Ήταν οι ήχοι της προσευχής που αναμιγνύονταν με το τρίξιμο των παγωμένων ξύλων της νοτισμένης οροφής και τον ανεπαίσθητο, σχεδόν ονειρικό τρόπο που το χιόνι πέφτει πάνω σε χιόνι. Δέκα συνεχόμενες μέρες μέσα στη λευκή τυφλότητα. Δέκα χιλιετίες, δέκα αιώνες, δέκα στιγμές, δέκα αναπνοές. «Εις το όνομα του Πατρός αποδόμησε τη Λέξη, εις το όνομα του Υιού ονειρέψου λέξεις αδοκίμαστες, εις το όνομα του μακάριου πτωχού πνεύματος νίκησε τη συνήθεια στην έκφραση. Κύριε Δημιουργέ των κόσμων μην αφήνεις τη ζωή να γλιστρήσει σαν την άμμο μέσα από τα χέρια μου. Σώσε με από τα σκοτάδια της ύπαρξης. Φύλαξέ με από τη λήθη της ανυπαρξίας. Δώσε μου τη γνώση της στιγμής. Χάρισέ μου το εύρος της ματιάς σου. Κάνε να ανθίσει η ειρήνη στην καρδιά μου. Ευλόγησέ με να είμαι άξιος Φύλακας των Κόσμων σου. Εις το όνομα των δυνάμεών σου. Εις το όνομα του ονόματος καθώς βουβό πνεύμα Θεού φέρεται επί της επιφανείας των υδάτων. Αμήν». Κόντευε πάνω από χρόνος, που δεν είχε συναντήσει ψυχή ζώσα. Η μοναξιά είχε χτιστεί μεθοδικά γύρω του και εντός του. Οι λέξεις που πετούσαν στον κρύο αέρα, αποτελούσαν τα κομμάτια μιας πανοπλίας, που τον κρατούσε με το βάρος της σε εγρήγορση, σε μια επιφυλακτική επαγρύπνηση απέναντι σε έναν κόσμο, που καραδοκούσε να παρεισφρήσει σε αυτή τη μοναξιά, να εισχωρήσει πέρα από τα όριά της, με τον τρόπο που μόνο ο κόσμος έχει ,να επιβουλεύεται την ησυχία των όντων μέσα του, παραβιάζοντας το καταπίστευμα μιας σιωπής, που ο ίδιος τους είχε παραχωρήσει. Οι ίδιες λέξεις όμως, ήταν και το μοναδικό πράγμα, που τον ένωνε με αυτόν τον κόσμο.
Το χιόνι που έπεφτε ακατάπαυστα, κάλυπτε τα χνάρια της μοναχικής ικεσίας και ο ουρανός ,μοναδικός μάρτυρας και αποδέκτης όλων των ρητών και άρρητων, έστελνε τα σημάδια του με την ακατάληπτη ιερογλυφική γραφή των χιονονιφάδων, που βιάζονταν να ενσωματωθούν στην αταλάντευτη σιωπή του συμπαγούς όγκου χιονιού, ο οποίος έντυνε απ’ άκρη σ’ άκρη την κρύα γη. Υπήρχαν στιγμές που τα γυμνά δέντρα ξεπρόβαλαν φευγαλέα μέσα από τη λευκότητα, που σκέπαζε τα πάντα, για να χαθούν πάλι εντός της σαν αθετημένες υποσχέσεις. Ο αέρας που στροβίλιζε το χιόνι σε δίνες, μετέφερε την ανάμνηση ενός πνεύματος που είχε περάσει ανεπιστρεπτί και δε θα αναβίωνε ποτέ σε αυτό τον κόσμο. Ενός πνεύματος που συμπορεύονταν με τα όρη και τα δάση, που κατεύθυνε τα σύννεφα και τα βήματα όλων των μορφών ζωής και συνέπλεκε αρμονικά τις πορείες τους μέσα από τις ατέρμονες εναλλαγές σκοταδιού και φωτός και είχε πλέον αντικατασταθεί από τους απλούς υπαινιγμούς και τις ασταθείς εικασίες μιας ύπαρξης εν αμφιβόλω. Μιας ύπαρξης σε έναν κόσμο όπου η συνήθεια της εναλλαγής των εποχών και της συνακόλουθης αίσθησης της ροής του χρόνου, έκρυβε την αληθινή φύση των πραγμάτων και επέτεινε την άγνοια.
Η σκαλισμένη πρόταση πάνω από το ξύλο της πόρτας, που έγραφε, «Στη φύση δεν υπάρχει κανένα πράγμα, που να είναι πιο ωφέλιμο για έναν άνθρωπο, από ότι ένας άλλος άνθρωπος, που ζει σύμφωνα με τις επιταγές του Λόγου», είχε αρχίσει να ξεθωριάζει προ πολλού. Πότε να είχε σκαλιστεί άραγε και από ποιόν; Στη θέα της ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Ένας άλλος άνθρωπος, που ζει σύμφωνα με τις επιταγές του Λόγου», μονολόγησε. Η ανάμνηση του Δασκάλου του ήρθε αβίαστα. Πρώτα το βάθος της χροιάς της φωνής του και ύστερα το περιεχόμενο των λόγων του. Λόγων εκπεφρασμένων μια ζωή πριν, μια αιωνιότητα μακριά. «Μια μειοψηφία ανθρώπων έχει πρόσβαση στο Λόγο χάρη στις περιστάσεις και στην προσωπική προσπάθεια. Μην ξεχνάς ποτέ πως αν οι άνθρωποι γεννιόταν ελεύθεροι δε θα σχημάτιζαν καμία έννοια του καλού ή του κακού για όσο θα ήταν ελεύθεροι. Βγάλε την υστεροβουλία από τη σκέψη. Απάλειψε τη ματαιοδοξία από την έκφραση. Όποιος εκφράζεται για να αρέσουν οι γνώμες του είναι δούλος της γνώμης των άλλων. Ένας αχυράνθρωπος με αραχνοΰφαντα γκρίζα λόγια. Τα λόγια γεννήθηκαν σε αυτό τον κόσμο συνυφασμένα με το ψεύδος. Ολόκληροι πολιτισμοί μπουχτισμένοι από το ψέμα. Γιατί η ειλικρίνεια δε βρίσκεται στην έκφραση αλλά στην πράξη. Μπορεί να εμφανίζεται ανάλογη με τη σιωπή, σαν την ανεπαίσθητη αύρα του νότιου ανέμου που φέρνει μια νύχτα ξαφνικά τη γαλήνη μέσα στην καρδιά του σκληρού χειμώνα. Άλλωστε βαθιά μέσα στους ανθρώπους κατοικούν μνήμες από παρελθόντα, που δεν έχουν βιώσει ποτέ. Αυτά οδηγούν σα μίτος τη μελλοντική τους ύπαρξη, υπό τη σκιά ενός κόσμου γεμάτου διασταυρούμενα αόριστα νήματα και επιτείνουν την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης, την τεράστια πλάνη, πως έχουν την ικανότητα να κρατούν τις ζωές τους στα χέρια τους και να τις διαχειρίζονται χρησιμοποιώντας εργαλεία, που μόνο στη φαντασία τους κατέχουν».
Κούνησε το κεφάλι του για να αποδιώξει τις σκέψεις, που έφερναν ύπουλα το παρελθόν σε μια χρονική επικράτεια, η οποία δεν ήταν πια δική του, η οποία δεν έπρεπε να είναι ποτέ δική του. «Άραγε όταν σκεφτόμαστε το παρελθόν, αυτό μετατρέπεται αυτόματα σε παρόν; Τι γίνεται όταν επιστρέφουμε με τις σκέψεις σε ήδη βιωμένες καταστάσεις; Και ποιος παραχωρεί αυτό το χώρο στα πλάσματα της φαντασίας μας; Πώς αποσύρεται το παρόν και που κρύβεται; Θυσία στο βωμό της αναιμικής χίμαιρας που υποκρίνεται πως μας συνδέει αν όχι με αυτό τον κόσμο, τουλάχιστον με την υπόσχεση ενός κόσμου». Αίφνης αναλογίστηκε πως όλα όσα εδρεύουν μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων, δεν είναι άλλο παρά άνεμος. Ένας σαρωτικός τυφώνας από εικόνες που αναπαριστούν το μετείκασμα των υπολειμμάτων μιας άθλια παιγμένης παράστασης. Του αποκαλύφθηκε το μάταιο ενός χρόνου σπαταλημένου σε εικασίες και στην εξαντλητική προσπάθεια από μέρους των ανθρώπων, να υποκριθούν πως αποτελούν το κέντρο και τη γενεσιουργό αιτία ενός κόσμου, που τα υλικά του δε συνθέτουν τάχα την παγωμένη και αδιάφορη οντότητα, που είναι στην πραγματικότητα. «Η ιστορία του κόσμου δεν ήταν και δε θα είναι ποτέ η ιστορία του ανθρώπου», άκουσε τον εαυτό του να λέει φωναχτά. «Οι άνθρωποι δεν εξιστορούν επειδή έχουν την ανάγκη να θυμούνται ή επειδή προσπαθούν να τοποθετηθούν μέσα σε έναν ξένο και ακατανόητο κόσμο. Εξιστορούν ακούσια και αναγκαία χρησιμοποιώντας τα λόγια, την εκμαυλιστική αυτή κατάρα που έπεσε πάνω τους από τον ίδιο τον εξιστορούμενο κόσμο, για να τους διατηρεί δέσμιους στον ιστό της λήθης και μιας τυφλότητας που οι δοκησίσοφοι μέσα στην ανόητη αλαζονεία τους, ονομάζουν εθελοτυφλία. Κανείς δεν εθελοτυφλεί σε αυτό τον ανερμάτιστο λεκτικό χορό των χιλιάδων τυφλών ραψωδών, που τέρπονται από τον ήχο μιας φωνής της οποίας τυγχάνουν ιδιοκτήτες και από λόγια που ποτέ δεν τους ανήκαν, ούτε θα ανήκουν ποτέ σε κανένα καθώς η κτήση των λόγων απαιτεί μια κατανόηση που ποτέ δεν υπήρξε σύμφυτη με τη δημιουργία του».
Κόντευε πάνω από χρόνος, που δεν είχε συναντήσει ψυχή ζώσα όταν άνοιξε την πόρτα του κρύου παραπήγματος και χάθηκε για πάντα στη λευκή τυφλότητα, η οποία κάλυπτε τον κόσμο και προστάτευε τα ιερά μυστικά του, παρόλο που δεν υπήρχε πια κανείς να τα αναζητήσει.