Ιάφεθ

Simon de Myle: «Η κιβωτός του Νώε επί του όρους Αραράτ»
Simon de Myle: «Η κιβωτός του Νώε επί του όρους Αραράτ»

Ήταν η τρίτη μέρα πάνω στο καράβι, όταν ένιωσε τη βελόνα αμφιβολίας να τρυπάει το στέρνο του.
Στο δείπνο με την οικογένειά του έμεινε σοβαρός και ασάλευτος, να μην κινήσει υποψίες.
Στον ύπνο του, όμως, τον επισκέφθηκαν παρακαλετά πνιγμένων. Ευχήθηκε το νερό να ήταν αγιασμένο, αλλά τι το άγιο έχει η καταστροφή;
Σε κάθε στάλα μύριζε τη θεομηνία.
Ήταν η τέταρτη μέρα πάνω στο καράβι, όταν στο νου του ήρθαν τα κοπάδια που είδε να καταπίνονται από τα πεινασμένα κύματα.
Τότε ήταν που αναρωτήθηκε πότε είχε αμαρτήσει το αρνάκι που γεννήθηκε τον περασμένο μήνα στο χωράφι τους.
Ήταν η δέκατη μέρα και δεν είχε κοιμηθεί από την έκτη.
Στο μυαλό του ερχόταν το οκτάχρονο αγοράκι που τους έφερνε αυγά κάθε βδομάδα, απλά επειδή του είχε προσφέρει νερό μία ζεστή μέρα του Αυγούστου.
Η λέξη «αμαρτία» πλέον τον ανακάτευε πιο πολύ από το λίκνισμα του καραβιού.
Τη δέκατη όγδοη μέρα, το βλέμμα της μητέρας του ήταν πιο ανήσυχο από ποτέ, επίμονο και διερευνητικό.
Δεν μπορούσε να της εξηγήσει πως αντί για το τρίξιμο του ξύλου άκουγε ουρλιαχτά.
Πως κοιτούσε από το κατάστρωμα και το νερό είχε κοκκινωπή χροιά.
Η λάμψη στα μάτια του πατέρα του ―που κάποτε την ερμήνευε ως σπιρτάδα― πλέον προσομοίαζε την επικίνδυνη και προειδοποιητική αντανάκλαση μίας λεπίδας.
Ή ίσως καθρεπτιζόταν το δικό του βλέμμα.

Σαράντα μέρες έπλεαν
Σαράντα αναρωτιόταν
Αν ήταν πιστός ακόλουθος
Ή ξεγελασμένο υποχείριο ενός μανιακού

Όσο στο μυαλό του στροβιλίζονταν λέξεις όπως «εξουσία» και «τιμωρία», το λευκό περιστέρι έφερνε πίσω το κλαδί ελιάς.
Οι πανηγυρισμοί της οικογένειάς του εκκωφαντικοί και βουβοί ταυτόχρονα.

Κανείς άλλος δεν παρατήρησε πως η «εξαγνισμένη» γη μύριζε θάνατο.
Κάθε βήμα του στο νωπό έδαφος έστελνε ανατριχίλα σε όλο του το σώμα.
Η τελευταία σπρωξιά προς την παράνοια ήρθε όταν ο πατέρας του θυσίασε τα μισά ζώα της Κιβωτού
ως
ευχαριστία.

Έμεινε ως αργά στο θυσιαστήριο. Κοιτούσε το μαχαίρι. Έως ότου σκοτείνιασε.

Σαράντα μέρες άκουγε ουρλιαχτά,
Τη σαρακοστή πρώτη γίναν αληθινά.
Και καθώς εν τέλει στρέφει το ματωμένο μαχαίρι προς το στέρνο του, κοιτάζει με ειρωνεία το ουράνιο τόξο και φωνάζει
Πᾶν τὸ ἐπὶ τῆς γῆς ὂν τετελεύτηκεν

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: