«Η ορχήστρα του αδελφού μου» είναι μια ταινία που δεν φιλοδοξεί διακρίσεις, ατάκες και φανφάρες έστω κι αν τις τελευταίες τις ενσωματώνει περίφημα. Δίνει την αίσθηση ενός σινεμά ταπεινού μα γενναιόδωρου, με ένα σενάριο που σε εκπλήσσει σε κάθε γωνία της διήγησης και ένα τέμπο απολαυστικό. Ο Thibaut (Benjamin Lavernhe), διεθνώς αναγνωρισμένος μαέστρος κλασικής μουσικής, μαθαίνει ότι έχει λευχαιμία. H αδελφή του δεν είναι συμβατή για να του δωρίσει μυελό, και μαθαίνει επιπλέον ότι δεν είναι καν η βιολογική του αδελφή. Ψάχνοντας να βρει δότη, ανακαλύπτει ότι έχει έναν αδελφό (Pierre Lottin) σε μια μικρή πόλη στη Βόρεια Γαλλία, τον οποίο θα προσπαθήσει να συναντήσει. Στο «En fanfare», (ο γαλλικός τίτλος) κανείς δεν έχει δίκαιο ή άδικο και οι κάθε είδους διδακτισμοί αποφεύγονται επιμελώς. Όλοι κουβαλούν με τιμή και αξιοπρέπεια τα βάσανά τους, τις «μικρές» και «μεγάλες» τους ζωές, τα διλήμματα αλλά και τις ελλείψεις που προκύπτουν από τα τυχαία σταυροδρόμια της ζωής.
Ο Benjamin Lavernhe και ο Pierre Lottin, δύο ηθοποιοί με ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό εύρος, αποκαλύπτουν εδώ μια πολύ ωραία χημεία μεταξύ τους. Ο Lavernhe, στο ρόλο ενός καλοαναθρεμμένου μπουρζουά με μια πετυχημένη καριέρα ξετυλίγει την κωμική του στόφα, όταν για παράδειγμα προσπαθεί να συμμαζέψει τις αντιδράσεις του ακούγοντας τα φάλτσα της φιλαρμονικής στην οποία συμμετέχει ο αδελφός του και να παραμείνει κομψός για να μην πληγώσει κανένα, είναι στις εκφράσεις του που συγκεντρώνεται η έννοια του κωμικού, αυτή η απόσταση μεταξύ του κοινωνικά αποδεκτού και του εσωτερικά επιθυμητού που μόνο ένας ικανός κωμικός μπορεί να γεφυρώσει. Αυτός που κλέβει την παράσταση ωστόσο είναι ο Pierre Lottin· στη σκηνή οπού ο αδελφός του φθάνει στις πρόβες για να τον ευχαριστήσει που του έσωσε τη ζωή, ο διάλογος δεν αποκαλύπτει τίποτα σχεδόν, όλος ο συναισθηματικός κόσμος του ήρωα, βρίσκεται στην ερμηνεία του Lottin, στη νευρικότητα του, που αποτυπώνεται τόσο πετυχημένα στο πρόσωπό και την κινησιολογία του. Στην ουσία ο Lottin, καταφέρνει να αποδώσει ένα χαρακτήρα που αισθάνεται αμήχανα γιατί αντιλαμβάνεται πως δεν είναι στο επίπεδο που οι δυνατότητες του θα του επέτρεπαν. Εκείνου που ακούει τα φάλτσα, μα καλώς ή κακώς αποτελεί μέρος τους, όχι γιατί δεν μπορεί καλύτερα (ο Jimmy έχει το απόλυτο μουσικό αυτί) μα γιατί κανένας γύρω του δεν είχε την παιδεία να αναγνωρίσει το ταλέντο του καθώς μεγάλωνε και να τον καθοδηγήσει. Έτσι, φτιάχνει το δικό του στούντιο με αυγοθήκες για ηχομόνωση, και συλλέγει σπάνια βινύλια υψηλής μουσικής ποιότητας, όλα τακτοποιημένα δίπλα από εργαλεία και κατσαβίδια, νοικοκυρεμένα στην αποθήκη-γκαράζ του σπιτιού της μάνας που τον υιοθέτησε και με την οποία διαμένει, μια που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για κάτι άλλο. Κι όμως, ο Jimmy έχει βρει την ευτυχία του, (και θα δείτε πως εμπλουτίζει την ερμηνεία του με χαλαρά μειδιάματα ειλικρίνειας, που έχεις σχεδόν την αίσθηση ότι σταματά να υποδύεται, υπάρχει μια εκπληκτική φυσικότητα σε αυτή την ερμηνεία) στην καθημερινότητα του, στο εργοστάσιο, στην κοινοτική φιλαρμονική στην οποία ανήκει ―στην κοινότητά του δηλαδή― στην μουσική του δικού του πίσω δωματίου.
Στο «En fanfare» δεν θα δούμε θαύματα, μόνο όσα μπορούμε να πετύχουμε με τα φάλτσα τα δικά μας, και τις στροφές που πήραν οι άνθρωποι που μας έφεραν σε αυτό τον κόσμο, μας ανάθρεψαν και τελικά μας αγάπησαν, κληροδοτώντας μας και ένα κομμάτι της δικής τους μοίρας και ιστορίας. Ο Emmanuel Courcol («Ένας θρίαμβος», 2021) σε σενάριο και σκηνοθεσία δεν είχε διάθεση να υμνήσει το φτωχό μα ταλαντούχο που με πολύ δουλειά θα τα καταφέρει να πετύχει γιατί έχει το ταλέντο (κλασική συνταγή που πάντα αγαπάμε), ούτε και αναλώνεται στην απομυθοποίηση του άνετου οικονομικά και κοινωνικά μπουρζουά που τυπικά θα μας τον παρουσιάσει ως «λίγο». Οι πρωταγωνιστές στο En fanfare πασχίζουν να αγαπήσουν τον εαυτό τους και τους άλλους και γι' αυτό ξέρουν καλά πως να υποφέρουν, είτε όμως η ζωή τους έδωσε λίγα ή τους έδωσε πολλά για λίγο...Το τέλος της τρίτης ταινίας του Emmanuel Courcol έχει μια δόση μαγείας, είναι πομπώδες και αυτό το χρειάζονται πρώτα οι ήρωες του και μετά εμείς, μα δεν είναι θριαμβευτικό και αυτή είναι και η επιτυχία του.
«Η ορχήστρα του αδελφού μου» δεν είναι ούτε φεστιβαλική ταινία, ούτε φτιαγμένη για βραβείο, δεν είναι αυτού του βεληνεκούς (αν και εμπορικά τα πήγε πολύ καλά) , είναι μια κοινωνική κωμωδία που μπορεί να μας συντροφέψει για να βγάλουμε κι εμείς το βράδυ, τη μέρα, τη βδομάδα και το μήνα μας, διαθέτει καλλιτεχνική αρτιότητα και πρωτοτυπία στο σενάριο της, είναι ικανή να μας κάνει να κλάψουμε και να γελάσουμε στο ίδιο δεκάλεπτο, είναι δηλαδή ικανή να μας κάνει να συμμετέχουμε με την καρδιά μας, και αυτό είναι ένα τελετουργικό που κοντεύουμε να ξεχάσουμε.
«Η ορχήστρα του αδελφού μου» / «Θα φύγω μια μέρα»
«Η ορχήστρα του αδελφού μου»
«Θα φύγω μια μέρα»
Eνέδωσα στην επιθυμία του κόσμου που ζω, ενός κόσμου που σε υποχρεώνει να λησμονήσεις τις αναμνήσεις μιας ταπεινής ζωής, θαρρείς και ήταν κάτι που πρόδιδε κακό γούστο. ― Annie Ernaux, Ο τόπος
Υπάρχει μια παραδοξότητα στο «Θα φύγω μια μέρα», την ταινία έναρξης του φεστιβάλ Κανών 2025, ενώ στήνεται σαν μια ανάλαφρη μπαλάντα μπορεί να σε οδηγήσει στη γλυκιά μελαγχολία της Ernaux χωρίς να το καταλάβεις ή να το επιδιώξεις. Ένας από τους λόγους που η Amélie Bonnin το πετυχαίνει αυτό, βρίσκεται στην μετατροπή αυτής της ταπεινής ζωής σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν χοπερική, μια καλλιτεχνική αρτιότητα που μετατρέπει την κινηματογράφηση της επαρχίας, μιας "παρακμιακής" γιορτής φορτηγατζήδων, ενός λαϊκού εστιατορίου στις παρυφές της κάθε δικής μας άγνωστης μικρής πόλης, σε μια σειρά από λεπτοδουλεμένα και προσεγμένα κάδρα που μας παίρνουν πίσω σε ότι μικρό, άσχημο και απλοϊκό έχουμε βιώσει με αγάπη και φροντίδα, σε ότι στη συνέχεια «αναγκαστήκαμε να λησμονήσουμε». Κάπου εκεί στο ταξίδι μας πίσω προς την «πρώτη μας κατά Εξιπερί πατρίδα», την παιδική μας ηλικία, η Bonnin μας δίνει, για όσους δεχόμαστε την σύζευξη του εξαιρετικά γελοίου και ταυτόχρονα νοσταλγικά αισθηματικού, μια υπέροχη σκηνή παντομίμας, που τουλάχιστον στη γενιά μου είτε το παραδέχεται κανείς είτε όχι δεν μπορεί να μην χτυπήσει τα καμπανάκια μιας γλυκόπικρης νοσταλγίας.
Η σαραντάρα σκηνοθέτις, η οποία μετατρέπει την βραβευμένη μικρού μήκους ταινία της στο μεγάλου μήκους κινηματογραφικό της ντεμπούτο, δήλωνε το 2023 στην παραλαβή του βραβείου Σεζάρ: «Αυτό το βραβείο σημαίνει επίσης ότι μπορείς να είσαι γυναίκα, να είσαι γύρω στα 40, να έχεις δύο παιδιά, να αρχίζεις να γκριζάρεις, κι ωστόσο να μπορείς να αισθανθείς ότι κάτι αρχίζει, κι αυτό είναι υπέρ-πολύτιμο, σας ευχαριστώ». Η ταινία της παρακολουθεί την Cecile, διακεκριμένη σεφ στο Παρίσι, η οποία επιστρέφει στο πατρικό της μετά από το έμφραγμα του πατέρα της.
Η Bonnin παίρνει αρκετά ρίσκα στην πρώτη της προσπάθεια με πρώτο φυσικά την ερμηνεία τραγουδιών από τους ηθοποιούς. Ωστόσο διαφοροποιείται από τις άψογες μουσικές εκτελέσεις των ταινιών του Jacques Demy. Γίνεται κάτι πολύ φρέσκο και όμορφο, η σκηνοθέτις αφήνει τους ηθοποιούς της να κάνουν υπέροχα και κυρίως αυθόρμητα πράγματα. Τα κομπιάσματα, τα σπασίματα της φωνής, εξομαλύνουν τις μεταβάσεις από τον προφορικό λόγο στο μουσικό μουρμούρισμα και προσδίδουν μια αυθεντικότητα και κυρίως μια οικειότητα που δεν είναι τυπική των μιούζικαλ. Όπου η φωνή σπάει, όπου υπάρχει μικρή παραφωνία, το συναίσθημα εισχωρεί, το βίωμα του θεατή επίσης. Σαφέστατα βοηθάει η παρουσία του Bastien Bouillon, το "κανόνι"(γαλλική έκφραση) της γαλλικής κινηματογραφικής σκηνής, διαθέτει την απαραίτητη φυσικότητα για να ανταποκριθεί σ' ένα ρόλο στον οποίο πρέπει να χορέψει και να τραγουδήσει χωρίς απαραίτητα η ταινία να μετατραπεί σε θέαμα, αλλά σε μια γνώριμη μπαλάντα προς όλα όσα αφήνουμε πίσω μας. Η Juliette Armanet από την άλλη βρίσκεται στο φυσικό της χώρο όταν τραγουδά, καθώς είναι στην Γαλλία επαγγελματίας τραγουδοποιός, ενώ το "Θα φύγω μια μέρα" είναι η πρώτη της κινηματογραφική απόπειρα. Αυτή η αντιστροφή επαγγελματισμού και ερασιτεχνισμού δουλεύει υπέροχα εδώ. Για όσους αγαπούν και θυμούνται ακόμα την Dominique Blanc που υποδύεται εδώ την μητέρα της Cécile, αυτή θα παραδώσει επίσης μια αξέχαστη σκηνή, τραγουδώντας το «Paroles» σε μια σεκάνς λυρισμού και νοστ-αλγίας που κατακάθεται και μένει στο δέρμα για τουλάχιστον λίγες μέρες...
Το «Θα φύγω μια μέρα» μας παίρνει πίσω σε εκείνη τη γωνίτσα που ήταν γεμάτη όνειρα που δεν μάθαμε ποτέ αν θα μας έκαναν ευτυχισμένους, μας υποχρεώνει να δούμε επιτέλους τους γονείς μας με τα ενήλικα μάτια μας, να αναγνωρίσουμε την ομορφιά της ανθρώπινης ανεπάρκειας που χαρακτηρίζει όλα όσα αγαπήσαμε, για να μπορέσουμε στη συνέχεια να αγκαλιάσουμε ότι καινούριο ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Μα κυρίως μας προσγειώνει, φέρνοντας μας αντιμέτωπους με τις μεγαλόπνοες κατακτήσεις μας που δεν μας γλύτωσαν τελικά από τα πισωγυρίσματα του χρόνου, άλλωστε είναι πάντα τόσο νόστιμη η νοσταλγία μιας ουτοπίας.