Σουλιώτικα ενσταντανέ στην Άνω-Δυτική Μακεδονία

Xφ. του ΜΣ (Αρχείο Δ.Κ.)
Xφ. του ΜΣ (Αρχείο Δ.Κ.)

Λόγια αραιωμένα με περασμένα συναισθήματα.
Αναποδογυρίζω την κλεψύδρα μέτρησης λέξεων δηλ. του χρόνου ως ύλη άμμου («Και ποίος κόκκος ηγείται αυτής;). Έως εδώ λέξεις 31. Μέχρι 1000 στο κυρίως σώμα + 100 λέξεις βίος (ανεόρταστος) έχουμε γράφειν.
Διαβάζω στην πρώτη σελίδα του χειροποίητου τετραδιοβιβλίου ποιηθέν στο αισθαντικόν εργαστήριον βιβλιοδεσίας του αλήστου μνήμης (και μήνυσης) Ευρωβαλκανικού Ασύλου Ποίησης κ.λπ. στην κοινότητα Καλλιθέας άνωθεν της μικρομεγάλης τριεθνούς – τώρα μονοεθνούς λίμνης Πρέσπας.
«Για τον ελλογιμότατον Βασίλη Καραγιάννη εταίρον. Από το εργαστήρι του Ασύλου, Πρέσπες, 17 Μαΐου ’98». Αφιέρωση Μίμη Αλησμόνητου Σουλιώτη, δηλαδή.
Εταίρος ...λέει. Φυσικά διά τούτο κι εκλήθημεν δις υπό του κυρ’ εφέτου ανακριτού Θεσσαλονίκης διά παραβλακοσκάνδαλον (παραυλακιστές αμαρτωλοί το κίνησαν) ανύπαρκτον –τι σημασία έχει, ντόρος να γίνεται τότες και τώρα και πάντα– της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκη ’97. Κι ημείς κάμποσοι νοματέοι απηλλάγημεν της κατηγορίας διά βουλεύματος, ότι παίζαμε στα δεύτερα του σκανδάλου, κι Αυτός κι οι άλλοι της πρώτης ομάδας, στο ακροατήριον πανηγυρικώς (όχι δεν έπαιζε η μπάντα του Δήμου άμα τη ανακοινώσει της αποφάσεως).
Κάπου εκεί δηλαδή όπου πρωθυπουργοί αγράβατνοι κι ενγράβαντοι έφαγαν λάχανο ξινό (σοκρούτ γερμανιστί, αρμιά κοζανιστί) τις Μακεδονίες τους, συνοδευόμενο με την ομώνυμη σαλάτα, και ημείς κάποτε ως ποιητικόν δυτικομακεδονικόν απόσπασμα –Τχης αυτός Λγος εγώ– έτρωγα το λοιπόν γριβάδι, κι αγκάθι έκατσε (πρωθύστερα) στο λαιμό –αναγούλιαζα ώρα– εκεί κοντά στον τόπο Λαιμό.
Το τετραδιόβιβλον αχάραγον πάσης άλλης γραμμής και γραφής στο συρτάρι 21 χρόνους. Μετά τον Νοέμβριον του 2013 είπα θα χαράξω πάνω του μνήμες δικαίου μετ’ εγκωμίων. Τίποτε δεν έκανα...
Πολύ πίσω. Πρωτοετής νομικής ΑΠΘ, ισόγειο της Φιλοσοφικής Μοῦσαις Χάρισι θῦε (του Χ. Χαριτωνίδη) και να το διαβάζω τον πρώτο καιρό «ΟΥΕ», είχε σβηστεί η τελεία στην κοιλιά του Θ. Τώρα ξεφυλλίζω εν αφάτω και αφράτω ηδονή τα Απόρρητά του Χ.Χ. σε φωτοτυπία ως Εύιος Λήναιος. Στο μέγα Αμφιθέατρον ονόματι «Ν. Σαρίπολος» ακούγαμε του Δ. Δελιβάνη τα δυσνόητα οικονομικά και Ν. Πανταζόπουλον γλαφυρά στο Ρωμαϊκόν κι Ελληνικόν δίκαιον. Σε μια προθήκη του διαδρόμου καρφιτσωμένο, είδα ένα Τραμ τχ. 1ο, βαθύ πορτοκαλί εξώφυλλο. Με ονόματα άγνωστα προσώρας που έγιναν με τον καιρό αγαπητά και με το χρόνο αγαπημένα, λ.χ. Δ. Καλοκύρης, Μ. Σουλιώτης κ.ά. Δεν ήξερα ακόμη, μόλις είχα έλθει απ’ το χωριό, δεν το πήρα, από πού άλλωστε; Το ένιωθα όμως ως κάτι τις διαφορετικό.
Αλλά κι αυτό το άλλο πού το πας, το πάμε δηλαδή και το φέρνουμε δηλονότι; Τω καιρώ της βομβαρδίσεως της Σερβίας από τους εταίρους του ΝΑΤΟ και διαλύσεως κρατών, ιδρύσεως δε άλλων κρατιδίων στην ημετέρα Παρέμβαση τχ. 64/ Μάιος 1993 είχαμε τίτλον «Εκδρομή στην «Άνω Κάτω Μακεδονία» κι αναδημοσιεύσαμε ποίημα του Μ. Σ. με τίτλον «Σαρδελών ανάβαση» εκ της συλλογής Βαθιά Επιφάνεια, που ομιλούσε για μία εκδρομή του «στα βορειοδυτικά της επικράτειας του Φιλίππου / χιλιόμετρα από όλες τις θάλασσες αλλά κοντά στο Μοναστήρι» και «...έχωσα τη μύτη μου στις είκοσι έξι τέλειες σαρδέλες / που άστραφταν στο τάπερ της γυναίκας μου (της Ελένης ντε, Μεκάση-Σουλιώτη) και τις μασουλούσα κ.λπ.». Όμως εγώ αυτός, ως μονίμως απρόσεκτος στην σελιδοτακτοποίηση της «Π» παρέλειψα αυτήν την αράδα του ποιήματος· την έφαγα κανονικά όπως αυτός τις σαρδέλες και κυκλοφόρησε το ποίημα κολοβόν. Επί χρόνια (σιγά τα ωά μάταια...) πενθούσα για την αβλεψία. Δεν ξέρω αν το είχε προσέξει, δεν ζει να του το θυμίσω και να του ζητήσω συγχώρεση, είναι και αύριο, 2 Μαρτίου, το Αˊ Ψυχοσάββατον (θα το κάνω έστω ερήμην του στον άγιο Νικόλαο).
Χρόνια πριν. Ξενοδοχείον «Αλέξανδρος», ο Μέγας εννοείται, Φλωρίνης· στο φουαγιέ ο Μάκης Κ. παίζει σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο πιάνο. Μας εκάλεσεν εκεί κι επήγαμαν, και ο Σάκης Κ. μαζί, διά σύμπηξιν πολιτικής, αριστερής κι ορισμένως πολιτισμένης «γιάφκας», μετ’ ανθέων. Ήταν κι ένας μαυριδερός που φορούσε ένα σακί στην πλάτη για σακίδιο. Δεν είχαν ακόμα φορεθεί τα σακίδια της Πρώτης Φοράς. Τον είδα μετά από χρόνια στην κηδεία. Κάτι είπαμε. Τι να πούμε εκείνη τη μέρα την ώρα του βωβού μεγάλου θρήνου. Ως γιάφκα δεν καταφέραμε πολλά δηλ. κανκαντίποτα.
Λίγα χρόνια πριν. Αμ’ και το άλλο. Ποιο; Τις Σκορδοκαΐλειες φάσεις και καταστάσεις στο Λύγκο Φλώρινας. Τις βˊ Παρασκευές της Σαρακοστής. Λόγιον γλέντι, φαγητό με βάση το σκόρδον, συνταγές γαλλικές κανονικές όχι εκείνων των «γάλλων» όπως ονόμαζαν τους δίγλωσσους της περιοχής. Κι αυτός άρχων των συνάξεων και κρασοκατ-ανοίξεων συνοδεία γλυκόλαλων κομπανιών από τις όμορες, μελαγχολικές περιοχές «κυρίες και κατά κάποιον τρόπον κύριοι» που έλεγεν άχρι κορεσμού, ο ευλογημένος κι όλα τα διαλύαμε (τρόπος του λέγειν) κι ο κυρ’ Πάνος Πετεφρής Θεοδωρίδης με το κλαρίνο στ’ αυτί εν εξάψει και γλυκοϋπνώσει, ο δε φωτογράφος Γ. Πούπης, μακαρία η μνήμη του, μεθυσμένος μέχρι τα αυτιά έριχνε χαμαί το σώμα του εκ της οινοβαρίας και στην πτώση του με φώναζε: «Τα μάτια σου στα μάτια κοίτα με» ότι ήθελε να τα φωτογραφήσει, ποιος ξέρει τι του θύμιζαν και μπουμ κάτω· κι ο Σακουλέβας να κατεβαίνει να κατεβαίνει που πήγαινε να χωθεί και σε ποια μεγάλη, υγρή αγκαλιά αφρίζων να διαχυθεί· δεν έμαθα δεν τον ρώτηξα κι αυτόν ακόμα...
Σαν χτες. Φεβρουάριος 2018. Φλώρινα Παιδαγωγική σχολή. Φυσάει άγριος, κακός αέρας. Έρχεται από τα Μαύρα Δάση της Κ. Ευρώπης και διασχίζει Σερβία, Σκόπια, Φλώρινα, Αμύνταιον, Πτολεμαΐδα· στα μέρη μας αποκρούεται από τα Πιέρια των μουσών της βˊ μυθολογικής κατηγορίας και διαλύεται.
– Πάει, θα μου ξεριζώσει την αριζόνα μου στο σπίτι, η οποία έγειρε σαν υπό ναυάγησιν καράβι, συλλογίζομαι...
Εκλήθην ν’ αναπληρώσω τον Τίτο Π. στα «μαθήματα» στο σχολείο ντελικάτων εραστών της δημιουργικής γραφής που εμπνεύστηκε, δημιούργησε, λειτούργησε και λειτουργεί εισέτι παρότι αυτός φευγάτος.
Λίγοι οι μαθητευόμενοι(ες) κι αυτές των τακουνιών να υπερτερούν· μελλοντικοί μάγοι στην τέχνη της γραφής, ωχ... Απέναντι του άλλοτε γραφείου του –στους δαίδαλους χάθηκα της Παιδαγωγικής– μια εικόνα του Δεσποτική, παραπέρα κάτι προτομές του. Τις προσκυνώ. Μας πηγαίνουν στο Βιβλιολογείον, το ναΐδριον δηλαδή στο οποίο τιμάται η μνήμη του. Σκόρπια φύλλα της ζωής του. Τυπωμένες καβαφικές εξάψεις. Τα μηχανήματα της Καλλιθέας κατέβηκαν στα μόνιμα χειμαδιά. Μας σαλαγούν έμπειροι διδάχοι, μπιστικοί της γραφικής τυπογραφικής τέχνης.
Στο νυν. Τι άλλο να πω;
– Αιωνία η μνήμη του, λέω, ένδον κι ό,τι ήθελε προκύψει...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: