Παραμονή Χριστουγέννων το κινητό στο αυτοκίνητο μάς γέλασε. Bγήκαμε δίπλα στην πλατεία Χατζιδάκι, σ’ άλλο δρόμο από αυτόν που ψάχναμε. Ο καιρός στην Αθήνα ήταν σχεδόν ανοιξιάτικος. Λίγες ριπές βοριά θύμιζαν μόνο χειμώνα, καθώς πάλευαν με τον ήλιο που άρχιζε να δύει. Ο κόσμος είχε αποτραβηχτεί στα γιορτινά τραπέζια. Λίγοι μοναχικοί διάβαζαν την εφημερίδα τους στα καφέ της περιοχής. Υποκρίνονταν ότι όλοι οι άλλοι κάνουν το λάθος, πως είναι μια κανονική μέρα και δεν υπάρχει λόγος ο κόσμος ν’ αλλάζει τις συνήθειές του.
Αφεθήκαμε στη μικρή βόλτα, σε δέκα λεπτά θα φτάναμε στο εστιατόριο για το τραπέζι της Κικής. Μπροστά τ’ ανίψια χαίρονταν τα γιορτινά ψώνια που κρατούσαν, πιο πίσω οι γονείς τους κι εγώ.
Ρουφούσα τις εικόνες με τη βουλιμία του επισκέπτη που θέλει να γεμίσει τον κουμπαρά για τις άδειες ώρες.
Στριφογυρνώντας στα άναρχα σοκάκια, ξεδιπλώθηκε σε μια γωνιά η ξύλινη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Περπατώντας ανέμελα, πρόλαβα με την άκρη του ματιού μια γαλλική έκδοση κόμικ, που καταλάμβανε μόνη ένα ράφι στη βιτρίνα. Έκανα όπισθεν, χωρίς να γυρίσω, κι έμεινα στα μεγάλα γράμματα KIKI και στην θελκτική πρωταγωνίστρια του εξωφύλλου. Κοντοστάθηκα αναποφάσιστος κοιτώντας το μαγαζί. μπροστά απ’ το μικρό ξύλινο πάγκο του ταμείου οι τελευταίοι πελάτες περίμεναν υπομονετικοί στην ουρά και δίπλα στην εξώπορτα, στο πεζοδρόμιο, η ιδιοκτήτρια ξεκουραζόταν από την πίεση των γιορτινών ημερών. Φορούσε ένα ριχτό γκρι φόρεμα, στήριζε την αέρινη σιλουέτα της στο κούφωμα κι απολάμβανε ένα τσιγάρο. Κάπνιζε από μαύρο πλαστικό πιπάκι κι αυτό μάκραινε ακόμη περισσότερο τα λεπτά δάχτυλά της που πρόδιδαν ότι οι λίγες χειρωνακτικές εργασίες τα είχαν προικίσει με τα χρόνια μόνο με τη σωστή δόση στιβαρότητας, χωρίς να τα παραμορφώσουν. Το ωραίο πρόσωπό της, με λεπτά χαρακτηριστικά, τυλιγόταν στον καπνό, όπως και της πρωταγωνίστριας του κόμικ. Με ενθάρρυνε μ’ ένα συνωμοτικό χαμόγελο κι επικαλέστηκα αμέσως τη σύμπτωση, απευθυνόμενος στους δικούς μου αλλά και φωναχτά στην ίδια.
―Μα είναι δυνατόν; Κική; Και δεν της πήρα και δώρο, πρέπει να μπούμε.
Ο αδελφός μου με τη γυναίκα του μου είπαν με το βλέμμα ότι δεν βιαζόμασταν και με περίμεναν απ’ έξω.
―Δεν θ’ αργήσω, είπα απολογητικά.
Μπήκα, ζήτησα το βιβλίο και στάθηκα αμέσως στη μικρή ουρά για να φανώ πιστός στην υπόσχεση να μην αργήσω. Το μαγαζί ήταν ψηλοτάβανο, με πλατύ παρκέ στο πάτωμα, οι τοίχοι καλύπτονταν ολόκληροι από βιομηχανικά ράφια, στενά, ίσα με το βάθος το βιβλίων. Μια εσωτερική ξύλινη σκάλα οδηγούσε σε πατάρι και πίσω απ’ αυτήν βρισκόταν ένα ελαφρά χαμηλωμένο επίπεδο, γεμάτο κι αυτό με βιβλία. Μπορούσες να τα δεις και μέσα από τα κενά στα σκαλοπάτια κι έτσι τα βιβλία καθόριζαν παντού το τοπίο χωρίς να το βαραίνουν. Περιεργαζόμουν τα ράφια και στάθηκα σε μια ξενόγλωσση ιστορία της λογοτεχνίας με σκληρό εξώφυλλο, πίσω δεξιά απ’ τον πάγκο του ταμείου.
―Α κι αυτό, συνέχισα τη συνομωσία με την ιδιοκτήτρια, που ανταποκρίθηκε αμέσως.
―Μα βέβαιά, πρόδωσε τη γαλλική προφορά της με καλά ωστόσο ελληνικά.
Παραχώρησα τη σειρά σε μια νεαρή μητέρα με καροτσάκι, λίγο ένεκα του γιορτινού κλίματος, λίγο για να παρατείνω την παραμονή.
―Και το πιάνο; ρώτησα τη Γαλλίδα που είχε σβήσει το τσιγάρο για να μου φέρει το βιβλίο. Το καφέ πιάνο, χωρίς ουρά, στεκόταν δίπλα στη βάση της σκάλας.
―Ε, κανένα βράδυ μπορεί να παίξουμε και λίγο.
―Γιατί όχι στο πατάρι; συνέχισα, καθώς σκεφτόμουν ότι τα σίγουρα δάχτυλα οφείλονταν και στο πιάνο.
―Α, όχι εκεί είναι άλλο καταφύγιό, δεν θέλετέ να το δείτε;
Προσφέρθηκε να με ξεναγήσει κι άφησα τον αδελφό μου στην ουρά. Περιεργάστηκα γρήγορα τα ράφια. Εκείνη στάθηκε στο χαμηλωμένο επίπεδο στο κέντρο και με προέτρεψε να ανέβω μόνος τη σκάλα. Ανέβηκα και στράφηκα αμέσως σ’ αυτήν.
―Α από εδώ είναι ακόμη πιο ωραία.
Εννοούσα την ίδια και το υπέθεσε, κοίταξε ψηλά, σχεδόν ποζάροντας στο μέσο του χαμηλού επιπέδου.
―Όμορφο μέρος, θα έπρεπε να κανονίζετε και καμιά συναυλία που και που, είπα αφού κατέβηκα και στάθηκα δίπλα στο πιάνο.
―Ω, θαυμάσια ιδέα.
Άρχισα μετά κουβέντα για τους μουσικούς φίλους μου, είναι λίγο μακριά, αλλά θα μπορούσαμε να το κανονίσουμε της είπα. Λόγω της Κικής, ένιωθα ότι χρωστούσα την επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο στο φίλο μου, μα το εννοούσα κιόλας, το περιβάλλον ήταν ιδανικό. Εκείνη πιάστηκε απ’ τον τόπο της καταγωγής μου,
―Μα ξέρω κόσμο από εκεί, να δώσετε πολλούς χαιρετισμούς!
―Αν τους βρω, είμαι κι εγώ μετανάστης, απάντησα κι αμέσως μετά
―Ο κόσμος ο μικρός ο μέγας, βρήκα να πω φεύγοντας στερεότυπα κι εκείνη γέλασε πιο γενναία, επικροτώντας.
Το φως είχε πέσει σχεδόν στο στενό δρόμο ανάμεσα σε ψηλές πολυκατοικίες. Ήμασταν πια μόνοι μας, ούτε αυτοκίνητα ούτε πεζοί, είχαν όλοι πάρει θέση στα τραπέζια. Η λίγη κίνηση μας επέτρεψε να καταλάβουμε το δρόμο περπατώντας.
Λίγο πριν από το αμάξι μας ένα τρίστρατο σχημάτιζε αθέλητα μια μικρή πλατεία, αποτέλεσμα μάλλον των διαγκωνισμών των εργολάβων, παρά ηθελημένη πολεοδομική παρέμβαση. Το ακανόνιστο του μικρού ξέφωτου σε μπέρδευε. Κοντοσταθήκαμε και αναρωτιόμασταν σιωπηλά προς τα πού να κατευθυνθούμε.
Ξεκινώντας να δοκιμάσουμε στην τύχη, ακούστηκε ένα μικρό σφύριγμα, σαν δυνατό θρόισμα.
Ο ντελιβεράς φρέναρε ήρεμα, επαγγελματικά, χωρίς να σπινιάρει ούτε να χάσει στο παραμικρό την ισορροπία του, έγειρε μόνο μπροστά μαζί με τις αναρτήσεις, απ’ την αδράνεια, κι αμέσως κατέβασε ταχύτητα πατώντας στην άσφαλτο. Ούτε διατάραξε την ησυχία, το κουτί πίσω ήταν στέρεα δεμένο, η εξάτμιση σχεδόν καινούρια, τα φρένα καλοσυντηρημένα κι έτσι το φρενάρισμα ακούστηκε περισσότερο σαν κλείσιμο παραθύρου, χωρίς να μας τρομάξει.
Δεν είχε τίποτε από το αίσθημα ιδιοκτησίας του δρόμου, τόσο συχνό σε όποιον οδηγεί επαγγελματικά. Ήταν φανερό ότι κινούνταν με αυτοπεποίθηση, μα θα εγκατέλειπε αυτή την γνώριμη πίστα με την πρώτη ευκαιρία, αρνούνταν να χτίσει τον εαυτό του μέσα της, όσο κι αν μπορούσε να τα καταφέρει κι έτσι.
Χωρίς να κουνήσει το πρόσωπό του, μας είπε να περάσουμε, με την ακινησία του περισσότερο παρά με νεύμα.
Μας κοιτούσε σαν ενιαίο πίνακα, κανέναν από εμάς συγκεκριμένα. Μέσα στα δύο δευτερόλεπτα ρούφηξε τις τσάντες των δώρων, τα μικρά παιδιά, τη γιορτινή διάθεση ζωγραφισμένη στα βλέμματά μας.
Κατάλαβε πού πηγαίναμε, κοίταξε με το κουρασμένο μα και πεισμωμένο βλέμμα της αδικίας.