Ρίξε μια βόλτα

Κρατάω το ακουστικό σφιχτά, τα χέρια μου τρέμουν. Το στόμα μου ελευθερώνει ψήγματα ήχου, άναρθρες λέξεις, κομμένες προτάσεις ανακατεμένες με την άρρυθμη αναπνοή μου. Μία υγρή υποψία αρχίζει να επιβεβαιώνεται, διασχίζει, καίει το πρόσωπό μου. Πρωί Κυριακής ― του Σωτήρος. Ο δικός μου Σωτήρης στο δωμάτιο 108 της εντατικής, στον τρίτο όροφο του Λαϊκού.

«Λυπάμαι, κύριε Ιωάννου», η φωνή του χειρουργού ακούγεται ψυχρή. Μέσα από το γκρι καλώδιο του τηλεφώνου με διαπερνάει το ρυθμικό χτύπημα του δείκτη στην επιφάνεια του γραφείου, το θρόισμα των χαρτιών, το σύρσιμο του στυλό καθώς υπογράφει, «η κατάσταση του είναι μη αναστρέψιμη».

*

Η πέτρινη πλατεία βαραίνει από τον κόσμο, η μουσική έχει ξεκινήσει για τα καλά, το πανηγύρι του χωριού, η γιορτή του πατέρα. Η πιτσιρικαρία τρέχει πάνω κάτω ―πρώτος και καλύτερος εγώ― με πλαστικά πιστόλια και σβούρες, αγορασμένα από τους πάγκους των μικροπωλητών, τρώει μαλλί της γριάς και καραμελωμένα μήλα. Η στιγμή που περιμένω με λαχτάρα κάθε χρόνο τέτοια μέρα, φτάνει. «Έλα, Σωτήρη, σήκω, ρίξε μια βόλτα», ο πρόεδρος όλο καμάρι φωνάζει, εγώ φουσκώνω σαν παγόνι, χαζεύω τον πατέρα, ευθυτενή, αρχοντάνθρωπο, κιμπάρη, να σέρνει τον χορό.

*

«Η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη», σβουρίζει στο μυαλό η πρόταση ― πέντε καταραμένες λέξεις. Αύγουστος και εγώ βαδίζω στην ομίχλη. Μεσημέρι και εγώ βυθίζομαι στο σκοτάδι. Γαλανός ουρανός και εγώ παλεύω με τα άγρια κύματα χωρίς πυξίδα. Η καμπάνα της γειτονικής εκκλησίας που χτυπάει με κάνει να ανατριχιάσω.

Τρεις μήνες πέρασαν και εγώ ακόμα πηγαινοέρχομαι Καλλιθέα-Αμπελόκηποι δύο φορές την ημέρα. Στον όροφο είναι γνωστός σαν «ο Σωτήρης ο πλακατζής». Στην αρχή πείραζε τις νοσοκόμες, έλεγε ανέκδοτα, σιγοντάριζε το μικρό τρανζιστοράκι που ποτέ δεν αποχωριζόταν. «Ο μοναχογιός μου, ο δάσκαλος, μόνος μου τον μεγάλωσα», ανακοίνωνε περήφανα σε κάθε μου επίσκεψη, «δεν έχω την κυρά μου, αλλά ας έχει ο Θεός καλά το παλικάρι μου».

Ανάβω τσιγάρο, η μνήμη προβάλει εικόνες μέσα από δαχτυλίδια καπνού. Σκυμμένος πάνω από το ποδήλατο μού φουσκώνει τα λάστιχα, παραδομένος στη χαρά με πετάει ψηλά μετά από το πρώτο μου μετάλλιο στο κολύμπι, κομπρέσες στο μέτωπο τις νύχτες του πυρετού μου, καφέδες και παρέα τις ατελείωτες μέρες των εξετάσεων, κολλαρισμένα πουκάμισα, γυαλισμένα παπούτσια την πρώτη σχολική μέρα, δάκρυα συγκίνησης στο βλέμμα του στην απονομή του πτυχίου μου. Τον λατρεύω· μη αναστρέψιμη κατάσταση.

*

Η συσκευή οξυγόνου σφυρίζει ρυθμικά. Αγγίζω το χέρι του, χαϊδεύω το ροζιασμένο δέρμα, κρύβω την παλάμη του μέσα στην δική μου. Τι φοβάται, τι ελπίζει, τι ονειρεύεται άραγε πίσω από τα κλειστά ματόκλαδα, κάτω από το χλομή μάσκα της απόλυτης ακινησίας που τον περιβάλλει εδώ και εβδομάδες; Πάντα έπαιρνε τις σωστές αποφάσεις, ειλικρινής, δίκαιος, μου έμαθε να είμαι αληθινός, να πατάω γερά στα πόδια μου. Ήξερε άραγε τότε πως με προετοίμαζε για τη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής μου;

Αναπνέω βαθιά, η ατμόσφαιρα παγωμένη, ριγώ. Ο κόμπος στον λαιμό μεγαλώνει, νομίζω πως πάει να με πνίξει. Ο ιδρώτας μουσκεύει τη ραχοκοκαλιά μου, ένα ταμπούρλο μαίνεται στο στήθος. Θέλω να τρέξω, να κρυφτώ σε πατρικές αγκαλιές. Κλείνω τα μάτια. Μυρίζω την κολόνια του, ακούω το γέλιο του.

Η πόρτα του δωματίου ανοίγει απαλά. Ένα λευκό σύννεφο με τυλίγει, πλαστικά δάχτυλα με ακουμπούν στον ώμο. «Είμαστε έτοιμοι όποτε εσείς θελήσετε». Μισώ τον εαυτό μου, μισώ το δωμάτιο, το κρεβάτι, τα μηχανήματα, τη μυρωδιά του αντισηπτικού, τον αποστειρωμένο ήχο της σιωπής, τον αντίλαλο των σκέψεών μου.

Πλησιάζω το προσκέφαλο του, σκύβω το κεφάλι. Με τις άκρες των χειλιών αναζητώ τη ζεστασιά στο μέτωπό του. Ισιώνω τα μαλλιά του, πιάνω το χέρι του, γέρνω και ξαπλώνω πλάι του. Με μία ματιά συγκατάβασης δίνω το σύνθημα. Μετράω λεπτά μέχρι που τα μηχανήματα σωπαίνουν.

«Έλα, Σωτήρη, σήκω, ρίξε μια βόλτα», το ψιθύρισμά μου ίσα που ακούγεται, νομίζω πως τον βλέπω να χαμογελάει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: