Το καλοκαίρι του 1982, αφού είχε περάσει η μεταβατική περίοδος της μετά τον Μάνο Χατζιδάκι ιστορικής εποχής για το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, τη διεύθυνσή του ανέλαβε ο Κυριάκος Σφέτσας. Ήταν μέλος της εκ Παρισίων τρόικας, η οποία είχε επαναπατρισθεί, στα μέσα της δεκαετίας 1970-1980, για να ενισχύσει το Τρίτο Πρόγραμμα του Χατζιδάκι. Τα άλλα δύο μέλη της ήταν η Ελένη Καραΐνδρου και ο Γιώργος Κουρουπός. Ο Κυριάκος είχε υπάρξει αρχικά παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος και μετέπειτα Διευθυντής στα μουσικά τμήματα του Β΄ και του Α΄ Προγράμματος. Διέθετε επομένως ικανή εμπειρία ραδιοφώνου. Καθώς ήθελε να αναμορφώσει το πρόγραμμα που ανέλαβε και να το διαφοροποιήσει από αυτό που είχε τη σφραγίδα του Χατζιδάκι άρχισε να καλεί κάποιους που θεωρούσε κατάλληλους να στελεχώσουν το πρόγραμμά του. Ένας εξ αυτών ήταν ο Νότης Μαυρουδής. Του πρότεινε να αναλάβει τον σχεδιασμό και την παρουσίαση εκπομπής εστιασμένης στο Ελληνικό Τραγούδι. Η συνάντησή τους, που έγινε τον Σεπτέμβρη του 1982, υπήρξε καρποφόρα. Στη συνάντησή τους αυτή ο Νότης του δώρισε τα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού Tar που είχαν κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά. Τα ξεφύλλισε ο Κυριάκος και ζήτησε από τον Νότη να του προτείνει κάποιους από τους συνεργάτες του περιοδικού, άφθαρτους ραδιοφωνικά, για να ενταχθούν στο νέο πρόγραμμα που ετοίμαζε. Ένας από αυτούς που πρότεινε ο Νότης ήταν η αφεντιά μου. Έριξε μια ματιά στα κείμενά μου ο Κυριάκος και είπε στον Νότη «Αυτόν τον θέλω!». Μου τηλεφώνησε ο Νότης και με ενημέρωσε για την επιθυμία του Κυριάκου. Ήμουν αρνητικός. Επικαλέστηκα φόρτο εργασίας. Επενέβη η Βάσω, η γυναίκα του Νότη, που παρακολουθούσε την τηλεφωνική συνομιλία μας και λίγο πολύ με κατηγόρησε για ... εγωισμό. «Όλα αυτά που έχεις, δίσκους, βιβλία και γνώσεις γιατί θέλεις να τα κρατάς για τον εαυτό σου;». Επέμενα στην άρνησή μου. Η Βάσω παρενέβη ξανά διπλωματικά. «Ο Κυριάκος ζήτησε να σε γνωρίσει. Δεν είναι κάποιος τυχαίος. Είναι σημαντικός συνθέτης. Πήγαινε να τον δεις τουλάχιστον· μην τον προσβάλεις. Στα κάτω κάτω δεν είσαι υποχρεωμένος να αναλάβεις εκπομπή!». Ομολόγησα ότι γνώριζα κάποια ενδιαφέροντα δείγματα της γραφής του και κυρίως το ηχογράφημά του Χωρίς σύνορα, το οποίο με είχε γοητεύσει από το πρώτο άκουσμα. Επομένως ―γιατί όχι― να τον γνωρίσω, δηλαδή.
Τηλεφώνησα στο γραφείο του στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Πρασκευής. Ζήτησε συνάντηση εσπευσμένα. Απομεσήμερο ήταν όταν πέρασα για πρώτη φορά την πύλη του Ραδιομεγάρου. Πήγα κατ’ ευθείαν στο γραφείο του στον 1ο
όροφο αριστερά. Με περίμενε με συντροφιά. Αφού χαιρετηθήκαμε μου σύστησε τον Ευθύμιο Καβαλιεράτο, που ήταν τότε αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας. «Άκη να με λες» μου ζήτησε αυτός. Η ... διερευνητική συζήτηση με τον Κυριάκο άρχισε σε χαμηλούς τόνους. Με εντυπωσίασε η ηρεμία του. Μου είπε ότι είχε διαβάσει τα κείμενά μου στο Tar· του άρεσαν και κάτι τέτοιο, μια εκπομπή με παγκόσμια παραδοσιακή και λαϊκή μουσική, δηλαδή, θα ήθελε για το πρόγραμμα που σχεδίαζε. «Κλασικούς έχουμε πολλούς· αυτά μας λείπουν» δήλωσε. Αντιλήφθηκε τους δισταγμούς μου· δεν επέμεινε όμως, δεν προσπάθησε να με πείσει ότι λάθευα. Τότε επενέβη ο Άκης, ο οποίος μέχρι τότε άκουγε σιωπηλός. Με δυνατή φωνή, την μονίμως εξωστρεφή διάθεσή του, με το κερκυραϊκό χιούμορ του άρχισε, θυμάμαι, να μου τα ... ψέλνει· λες και ήταν δασκαλεμένος από τη Βάσω! Αυτός ήταν μάλλον που με έπεισε. Ίσως γι αυτό να του ζήτησε ο Κυριάκος να είναι παρών στη συνάντησή μας· ποτέ δεν το έμαθα. Πήγα λοιπόν στο Ραδιομέγαρο για να αρνηθώ μια πρόταση για εκπομπή και έφυγα με εκπομπή! Έτσι γεννήθηκε μια φιλία ―δύο με εκείνη με τον Άκη―, έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου ραδιοακρόαμα, έτσι έλαβα το χρίσμα του ραδιοεπιτηδευματία.
Σύντομα βρήκα τίτλο για την εκπομπή: Στους ήχους των λαών, την ονόμασα. Άρεσε στον Κυριάκο. Στις επικοινωνίες μας για την προετοιμασία της τον ρώτησα αν έπρεπε να ηχογραφήσω ένα δείγμα εκπομπής, τον περίφημο «πιλότο», όπως έμαθα ότι συνηθιζόταν τότε. Με διαβεβαίωσε ότι τόσο τα κείμενά μου που είχε διαβάσει, όσο και οι συνομιλίες μας τον έπειθαν ότι θα έκανα μια καλή και σωστή εκπομπή· επομένως «πιλότος» δεν χρειαζόταν. Δευτέρα απόγευμα, στις έξι, με την αρχή της νέας χρονιάς, άρχισε να μεταδίδεται η εκπομπή μου, που ήταν εβδομαδιαία.
Συνοδοιπορήσαμε με τον Κυριάκο μέχρι τον Ιανουάριο του 1994 οπότε έπαψε να είναι Διευθυντής του Τρίτου. Ποτέ δεν ένοιωσα ότι η σχέση μου μαζί του ήταν σχέση προϊστάμενου και υφιστάμενου. Ήταν μια σχέση αγαστής συνεργασίας και φιλίας.
Από την πρώτη στιγμή εκτίμησα τη γενικότερη μόρφωσή του· οι γνώσεις του εκτείνονταν και σε άλλες τέχνες όπως η λογοτεχνία, η ποίηση ειδικά, και ο κινηματογράφος. Εκτίμησα όμως ιδιαίτερα και την ευαισθησία του για τη γλώσσα και την εξ αυτής ακριβολογία. Και δεν οφειλόταν σίγουρα αυτό στο γεγονός ότι άμεσος προϊστάμενός του στην Ελληνική Ραδιοφωνία ήταν ένας άλλος ταγμένος στην υπηρεσία της γλώσσας. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης που ήταν εκείνα τα χρόνια (1981-1987) Γενικός Διευθυντής Ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Ο Κυριάκος άκουγε προσεκτικά τις εκπομπές του προγράμματος, του οποίου είχε την ευθύνη, και επεσήμαινε στους παραγωγούς, ευγενικά πάντοτε και ήρεμα, γλωσσικά σφάλματα τα οποία ήταν πιθανόν να επαναληφθούν. Παραδειγματίζω εξ ιδίων. Αυτός ήταν που με δίδαξε ότι το ορθό είναι «στο πλαίσιο» και όχι «στα πλαίσια», μια και η αναφορά γινόταν σε κάτι συγκεκριμένο και όχι σε κάτι αόριστο. Με διόρθωσε μία φορά· δεν χρειάστηκε δεύτερη.
Έντεκα χρόνια σε παράλληλες τροχιές. Γνώρισα καλά τον Κυριάκο τον μουσικό, γνώρισα καλά τον Κυριάκο τον άνθρωπο. Η εκδημία του ήταν αφορμή να θυμηθώ αρκετά επεισόδια της κοινής διαδρομής. Δυο-τρία διαλέγω για να χρωματίσω τη θύμησή του.
Θα πρέπει να είχε περάσει ενάμισης χρόνος από την έναρξη του υπό τον Κυριάκο νέου προγράμματος του Τρίτου. Σε μια συνάντηση που είχα μαζί του τού γνωστοποίησα την επιθυμία μου: «Ωραία η εκπομπή που κάνω, όμως δεν αξιοποιώ παρά ένα μόνο μέρος της δισκοθήκης και των γνώσεών μου. Όταν αποφασίσεις να ανανεώσεις το πρόγραμμα θα ήθελα να προτείνω κάτι το διαφορετικό». «Δηλαδή;» η εύλογη ερώτησή του. «Να μωρέ Κυριάκο, θέλω να κάνω μια εκπομπή στην οποία να συνυπάρχει ο Τσιτσάνης με τον Μπαχ». «Θα μας κράξουνε... Στο Τρίτο Πρόγραμμα τέτοιο πράγμα...», η άμεση αντίδρασή του. Επιμένω ξαναλέγοντάς του ότι έχω δισκοθήκη, καθώς και γνώσεις, που καλύπτουν όλο το φάσμα της μουσικής χωρίς ωστόσο να τον πείσω. «Ούτε να το σκέφτεσαι» αποκρίνεται. Περάσανε κάποια χρόνια και έφτασε το ιστορικό για την ελληνική ραδιοφωνία 1987, οπότε καταλύθηκε το μονοπώλιο της κρατικής ραδιοφωνίας και άρχισαν να εμφανίζονται νέοι μη κρατικοί ραδιοσταθμοί. Πρώτος ο Αθήνα 9.84 και ακολούθως σαν μανιτάρια οι άλλοι. Μετά από λίγο καιρό δόθηκε εντολή από τη Διεύθυνση της ΕΡΤ να γίνουν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί περισσότερο ανταγωνιστικοί και επικοινωνιακοί, αλλά και να μην είναι αυστηρά προσηλωμένοι στα παλιά πρότυπα.
Μια μέρα του 1988 που ηχογραφούσα εκπομπές στο Τρίτο πέρασε από το ραδιοθάλαμο ο Κυριάκος και μου είπε: «Γιώργο, όταν τελειώσεις την ηχογράφηση έλα σε παρακαλώ από το γραφείο μου. Θέλω να συζητήσουμε κάτι». Όταν τέλειωσα πήγα εκεί και ο Κυριάκος μου λέει: «Θυμάσαι που μου είχες προτείνει μια εκπομπή στην οποία θα συνυπάρχει ο Τσιτσάνης με τον Μπαχ;». «Εγώ;» του λέω με στόμφο υπομειδιώντας. «Από το Τρίτο τέτοια εκπομπή; Θα μας κράξουνε!». Χαμογέλασε και ο Κυριάκος και η εκπομπή έγινε βεβαίως. Ήταν πιστεύω ο καλύτερος κύκλος εκπομπών που έχω κάνει στο ελληνικό ραδιόφωνο. Την ονόμασα Η Μουσική είναι γένους ... Λαϊκού. Σκοπός ήταν να αποδείξω ότι υπάρχει σε όλο το φάσμα της μουσικής άμεση ή έμμεση σχέση ανάμεσα στο λαϊκό και το λόγιο. Άρεσε πολύ και στον Κυριάκο.