Η γεωμετρία της ευθυμίας

Εικόνα βασισμένη σε γαλλική εικονογράφηση του 16ου αιώνα που απεικονίζει διαφορετικές μεθόδους επίδεσης κεφαλής. Από χειρόγραφο της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης της Μπολόνια
Εικόνα βασισμένη σε γαλλική εικονογράφηση του 16ου αιώνα που απεικονίζει διαφορετικές μεθόδους επίδεσης κεφαλής. Από χειρόγραφο της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης της Μπολόνια




Επιτέλους, ύστερα από τόσες βροχές, ξημέρωσε μια μέρα με μερική ηλιοφάνεια. Και τότε όλος ο κόσμος — λες και ήμασταν σαλιγκάρια που βγαίνουν από τις τρύπες τους — ξεχυθήκαμε στην κεντρική πλατεία. Η πλατεία ήταν περικυκλωμένη από λεύκες· λεύκες ψηλές, που στον ήλιο τα φύλλα τους τρεμόπαιζαν σαν μικρά μεταξωτά πέταλα.
Το παιχνίδι της σκιάς και του φωτός από τα φύλλα απλώνονταν στο σώμα του καθηγητή Κατσούφη, που το κυκλικό μου βλέμμα είχε αμέσως εντοπίσει στην πλατεία. Φαινόταν σαν το κορμί του ολόκληρο αναβόσβηνε, για να με κατευθύνει προς το τραπέζι που καθόταν.
Πάντα μου άρεσε ο καθηγητής Κατσούφης. Τι ακριβώς μου άρεσε σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Μου άρεσε… το βήμα του. Αλλά μόνο όταν τον έβλεπα από πίσω. Σήκωνε το αριστερό του πόδι με μια κίνηση τόσο χαριτωμένη, σχεδόν χορευτική. Το πόδι πήγαινε να χαράξει έναν κύκλο στον αέρα και ύστερα, λες και μετάνιωνε για την τόλμη του, το γύριζε λίγο και το ακουμπούσε πάλι στο έδαφος.
Βέβαια, είναι λόγος αυτός να σου αρέσει ένας άνθρωπος; Υπήρχε όμως κι ένας δεύτερος λόγος. Ο καθηγητής ήταν μαθηματικός. Και τα μαθηματικά — πώς να το πω — με παρηγορούσαν.
Βλέπετε, εγώ ήμουν πάντα άσχημη. Το λέω χωρίς δράματα, σχεδόν με επιστημονική περιέργεια. Η λέξη «άσχημη» μού φαινόταν πάντως παράλογη. Ά-σχημη; Δηλαδή χωρίς σχήμα; Μα πώς γίνεται ένας άνθρωπος να μην έχει σχήμα;
Η μύτη μου, για παράδειγμα, ήταν μια μικρή πυραμίδα που υψωνόταν στο κέντρο του προσώπου μου με τόση αυτοπεποίθηση, που σχεδόν απαιτούσε να μετρηθεί το ύψος της. Τα μάτια μου; Δύο κύκλοι. Όχι μεγάλοι δυστυχώς· μικροί και αυστηροί. Τα αυτιά μου; Δύο μικρά κοχύλια. Αν και, μεταξύ μας, καλύτερα να μένουν καλυμμένα από τα μαλλιά για λόγους… δημοσίας αισθητικής.
Κάθε μέρος του προσώπου μου είχε το σχήμα του, και μάλιστα γεωμετρικό. Το πρόβλημα ήταν ότι μεταξύ τους δεν συνεργάζονταν.
Τη μύτη την κληρονόμησα από τον θείο Ρήνο, έναν άνθρωπο που έμπαινε σε ένα δωμάτιο πρώτα με τη μύτη του και μετά με τα υπόλοιπα. Τα μάτια τα πήρα από τη θεία Φωτεινή. Η συγχωρεμένη, αν σε κοίταζε για περισσότερο από ένα λεπτό, μπορούσε να σου ανοίξει τρύπα. Το στόμα από τη γιαγιά Σταματία, που έτρωγε ασταμάτητα — μια μπουκιά ίσαμε μια γροθιά — και τα δόντια από τη γιαγιά Αντωνία, που όλο το σόι φώναζε «Δοντία», γιατί είχε δόντια που ούτε η πιο φιλόδοξη μασέλα δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί.
Έτσι δημιουργήθηκε το πρόσωπό μου: μια σύνθεση γεωμετρίας όπου η οικογένειά μου τ’ άφησε όλα στην τύχη.
Ο καθηγητής Κατσούφης, μια φορά που περνούσα μπροστά του, μου είπε:
«Εσύ, κορίτσι μου, είσαι ολόκληρο γενεαλογικό δέντρο και…»
Και μ’ άφηνε εκεί, με τη φράση του να αιωρείται προς τα ύψη.
Α, να πω και για το σώμα μου: είμαι πανύψηλη και αδύνατη σαν αλατισμένη σαρδέλα.

Εκείνο το πρωί λοιπόν, με τη διστακτική λιακάδα, επέστρεψα στη καφετέρια που σύχναζε και ο μαθηματικός. Όπως συνήθως, παρήγγειλα έναν διπλό καπουτσίνο και ένα ολόκληρο δίσκο γεμάτο κρουασάν: ζεστά, βουτυρένια, αφράτα, με μαρμελάδα, σοκολάτα, κρέμα φουντουκιού.
Κάτω από το πονηρό βλέμμα του καθηγητή Κατσούφη, με ένα χαμόγελο μαζεμένο μόνο στα μάτια του, ο νους μου αποκρυπτογραφούσε ένα μήνυμα επιδοκιμασίας και κατανόησης. Και του απάντησα καταβροχθίζοντας όλη εκείνη τη γευστική πανδαισία. Την έτρωγα με λαχτάρα, μασώντας χωρίς τύψεις ή ενοχές.
Οι κυρίες γύρω μου με κοιτούσαν με ένα παράξενο μείγμα απορίας και φθόνου. Καμιά γυναίκα δεν με ζήλευε — με θεωρούσαν ακίνδυνη. Δεν ήξεραν όμως πόσο διασκέδαζα εγώ μαζί τους. Τις παρατηρούσα καθώς προσπαθούσαν να φάνε χωρίς να χαλάσουν το κραγιόν τους η να περπατήσουν πάνω στα τακούνια σαν αλλόκοτα πουλιά. Για να μην μιλάμε για τους κορσέδες που τις έσφιγγαν σαν το σαλάμι αέρος της Λευκάδας.
«Τρώνε, πίνουν, περπατούν» — σκεφτόμουν — «και δεν πιάνουν την ουσία της ζωής. Νομίζουν ότι η ομορφιά είναι ότι φαίνεται».
Που να καταλάβουν κάτι πολύ απλό που ο Κατσούφης εκείνο το πρωί, επιτέλους, αντιλήφθηκε: ότι όλη την ομορφιά την κρατούσα μέσα μου.
Προσοχή όμως! Καμία σχέση με καλοσύνες και ευαισθησίες.
Οι αισθήσεις μου ήταν η ομορφιά μου.
Η μύτη μου μπορούσε να καταλάβει ακόμη και με τι φτηνό λάδι είχαν τηγανίσει, «οι κύριες», τα ψάρια τους, τα μάτια μου έβλεπαν από μακριά ότι η γούνα τους είχε χάσει τις τρίχες από γηρατειά, με το στόμα μου μπορούσα να υπολογίσω πόσο βούτυρο αγελαδινό και πόσο πρόβιο είχε μπει στους κουραμπιέδες και να ξεχωρίσω το πιο κρυμμένο μπαχαρικό στα σουτζουκάκια. Τα αυτιά μου έπιαναν ψίθυρους, μυστικά, συνωμοσίες. Θα μπορούσα κάλλιστα να εκδώσω μια ολόκληρη κοτσομπολίστικη εφημερίδα μόνο με όσα άκουγα.
Το μόνο πραγματικά όμορφο στο πρόσωπό μου ήταν το μέτωπο. Φαρδύ και στρογγυλό. Προφανώς όλοι εκείνοι οι νευρώνες που διαχειρίζονταν τις αισθήσεις μου, χρειάζονταν χώρο. Εκείνη την στιγμή έκαναν χώρο και για τα «μαγνητικά κύματα» πάνω στα οποία ο μαθηματικός μου έστειλε το πρώτο του σιωπηλό μήνυμα.
Έτσι έζησα. Με τις καθημερινές βόλτες στη μικρή μας πόλη, με τα πρωινά στη καφετέρια, στο τραπεζάκι απέναντι από τον μαθηματικό, με τη γλύκα των «άφωνων κυμάτων κατανόησης».
Τώρα, στα γεράματα, έχω γίνει πιο όμορφη. Οι άλλες γυναίκες τρόμαζαν όταν έβλεπαν τον χρόνο να πλησιάζει. Εγώ όχι. Γιατί όσο περνούσαν τα χρόνια οι γραμμές μου μαλάκωναν, οι γωνίες στρογγύλευαν και η γεωμετρία του προσώπου μου έβρισκε επιτέλους μια κάποια ισορροπία.
Ένα πρωί ο καθηγητής, αντί να μου πει τη συνηθισμένη, ολομόναχη «Καλημέρα», μου πρόσφερε ένα μπουκέτο λέξεων: «Μερικές φορές η ομορφιά δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ασχήμια που άργησε να ωριμάσει».
Όταν συναντάω καμιά από τις παλιές καλλονές — λίγο από πείσμα και λίγο για διασκέδαση — μου έρχεται να τις ρωτήσω:
«Ποια είστε εσείς, κυρία; Πώς λέγεστε, γιαγιά;»
Βέβαια, δεν το λέω. Είμαι καλό κορίτσι.
Το πιο τολμηρό πράγμα που συνεχίζω να κάνω είναι να ξαπλώσω με ένα ωραίο νυχτικό, να φαντάζομαι ότι ο καθηγητής εισέρχεται στο δωμάτιό μου και να παθαίνουν συγκοπή όλοι οι αριθμοί, οι εξισώσεις, οι τετραγωνικές ρίζες και όλα τα επίπεδα και στερεά γεωμετρικά σχήματα του….
Γελάω με όλη την ψυχή μου.
Α, δεν σας είπα το όνομα μου. Πανωραία με λένε.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: