Η Πηγή της Καμφοράς

Διαμαντής Αξιώτης (1942-2026)
Διαμαντής Αξιώτης (1942-2026)

[ Το κείμενο αυτό είχε στείλει ο Διαμαντής Αξιώτης (1942-2026) στον Χάρτη στις 26 Ιουνίου 2026 ]

Κάθε που σκοτεινιάζει αισθάνεσαι φτωχός κι ανίσχυρος. Αυτό θα διαπιστώσεις είκοσι χρόνια αργότερα, μέσα στο ιδανικό σύμπαν που ζεις, εσύ ένας Εμμανουήλ Επισκόπου, μεγαλέμπορος καπνού και βάμβακος. Στα όρια της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, επάνω στη χάραξη του αρχαίου δρόμου που συνδέει τα παράλια της Αφρικής με την Αραβία. Δυτικά από τα κίτρινα νερά του Δέλτα του Νείλου ποταμού, εκεί όπου τα συναισθήματα συνθλίβονται από θύελλες κόκκινης άμμου που καλύπτουν τα πάντα. Διαπιστώνεις πως ο πόνος που αναδύεται από τη λωρίδα του ισθμού σε επισκέπτεται έρποντας όταν πέφτει το φως της ημέρας, εισχωρεί κάτω από την πόρτα του αρχοντικού σου, φτάνει μέχρι τα σκεπάσματα του κρεβατιού κι αναρριχάται να διεισδύσει εντός σου. Αναρωτιέσαι, σε τι χρησιμεύει το σούρουπο το ακίνητο νερό της λίμνης Μαρεώτιδος, σε τι το απέραντο της Μεσογείου Θαλάσσης, και δεν θυμάσαι καμιά χρησιμότητα. Σκέπτεσαι πως δεν γνωρίζεις γιατί ο δεύτερος θεός σου, ο Αλλάχ, δεν έβαλε δύο καρδιές μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα, κατανοώντας πάραυτα τη βλασφημία της σκέψης σου. Είχες χρόνους να αναζητήσεις τη βοήθεια του Ιησού, κι Εκείνος σε λησμόνησε. Κι αυτό για σένα αποτελεί ένα μυστήριο που σου προκαλεί παραζάλη. Επιπλέον βρίσκεσαι κάτω από τον ουρανό δύο θρησκειών, κι αυτό είναι αρκετό για να τρομάζεις. Επιθυμείς να συνθλίψεις τον εφιάλτη της σκέψης σου, ώσπου να καταστεί ένα με τους κόκκους της άμμου αυτής της χώρας. Ζητάς τρόπο να λειάνεις το ενοχλητικό συναίσθημα της μελαγχολίας σου. Το επιτυγχάνεις με τη διαδοχική χύτευση του συναισθήματος σε τρεις διαφορετικές μήτρες. Μία των οικονομικών κατακτήσεων, άλλη της ευγονίας, και τρίτη των μετακλήσεων προσφιλών προσώπων της πρώτης σου πατρίδας, της ελληνικής Μακεδονίας.

Ο Δεκέμβριος είναι στις πρώτες του ημέρες και δύει νωρίς το κόκκινο απόγευμα. Στέκεσαι όρθιος στο άνοιγμα του παραθύρου, την ώρα που κατεβαίνει ο ήλιος, και σε αναγκάζει να υψώσεις το χέρι στο μέτωπο. Εάν κάποιος σε έβλεπε, θα σκεφτόταν πως επιχειρείς να σκιάσεις τα μάτια σου από το πλάγιο φως που σε τυφλώνει ή να σε προστατεύσει από τη λάμψη κάποιας άγνωστης θεότητας. Βλέπεις τους λόφους της άμμου που φράζουν την είσοδο του λιμανιού και αγαπάς την θέα των μικρών δίδυμων νησιών. Εξετάζεις την Ελ Κορνίς κι ακολουθείς με το βλέμμα τον περίπατο των νέων που βαδίζουν πιασμένοι χέρι χέρι, πειράζει ο ένας τον άλλο, παλεύουν, αγκαλιάζονται και συνεχίζουν την νυχτερινή τους περιπέτεια. Τους ακολουθείς μέχρι τις συνοικίες Smouha, Sidi Bishr, Asafra και αναπολείς το βαρύ βάδισμα του επιστήθιου φίλου σου Έλληνα Σωτήρη Ζέκα. Πίσω από το παράθυρο, συμπεραίνεις πως δεν υπάρχει μια ζωή, αλλά ποικιλία διαφορετικών ζωών. Πως είναι δυνατόν να φτάσει κανείς σ’ ένα σημείο και να πει ότι έζησε όλα αυτά για να μπορεί να ζει αυτό που ζει εκείνη τη στιγμή. Αναρωτιέσαι αν υπήρξε στιγμή πριν απ’ αυτή τη στιγμή. Αν θα υπάρξει άλλη μετά απ’ αυτήν. Αν όλα τα στοιχειώνει ένας μαύρος θάνατος, που σε επισκέπτεται στον ύπνο σου. Ακόμα, αν υπήρξε μέρα που δεν ξεψύχησε στον αέναο κύκλο της για να γεννηθεί το βράδυ. Βλέπεις τα μπρούντζινα τόξα στους τρούλους των τζαμιών υψωμένα προς τον ουρανό και σε λιγώνει η γλυκύτητα του Ισλάμ. Έρχονται σαν κύματα εικόνες, ήχοι, μυρωδιές και τα μάτια κάρβουνο του Σωτήρη, Το κόκκινο φόρεμα μιας γυναίκας που χορεύει ένα λάγνο χορό. Επιστρέφεις σ’ ένα τόπο δικό σου και δεν αποφεύγεις τη θλίψη. Στην επιθυμία σου να την απαλύνεις, καταφεύγεις στο τέχνασμα της τρίτης κατά σειρά μεθόδου χύτευσης που έχεις επινοήσει. Με πλήρη συναίσθηση της σημασίας του παρόντος που ζεις, ανατρέχεις στο παρελθόν, πιστεύοντας πως αυτό δεν υπήρξε ποτέ παρελθόν, πως είναι πάντα παρόν. Αναρωτιέσαι για το μέλλον, και σκέφτεσαι πως αυτό θα υπάρχει και χωρίς εσένα, πως ποτέ δεν εξαντλείται και επιθυμείς την παρουσία του φίλου σου. Σκέφτεσαι πως υπάρχουν μέρη που όλο επιστρέφουμε για να δούμε αν ακόμη ζούμε. Έτσι νοιώθεις την ανάγκη να τον φέρεις κοντά σου, και επινοείς τη μέθοδο της απαγωγής.

Εντός των ορίων, αρματώνεις ένα πλοίο της δικαιοδοσίας σου και αναθέτεις σε έμπιστους της υπηρεσίας σου την αποστολή. Να εξορμήσουν από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, να διασχίσουν τη μεγάλη θάλασσα, να φτάσουν στην παράλια πόλη Νεάπολις και να απαγάγουν τον νέο. Να μην του μιλήσουν για το σχέδιό σου, να μην προδώσουν το μυστικό σου. Η επιστροφή του πλοίου, συμπίπτει με τις παραμονές των ελληνικών Χριστουγέννων. Η λύση του μυστηρίου για τον Σωτήρη έρχεται μέσα από την απρόσμενη συνάντηση. Στους κήπους του αρχοντικού σου όπου τον οδηγούν, έτσι όπως γέρνει το σώμα στην υποταγή και πριν ακόμη διαλυθούν τα νέφη της ανησυχίας του, ακούει τη γνώριμη φωνή. Βγαίνει από άλλο σώμα και είναι ο αντίλαλος της δικής σου ψυχής. Την αισθάνεται σαν σκέπη ευεργετική και βιάζεται να πέσει στο άνοιγμα της μεγάλης αγκαλιάς που του προσφέρεται. Από την άλλη εσύ γίνεσαι παιδί, να μεταφερθείς στους ελαιώνες και πευκώνες της πρώτης σου πατρίδας, εκεί που γέρνουν τους κλώνους τους να γλύψουν το αλάτι της θάλασσας. Εκεί όπου δυο αγόρια ενώσατε παιχνίδια, όνειρα, ερωτηματικά, ανησυχίες, ήχους τζιτζικιών και γεύσεις άγριων βατόμουρων. Ψηλαφίσατε το χνούδι των σωμάτων σας και βουτήξατε στη θάλασσα γυμνοί.

Διαισθάνεσαι πως πρέπει να πλησιάσεις τον έκθαμβο φίλο σου, όπως την απουσία του ίχνους ο κυνηγός. Επικαλείσαι μια εικόνα που όσο αυξάνει αποκτούν σημασία τα σημεία της. Ψηλαφείς το πρόσωπό του. Τον ρωτάς αν σε θυμάται, αν σε βλέπει στον ελληνικό ύπνο του, αν σε επιθυμεί ακόμη. Σκέφτεσαι πως, σε παρόμοιες περιπτώσεις, άλλο δρόμο παίρνει ο νους κι άλλον η καρδιά. Όταν αποφασίσουν να πάνε αντάμα, δεν ξέρουν τι θα συναντήσουν. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις τον Σωτήρη να χορεύει ζεϊμπέκικο, με σκυμμένο το κεφάλι και το βλέμμα καρφωμένο στην άγρια πέτρα. Όταν τελειώνει ο χορός, έχεις την αίσθηση πως ο φίλος σου δεν υπήρξε ποτέ. Εκτός ενός φαντάσματος που χαζεύει στο χώμα τις γραμμές των μυρμηγκιών. Τίποτε άλλο.

Η αλαζονεία σου δεν σου επιτρέπει να μετανοείς.

―Το ποτάμι εργάζεται συνεχώς, του λες. Τρέχει το νερό και δεν κουράζεται να κουβαλάει τις πέτρες. Ακόμη και τις σκληρές που στρογγυλεύουν.

Διαισθανόσουν πως δεν ήσουν ο ίδιος που οδηγούσε το ταξίδι, αλλά κάποιος γητευτής. Να εκτελείς σαν μάγος και την επόμενη στιγμή να αισθάνεσαι τη δύναμη και τη ζωή που πηγάζει από σένα. Αναζήτησες να πιεις από την Πηγή της Καμφοράς. Αυτής που αναβλύζει για να δροσίσει τους υπηρέτες του Θεού, εκείνους που φοβούνται την τρομερή Ημέρα της Κρίσεως. Θα ζητούσες από Εκείνον που ελευθέρωσε τους δύο Ωκεανούς, να σε ευσπλαχνιστεί και φοβήθηκες. Αναρωτήθηκες, τι είναι φόβος.

Εκείνο το μαύρο σημάδι που έχει να κάνει με το παιγνίδι, ζωή ή θάνατος, εξομολογήθηκες στον αγαπημένο φίλο σου Σωτήρη, που φορτωμένος με πλούσια δώρα και βεβαιωμένος για την άσβηστη αγάπη σου, αναχωρούσε την επομένη για το βόρειο ταξίδι της επιστροφής.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: