλιώτη όπου διακρίνονται δύο στροφές η μορφή και ο ρόλος του θανάτου σατιρίζονται ανηλεώς Ο μονόλυκος θάνατος αρπάζει τις ωραίες ψυχές / και πλέει στη λίμνη του πέρατος / κρατώντας τες ψηλά σαν αθώα περιστέρια / Ο θάνατος δεν είναι ήρεμος∙ πασχίζει / «Η δουλειά μου με το δρεπάνι / πρέπει να έχει επιτυχία» σκέφτεται («Dat’s life», 19). Στο «Σκέψεις μακαρονάδας» μπροστά στη θέα μιας κρύας και «ανασούμπαλης» μακαρονάδας φιλοσοφεί Όλοι εμείς οι ζωντανοί / που θα πεθάνουμε στην εκατονταετία / θα εξιλεωθούμε σε ηλεκτρονικά πεδία ρηχά και πεντακάθαρα (21). Στο «Το ίδιο όνειρο» μετουσιώνει σε ποίηση τον θρήνο για τον αγαπημένο του θείο και ταυτόχρονα καταθέτει βασανιστικές σκέψεις για το επέκεινα με τοn μανδύα πάντοτε της ειρωνικής αποτύπωσης απέμεινα χωρίς τον τελευταίο θείο / τέρμα το ανεψιός στη ολόφθαρτη ζωή μου / τις τρέλες του για τη Δευτέρα Παρουσία / δεν θα τις ακούω από τον ίδιο/ θα τις έχω μόνο στη μνήμη (43). Το σύμβολο του γήρατος σε επόμενο ποίημα είναι τα γυαλιά Ο οφθαλμίατρος μου έγραψε γυαλιά / οπότε πρέπει να λέει– / «Ενθάδε κείται. Φορούσε φακούς θυέλλης. Απασχολούνταν με χαρτιά– βιβλία / και δεν πολέμησε στον Μαραθώνα, / αγωνίστηκε όμως στο Χημείο και στο Πολυτεχνείο / στην ηρωική φάση. Δεν νοστάλγησε, / δεν ξαναγύρισε, δεν έφυγε («Γυαλιά», 48). Ένα αξιοπρόσεκτο δίστιχο με ηχοποίητες λέξεις, οι οποίες μοιάζει να προσπαθούν να ξορκίσουν το κακό, συναντούμε στο «Χαλκιδικές ακτές» Η ψυχή σου θα μείνει εδώ μαζί μου / ώσπου να γεράσω, να γίνω στάχτη ,/ να φουρφουρίζω μες στο ανεμοσούρι (52). Έναν άλλο θάνατο, λιγότερο οδυνηρό πάντως, αυτόν της θείας από τον Καναδά που του στέλνει κάρτα, θα μνημονεύσει στο «Εν Φλωρίνη, τη Τορόντω» Είχε προφτάσει να γεννηθεί στα Βιτώλια, / διέμενε στη Φλώρινα, ξεχειμώνιασε στο Τορόντο / κι ώσπου να της γράψω πέθανε (56). Τέλος, στο «Λεμβωδία» ο ποιητής φανερώνει την επιθυμία του να ζήσουν, να γεράσουν και να πεθάνουν μαζί με τη σύζυγό του, χρησιμοποιώντας και πάλι ένα χαρακτηριστικό σύμβολο από βορειοδυτικά, τη μαύρη πλάβα Θα χιονιζόμαστε κι οι δυο από τα χαράματα […] να πάρουμε όρκο με ίδια λόγια, την ίδια στιγμή / ότι δε θα συνεριζόμαστε στο εξής […] τρεις, πέντε, δέκα χειμώνες στοιβαχτούς / και θα γιαγείρουμε με τη μαύρη πλάβα, / μαύρο πανί, τη μονόχειρη / μ’ ένα κουπί (60).
Στη συλλογή Ήλιος στην σκοτία οι αναφορές στον θάνατο ξαφνικά λιγοστεύουν, λες και ο ήλιος κατισχύει του σκότους, και δίνονται με υπαινικτικότερο τρόπο Έχω χάσει το θάρρος μου, θα πιω / όλο συνάχι έχω, όλο παλιώνω (7,11).
Αντίθετα, στη συλλογή Παλιές ηλικίες καταγράφεται ολική επαναφορά του θέματος, κι αν δεν κατονομάζεται η αγωνία της φθοράς και του θανάτου, είναι παρούσα από το πρώτο κιόλας –εξαιρετικό– ποίημα Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν / και δεν το ξέραμε, / στο εξής πρέπει να ευτυχήσουμε στη δυστυχία, / να την κάνουμε να μπάζει από ευτυχία, / να της μοιάζει / σαν η καλύτερή της εφεδρεία («Οι καλές μέρες», 9), αλλά και στο επόμενο Ό,τι είναι να γίνει, να γίνει τώρα / γιατί μετά θα έχω γίνει εβδομηνταπεντάρης / άτονος της τρίτης ηλικίας / από παρατεταμένος της δεύτερης που διανύω∙ / και τότε θα τα γράφω από δεύτερο χέρι / τη μούχλα των γεγονότων υπενθυμιστικά, / τις αναμνήσεις, τα χάδια όλα λιπαρά, / την ψιλή κυριότητα των ετών («Λιπαρά», 10). Φυσικά, ο Σουλιώτης παραμένει είρων, και αυτό τον οπλίζει να διαχειρίζεται καταστάσεις με αβάστακτο πόνο. Γράφει αναφερόμενος σε θάνατο φίλου Ο πρώτος που πέθανε είταν ο φίλος / που δεν μιλούσαμε ιδιωτικά / και το είχε κόψει από καιρό. / «Θα μας πουλούσε, το ήξερα!» έβρισε ο Σάκης […] Μας εγκαταλείπαν κι άλλοι. / Από τότε ο θάνατος ίσχυε ισομοιρία («Ξαφνικά Πράματα», 22). Αριστουργηματικούς χαρακτηρίζω τους στίχους όπου ο έρωτας του δίνει τη δύναμη να υπερνικήσει κάθε του φοβία και να λησμονήσει τις ανθρώπινες αγωνίες του Τις μέρες που σ’ ερωτεύομαι / γίνομαι ο Αυτός που Ποτέ Δεν Πεθαίνει («Τις μέρες που σ’ ερωτεύομαι», 23). Πιο συγκαταβατικός και απευθυνόμενος στη σύζυγό του σημειώνει στο «Η Μεκάση και το Ωροσκόπιο» «Το ωροσκόπιο μού γράφει / Τα βάσανά σας τελειώνουν στις 15 Νοεμβρίου, / θα πεθάνω στις 15 Νοεμβρίου; / απορούσε πικρόχολα η Μεκάση» […] «Δεν θα πεθάνεις, Άσε, / πρώτα να ’ρθουν οι πόνοι και υστερότερα» / της σκέφτηκα / και τη ρούφηξα στο παλιό μάγουλο / σαν ονειροπόλος σε λειβάδι με παπαρούνες / όπου φύσαγε ένα ανεμώνικο αεράκι (33). Με τον γνωστό αυτοσαρκασμό του επανέρχεται στις προσωπικές μεταφυσικές ανησυχίες στο «Όσο περνούν τα χρόνια» Όσο περνούν τα χρόνια περιττεύω […] Σώνονται οι μέρες, οι δυνατότητες, οι δρόμοι / κι αυξαίνω σε ισορροπητική σοφία / αλλά το χάνω σε ευφυΐα. / Πού πάει αυτό που χάνεται, / αν είπε αλήθεια ο Λαβουαζιέ / ποιος ωφελείται (37) και στο «Πιο γέρος» Πιο γέρος απ’ όσο υπολόγιζα∙ / παράγγειλα τα συνηθισμένα / και κάνοντας να κάτσω / έπιασα τη φάτσα μου στον καθρέφτη, / που την είχα δει παλιότερα να τραγουδεί: / είμαι γέρος, είμαι γέρος, / σκάψτε μου το μέρος (41). Το ποίημα που συμπυκνώνει τη βιοθεωρία και τη φιλοσοφία του Σουλιώτη απέναντι στοn θάνατο, απ’ όλα τα υπόλοιπα κάθε συλλογής του, είναι το μοναδικό «Ο Χάρος» Για την ώρα νικάει αυτός, αλλά θα τον ισοφαρίσω / όταν θα του έχω πεθάνει / και κηδεμένος με σακάκι φωτεινό κίτρινο […] και δεν θα μπορεί να με χαλάσει άλλη φορά / γιατί όταν θα έχω σκορπίσει / μετά από την ήττα στα μαρμαρένια αλώνια […] εκείνος δεν θα επιχειρήσει τίποτε / γιατί θα αναιρούσε την ιδιότητά του, / γι’ αυτό θα συμπορευόμαστε παράλληλα / εκείνος τεθλιμμένος Χάρος όλο πλήξη / ενώ εγώ έχοντας ξεμπερδέψει μία και καλή, / θα είμαι ολόνεκρος σταυροκούμπωτος ή δίπετος / παστεριωμένος στους στίχους (43). Όροι ποδοσφαιρικοί, δάνεια από το δημοτικό τραγούδι, αυτοσαρκασμός και η πανταχού παρούσα ειρωνική διάθεση, τα σύνεργα της ποιητικής του Σουλιώτη αποκαθιστούν στο λογοτεχνικό επίπεδο την ήττα της ζωής στον κοσμικό χρόνο και μετουσιώνουν το αναπόδραστο σε προσωπική επιλογή.
Στις δύο συλλογές που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του συναντούμε λιγότερες αναφορές στον φόβο των γηρατειών. Στο Κύπρον, ιν ντηντ, καθώς στρώνει το κρεβάτι του στον ξενώνα που φιλοξενήθηκε στη Μεγαλόνησο, ενθυμείται τις στρατιωτικές του εμπειρίες και συνειδητοποιεί το πέρασμα του χρόνου με όλα τα συνεπακόλουθα κι όπως τα παρατηρούσα αισθανόμουν όχι να γερνάω / μα να έχω γεράσει, ότι εξηκοντίστηκα– αργότερα / που θα έχω ογδονταρίσει, / θα σκέφτομαι για υστερότερα («Στρώνοντας το κρεβάτι μου», 27). Στο «Ανθολογία κυπριακής ποίησης» το ποιητικό υποκείμενο αρνείται να ενταχθεί και να ανθολογηθεί σύμφωνα με τη λογική της παράθεσης ανούσιων χρονολογιών γέννησης, κριτηρίων δηλαδή που, αν θεωρηθούν αποκλειστικά, ακυρώνουν την «ποιητική αθανασία» της ενεργητικής ανάγνωσης και ακρόασης – Θεούλη μου, όταν θα έχω πεθάνει κι εγώ όπως τόσοι, / ας μη ακούγονται τόσο μπόσικα και βαρετά τα δικά μου, όχι όλα τουλάχιστον, κι όχι πληκτικά, / κάμε ν’ ακούγονται σαν εξωποιητικά μα ενδιαφέροντα– / φώτισέ με, Θεούλη μου, κι αν μου μέλλεται να το πάθω / κάλλιο να κόψω το συνήθειο από σήμερα (43).
Στη συλλογή Αθήνηθεν, που κυκλοφορεί το 2014, αλλά, όπως βεβαιώνεται, έχει εκδοθεί με δεκάχρονη καθυστέρηση, ο ποιητής μοιάζει απορροφημένος από τις βόλτες στην Αθήνα. Συναντούμε μία μόνο σχετική αναφορά Μακάρι να πεταρίζεις έτσι από χαϊδόλογα / όπως το έχουμε ζήσει οι δυο μας / κι όταν θα έχεις γίνει γριά με κρατημένη ομορφιά / και με αιφνίδιες στιγμιαίες ομορφιές / να τα αναπολείς από μόνη σου / τότε που θα έχουν τελεσθεί / όλα τα μνημόσυνά μου / με τη φθίνουσα σειρά, / εσύ να με ζήσεις («Χαρούλες», 62).

Αντί συμπερασματικών παρατηρήσεων

Ο Σουλιώτης ως άνθρωπος και ως πανεπιστημιακός δάσκαλος διαθέτει σαφή επίγνωση ότι στον δρόμο της ζωής του συμπορεύεται καθημερινά και ο θάνατος. Η μετουσίωση σε ποιητικό υποκείμενο, πάντως, δεν τον οχυρώνει σε καμία ψευδαίσθηση κειμενικής παντοδυναμίας, καθώς εξακολουθεί να αναμετριέται διαρκώς με έναν οδυνηρό τρόπο με τους φόβους και το ευάλωτο της φθαρτής ύπαρξης. Με σύμβολα απλά, όπως η γρίπη, το συνάχι, η σωματική αδυναμία, ο ποιητής μετεωρίζεται ανάμεσα στη θυμόσοφη λαϊκή αντιμετώπιση του θανάτου και στο φιλοσοφικό βάθος που επιχειρείται μέσω λογιότερων ψαύσεων, αυτοσαρκαστικών και ευφάνταστα ειρωνικών – οι εκφραστικοί μέθοδοι αποδραματοποίησης του λόγου του. Και είναι άλλοτε η λογική της αρχαιοελληνικής αντίληψης και αυτής του δημοτικού τραγουδιού για τη ζωή και την άρση της, και άλλοτε η παραδοξότητα του σύγχρονου κόσμου, εκπεφρασμένη με ποδοσφαιρικούς ή γαστρονομικούς όρους (πόσο επίκαιρη σήμερα που έχουμε κατακλυστεί από τηλεμαγειρικές συνταγές η λεπτή ειρωνεία του στη συλλογή Αβγά Μάταια) την άρνησή του να συμφιλιωθεί μοιρολατρικά με τον θάνατο. Η έννοιά του λειτουργεί για τον Σουλιώτη ως τροφοδότης έμπνευσης για την αξία της ζωής και ακριβώς γι’ αυτό τον προσωποποιεί, για να τον καταστήσει ανήμπορο και να μην του αναγνωρίσει την καταλυτική δύναμη, αυτή που οδήγησε και τον ποιητή κατά στιγμές να ομολογήσει πως δεν μπορεί να αντιτάξει μια διαφορετική στάση στους νόμους της φύσης, να παραδεχτεί πως ο θάνατος παραμένει ένας ακατάβλητος δυνάστης, υπέρτατος και κραταιότερος πάσης σαρκός. Για να τον ισοφαρίσει (λάτρης, άλλωστε, της ομάδας του ημίθεου «Ηρακλή») τον αποδομεί σατιρίζοντάς τον με θάρρος και θράσος περισσό, αφού μέχρι και η τελική μεταξύ τους μάχη –ποίηση / ζωή vs θάνατος– δίνεται μέσω της ειρωνικής εξίσωσης του τελευταίου ως ποδοσφαιρικού αντιπάλου.
Οι πολλαπλές και διαρκώς επανερχόμενες αναφορές του Σουλιώτη στον θάνατο μέσα στο σύνολο του έργου του αναδεικνύουν την αγωνία της σωματικής και πνευματικής νέκρωσης σε δομικό στοιχείο της ποίησής του. Ωστόσο οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό προκύπτει αβίαστα και όχι μέσω μιας εξελικτικής πορείας της παρουσίας του θανάτου στο έργου του, αν και είναι φανερό ότι στις πρώτες του ποιητικές συλλογές ήταν πολύ νέος για να μορφώσει σύμβολα και ευρύτερες αναπαραστάσεις. Ακόμα και η χρονική παράθεση των ποιημάτων του στις συλλογές του προδίδουν μια κάποια αφροντισιά, κάτι που επ’ ουδενί δεν θα ανεχόταν σε οποιοδήποτε άλλο γραπτό του κείμενο. Ο Σουλιώτης απελευθερώνεται και αποφορτίζεται μέσα στα ποιήματα του, απογυμνώνεται και αποκαλύπτεται. Διαδικασία που δεν μπορεί να υπακούσει σε «επιμελώς» ατημέλητες διεργασίες. Γι’ αυτό, άλλωστε, και τον απασχολεί η όποια «ψύχραιμη, αντικειμενική» κριτική, και μέσω αυτής η εσωτερική διερεύνηση του ποιητικού τους σύμπαντος ασκείται, κυρίως μετά θάνατον, στους ποιητές. Η αγωνία του για πιθανές αστοχίες των περισπούδαστων κριτικών, φανερώνουν ακόμα τη γνώση και συνειδητοποίηση ότι η βορειοδυτική (Φλώρινα) επιλογή της μόνιμης κατοικίας του ευνοούν την άγνοια, την αποσιώπηση ή και την παρερμηνεία του έργου του (βιωμένες, βεβαίως, εν ζωή εμπειρίες). Σύμμαχος του ποιητή ο έρωτας, που εγγράφεται με ισόποσες δόσεις ρεαλισμού και λυρισμού και θεματογραφείται ως το εφαλτήριο της ποιητικής πράξης, λες και υπομνηματίζει μέσω άλλων ποιημάτων εκείνα στα οποία η παρουσία και ο φόβος του θανάτου κυριαρχούν. Από τη συγκεκριμένη οπτική εκκινεί μία διαφορετική θεώρηση στο σύντομο της ζωής που μας προσφέρει συνολικά το έργο του Σουλιώτη. Της απαράμιλλης δηλαδή αξιοπρέπειας, αλλά και απόλαυσης της μοναδικότητας της καλλιτεχνικής δημιουργίας που επιτυγχάνουν το ισόπαλο της αναμέτρησης με το αναπόφευκτο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πηγές
Μ. Σουλιώτης, Σβούρα, Θεσσαλονίκη, Τραμ 1972.
K.Φ. Φαβάκης [=Μ. Σουλιώτης], Ποιήματα εν Παρόδω, Θεσσαλονίκη, Τραμ 1974.
Μ. Σουλιώτης, Βαθιά Επιφάνεια, Αθήνα, Κέδρος 1992.
Μ. Σουλιώτης, Αβγά Μάταια, Αθήνα, Ερμής 1998.
Μ. Σουλιώτης, Περί Ποιητικής (1974-1999), Αθήνα, Ερμής 1999.
Μ. Σουλιώτης, Υγρά, Αθήνα, Ερμής 2000.
Μ. Σουλιώτης, Ήλιος στην Σκοτία, Αθήνα, Ερμής 2001.
Μ. Σουλιώτης, Παλιές Ηλικίες, Αθήνα, Ερμής 2002.
Μ. Σουλιώτης, Κύπρον, ιν ντηντ. Περιηγητικές αρπαχτές σε στίχους, Αθήνα, Μεταίχμιο 2011.
Μ. Σουλιώτης, Αθήνηθεν, Αθήνα, Ερμής 2014.

Μελέτες
Ι. Αναγνωστόπουλος, Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση: εσχατολογία της δημοτικής ποίησης, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1984.
Δ. Αλεξίου, Γενιά του ’70, Αθήνα, Όμβρος, 2001.
Ν. Αναγνωστάκη, «Το στοιχείο της σάτιρας και του χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά», περ. Η συνέχεια, τχ. 4, (1973).
Ε. Αρανίτσης, «Αυγόσκονη», Ελευθεροτυπία, 16.7.1999.
P. Aries, Δοκίμια για το θάνατο στη Δύση: από το μεσαίωνα ως τις μέρες μας, Γλάρος 1988.
Ν. Βαγενάς, Η ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία. Αθήνα, Στιγμή 1994.
Ν. Βαγενάς, «Το εκφραστικό αδιέξοδο της ποίησης», Το Βήμα, 26.1.2001.
Β. Βαρίκας, «Η νέα γενιά μπροστά στο σήμερα», Το Βήμα, 29.11.1970.
Α. Ζήρας, Νεότερη Ελληνική Ποίηση 1965-1980, Αθήνα, Γραφή 1979.
Α. Ζήρας, Γενεαλογικά (για την ποίηση και τους ποιητές του ’70), Αθήνα, Ρόπτρον 1989.
J. Ziegler, Οι ζωντανοί κι ο θάνατος: δοκίμιο πάνω στο θάνατο στις καπιταλιστικές χώρες, Αθήνα, Μαλλιάρης- Παιδεία 1982.
Δ. Ιατρόπουλος, «Μια απόπειρα ταξινόμησης. Η ποίηση της αμφισβήτησης και η αμφισβήτηση της ποίησης», Νέα Σύνορα, 12 (Ιούλιος- Αύγουστος 1971).
Δ. Κουκουλομμάτης, Χρόνος και καιρός στη λογοτεχνία, Αθήνα, Έλλην 1997.
Ε. Κρούπη-Κολώνα, Ο έρωτας και ο θάνατος στη λογοτεχνία του Γιώργου Ιωάννου, Αθήνα, Κέδρος 1992.
Δ. Ν. Μαρωνίτης, Μέτρια και μικρά, Αθήνα, Κέδρος 1987.
D. C. Muecke, Ειρωνεία. Η γλώσσα της κριτικής (μτφ. Κ. Πύρζας), Αθήνα, Ερμής 1974.
Κ. Γ. Παπαγεωργίου, Η γενιά του ’70. Ιστορία-ποιητικές διαδρομές, Αθήνα, Κέδρος 1989.
Δ. Παπαδάτου & Μ. Νίλσεν, Το πένθος στη ζωή μας, Αθήνα, Μέριμνα 1998.
Α. Πεχλιβάνη, Ο περιποιητικής Μίμης Σουλιώτης, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, 2014.
Φ. Ι. Πιομπίνος, Σπουδή θανάτου, Αθήνα, Μαΐστρος 2006.
M. Tsvetaeva, Ο ποιητής και ο χρόνος: δοκίμιο για τη νεοτερικότητα, Αθήνα, Καρδαμίτσα 1998.
Μ. Ψάχου, Η ποιητική γενιά του ’70: ιδεολογική και αισθητική διερεύνηση, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2011.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: