Κάποιοι ισχυρίζονται πως, καθώς πέφτει η νύχτα στις κορυφογραμμές, ο άνεμος μεταφέρει ένα μοναχικό τραγούδι μπλεγμένο με το αλύχτισμα των λύκων και με το θρόισμα των φύλλων. Ένα τραγούδι το οποίο κάποιες στιγμές μοιάζει με τη φωνή ενός κόσμου που πάλλεται από ζωντάνια και κουβαλά εντός του την απαρχή του χρόνου.
Δεν ήταν λίγες οι φορές, που ευχόταν να είχε εφεύρει ο ίδιος αυτή τη φωνή, τις λέξεις και τις έννοιες, τον άνεμο για τη μεταφορά των νοημάτων καθώς και όλα τα πράγματα που αυτά ονομάτιζαν. Και ήταν αυτή η ευχή, που τον συντρόφευε στη διάρκεια της ασταθούς πορείας του στο μεταίχμιο της ύπαρξης και της ανυπαρξίας και του γεννούσε μια αίσθηση θαλπωρής, που ο ίδιος για χρόνια προσποιούνταν πεισματικά πως δεν του ήταν απαραίτητη.
Όσο για την έννοια της απαρχής του χρόνου είχε πάντα την υποψία, πως η προσκόλληση των ανθρώπων σε αυτή ίσως και να ξεκινούσε από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι μάθαιναν την ακολουθία των γραμμάτων και γαντζώνονταν στο πέρασμα από το άλφα στο βήτα, για να καταλήξουν στο ωμέγα σαν εξασθενημένοι οδοιπόροι, πρακτική η οποία μάλλον εξέλειπε σε μυθικές εποχές, κατά τις οποίες η κτίση παρουσιαζόταν πιο σίγουρη για την ύπαρξή της και επέτρεπε την ερμηνεία της από την πλευρά των ανθρώπων, χωρίς να παρεμβάλει ανάμεσα στο ερμηνευμένο και τον ερμηνευτή του, την αποπροσανατολιστική παρουσία μιας όλο και πιο σκοτεινής και ασαφούς σημειολογίας.
Ίσως να ήταν το πορτοκαλί σχεδόν κόκκινο φως του ήλιου, που έβαφε τον τοίχο και του παρείχε την αίσθηση μιας αδιόρατης θλίψης, σαν να είχε ανοίξει μια χαραμάδα στον κόσμο και από μέσα της να χύνονταν και να εξαφανίζονταν ο χρόνος, που εκείνο το παράξενο απόγευμα τον έκανε περισσότερο να νιώσει παρά να σκεφτεί, πώς η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη αποτελούσε έναν ολόκληρο, ξεχωριστό κόσμο.
Αντιλήφθηκε ξαφνικά, πως ο κάθε άνθρωπος διερχόταν μέσα από αυτούς τους παρόμοιους κόσμους-υπάρξεις αδιάφορος, χωρίς να διαθέτει τα εργαλεία να αφουγκραστεί την ιστορία αυτών των κόσμων εις βάθος, παγιδευμένος στο εγωιστικό βίωμα της προσωπικής του ιστορίας και της εσφαλμένης εντύπωσης, που του παρείχε η δήθεν κατανόηση του κόσμου μέσα από τις ατομικές προσλαμβάνουσες, γνώμες, εικόνες και ιδέες. Και ήταν αυτή η εγωιστική, ατέρμονη ροή των αναμνήσεων και των προσωπικών στιγμών, το κάθε μικρό, ιδιαίτερα προσωπικό συναίσθημα και οι απέραντες, αρραγείς αλυσίδες που δημιουργούν οι συστοιχίες των σκέψεων, όλα όσα απαρτίζουν αυτή τη σκοτεινή και ανεξιχνίαστη ύπαρξη που καλείται εαυτός, που δημιουργούσαν στους ανθρώπους την ανάγκη για την καταμέτρηση ενός χρόνου, ο οποίος από τη στιγμή που γινόταν το αντικείμενο αυτής της καταμέτρησης έπαυε να είναι πια δικός τους.
Και αν κάποτε κατόρθωνε κανείς αψηφώντας και υπερβαίνοντας τα όρια αυτού του χρόνου, να τολμήσει να αφοσιωθεί στην αναζήτηση κάποιας μυστικής αναλογίας, που να καθόριζε την πορεία των πραγμάτων και να διαμόρφωνε τη συνολική, και πολλές φορές εμφανιζόμενη ως μαγική, εικόνα του κόσμου, το πιθανότερο ήταν πως θα έθετε αυτός ο ίδιος τις βάσεις για την επινόηση αυτών των κατά τα άλλα ατράνταχτων αναλογιών, παραγωγών τάχα απαρασάλευτων νόμων, που καθοδηγούν εις το διηνεκές την πορεία των πραγμάτων και του συνόλου μιας ύπαρξης, η οποία κατά τα φαινόμενα περίμενε υπομονετικά την εμφάνιση του ανθρώπινου παρατηρητή και της διάνοιάς του για να ξεδιπλώσει τις πιο μύχιες πτυχές της.
Και από τη στιγμή που αυτή η τελετουργία των αναλογιών ήταν θεμελιωμένη πάνω στο σαθρό έδαφος της υποκειμενικότητας, που εξέφραζε η συνεχώς φθίνουσα και στερούμενη νηφαλιότητας, ικανότητα για παρατήρηση, δεν έμενε κανένα περιθώριο για την όποια αξιοπιστία της αποτύπωσης της σε λόγο. Ήταν η αναγνώριση της αναγκαιότητας αυτού του μηχανισμού, αυτό που τον οδήγησε στην παράλογη και αναπόδραστη απόφαση, να κλέψει και να εξαφανίσει όλες τις λέξεις από τον κόσμο.
Αναγνωρίζε το γεγονός πως οι λέξεις αποτελούσαν ανέκαθεν εκφράσεις της φαντασίας των ανθρώπων και μυθοπλαστικές προβολές ενός ξεστρατίσματος της σκέψης τους και πως ακολούθως μετατρέπονταν σε επικίνδυνο παιχνίδι στα χέρια φορέων, που τις ερμήνευαν, ελαφρά τη καρδία, κατα το δοκούν. Αδυνατούσαν λοιπόν εν τη γεννέση τους να αποτυπώσουν την ουσία των πραγμάτων, γιατί παρόλο που οι άνθρωποι πίστευαν πως με τη χρήση των λέξεων έβαζαν μια τάξη στο χάος του κόσμου, αυτή η τάξη ήταν εξίσου φαινομενική και απατηλή με το υποτιθέμενο χάος που ταξιθετούσε. και νθραπόνθρ
Ακόμα και αν οι ίδιες οι λέξεις δεν αποτελούσαν παρά μόνο τα ράκη ασαφών εννοιών, θεωρούσε πως ο αφανισμός τους ίσως να ήταν η μοναδική δίοδος προς μια αντικατάσταση αυτών των εννοιών. Ή προς την άπαξ δια παντός εξάλειψη κάθε έννοιας, η οποία σφετεριζόταν κομμάτια από το ήδη κατακρεουργημένο κουφάρι ενός κόσμου παραμορφωμένου από ορισμούς και ονόματα που αντικατόπτριζαν μια άγνοια, η οποία θεμελίωνε την απαρχή ενός εξαμβλωματικού τερατουργήματος. Δημιουργούσε έναν ανεστραμμένο, παραληρηματικό κόσμο, που δεν αρκούνταν στο να υπάρχει παρασιτικά, παράλληλα με τον φερόμενο ως πραγματικό κόσμο αλλά απαιτούσε να τον υποκαταστήσει, με μια ψευδεπίγραφη απαίτηση που προσποιούνταν πως είλκε την ισχύ της από τα πανάρχαια τελετουργικά της δημιουργίας των απαρχών της πλάσης και όλων όσων αυτή περιέχει.
«Το όνομα προϋπήρξε της ύπαρξης», αντηχούσε η φωνή στο βάθος του κεφαλιού του. «Αν εξαφανίσεις τα ονόματα θα εξαφανιστεί και ο κόσμος. Ο Προμηθέας δεν έκλεψε ποτέ τη φωτιά. Προσπάθησε να κλέψει το φως τού κόσμου, θέλησε να εξαφανίσει τις έννοιες και να καταστήσει την ύπαρξη βουβή, βορά του σκότους και της χαλύβδινης σιωπής, μέσα στην οποία κανένας λόγος δεν θα μπορούσε να σημάνει την απαρχή και οι θεοί θα έμεναν ανέκφραστοι με τα υλικά της ζωής άψυχα στα χέρια τους».
Αναπαράγοντας στο μυαλό του τον ίδιο μονόλογο ξανά και ξανά, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αν υπήρχε κάτι που μπορούσε να παγιδέψει τους ανθρώπους στα δίχτυα του ψεύδους, αυτό ήταν μόνο οι ιδέες που οι ίδιοι σχημάτιζαν για τα πράγματα. Η αντανάκλαση του κόσμου στους παράλληλους καθρέφτες τού μυαλού εξαπολύει την έκρηξη των καλειδοσκοπικών ψευδαισθήσεων και παράγει στρεβλά τερατουργήματα τόσο στενά δεμένα με τη σκέψη των φορέων τους, ώστε καθίσταται πιά αδύνατον να απαγκιστρωθούν από τα μύχια της σκέψης των δημιουργών τους χωρίς να καταστρέψουν ριζικά την ίδια τη σκέψη. Η ξαφνική συνειδητοποίηση ότι όποιος επιθυμούσε να κλέψει τις λέξεις θα έπρεπε να ήταν προετοιμασμένος να αναμετρηθεί με όλες αυτές τις φρικαλέες ιδέες κάνοντάς τες κτήμα του, του έκοψε την ανάσα και τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δύο.
Ταυτόχρονα κατάλαβε πως σε έναν κόσμο που οι έννοιες ήταν συνυφασμένες με το ψεύδος και η σημασία τους είχε πάψει προ πολλού να αποτελεί έστω και το παραμικρό σταθερό σημείο προσανατολισμού μέσα στο περιβάλλον χάος, κανένας δεν θα αντιλαμβανόταν την παντελή απουσία των εννοιών. Αν οι άνθρωποι ήταν ακόμα ικανοί να αντιληφθούν την έλλειψη κάποιας πτυχής που σχετίζονταν με τις λέξεις, αυτό δεν ήταν η σημασία τους αλλά ο θόρυβος που μπορούσε να παραχθεί από αυτές. Είχαν τόσο συνηθίσει να καλύπτουν τους ήχους της φύσης με το βουλοκέρι της φωνής τους, ώστε τους ήταν πλέον αδύνατον να παραμείνουν σιωπηλοί. Και αναγκάζονταν έτσι να βομβαρδίζουν συνεχώς ο ένας τον άλλον με ακατάληπτες έννοιες, δημιουργούς μακροσκελέστατων μονολόγων χωρίς πραγματικούς αποδέκτες.
Γιατί αν κάτι είχε χαθεί ανεπιστρεπτί από αυτό τον κόσμο ήταν η ικανότητα των ανθρώπων να εκπλήσσονται από τα πράγματα, καθώς ορίζοντάς τα και δένοντάς τα με τις λέξεις και τις έννοιες, θεωρούσαν ότι τα έθεταν υπό την εξουσία τους μέσω της δήθεν απόλυτης κατανόησης τους. Μάταιη ψευδαίσθηση που οδηγούσε σε έναν ομογενοποιημένο κόσμο, καταδικασμένο στην αδράνεια και τη νεκρική ακαμψία. Η πεισματική από πλευράς τους ψευδαίσθηση της γνώσης των πάντων και η συνακόλουθη έλλειψη ανάγκης για την αναζήτηση και το ξάφνιασμα, για το θαυμασμό που προσφέρει κάθε καινούρια μέρα, κάθε νέο φως που πέφτει αδιάληπτα και με την ίδια αξιοθαύμαστη περιοδικότητα πάνω σε αυτόν τον συνεχώς ανανεωμένο κόσμο, τους καθιστούσε τυφλούς μπροστά σε ένα πανόραμα που φύλαγε τους θησαυρούς του μόνο για όποιους δεν σταματούσαν ποτέ να αναρωτιούνται και να εφευρίσκουν συνεχώς νέα ονόματα για να περιγράψουν όλες τις νέες διαστάσεις της διευρυμένης θεώρησής τους.
Θα ήταν άσκοπο λοιπόν να κλέψει κανείς τις λέξεις και τις έννοιες από τους ανθρώπους, καθώς οι ίδιοι τις είχαν καταστήσεις άχρηστες μέσω της τελεσίδικης κατάχρησής τους. Γιατί οι έννοιες και τα νοήματα, οι λέξεις και οι ερμηνείες, υπήρξαν από την αυγή του κόσμου και πάντα θα είναι ταυτόσημες με τις πνοές που ζωοποιούν την ουσία των πραγμάτων και όπως οι πνοές, έτσι και οι έννοιες ανανεώνονται και ακολουθούν τη ροή του σύμπαντος με τις αναδιπλώσεις και τη διεύρυνσή του, τη φθορά και την αναδημιουργία, την εμφάνιση και τη χάση, την πορεία μέσα σε αυτή τη δυαδική νομοτέλεια που φανερώνει και αποκρύπτει περιοδικά την ουσία των πραγμάτων, όχι για να γεννήσει τις σημασίες, όπως διατείνονταν κάποιοι αδαείς αλλά για να εκφραστεί μέσα από αυτές, χρησιμοποιώντας ένα λόγο που δεν βρίσκεται απλά στην αρχή αλλά ενοποιεί κάθε αρχή με τη διάρκεια, που στα μάτια των ανόητων καταχραστών μοιάζει με το τέλος.
Μέσα στους ομόκεντρους κύκλους τη φυλακής των εννοιών τους οι άνθρωποι περιχαράκωσαν έναν λειψό κόσμο, που ασφυκτιούσε και καταβροχθίζονταν από μια αργή σήψη, που δεν κατάφερνε να βγάλει τους ανθρώπους από τη νάρκη τους παρά την αποκρουστική της δυσωδία. Στις παρυφές όμως αυτού του δεσμωτηρίου η δημιουργία οργίαζε και εμφάνιζε νέα ιριδίζοντα σύμπαντα, που ξεπηδούσαν μέσα από εντυπωσιακές εκρήξεις χρωμάτων και ήχων, πλανήτες δονούνταν στις νεοσύστατες ράγες της τροχιάς τους και έφτιαχναν σχηματισμούς που υπερέβαιναν κάθε γνωστό νόμο, που υπήρχε μέχρι τότε στο σύμπαν. Και όλα αυτά μόνο μέσα σε ένα μόριο σκόνης, που περιδινούνταν στη λεπτή δέσμη φωτός μιας δύσης που δεν θα παρατηρούσε πιά κανείς, γιατί τα κατάστιχα και τα λεξικά των σοφών την είχαν ορίσει σε τόσες γλώσσες, που έπαψε πια να είναι άξια παρατήρησης, τη στιγμή που θα έπρεπε να υπάρχει ένα λήμμα για κάθε δύση αυτού του κόσμου και από δύο λήμματα για τις ανατολές και άλλα τόσα για τη δροσοσταλίδα την ώρα που συνομιλεί με την πευκοβελόνα και της εκμυστηρεύεται την επικείμενη άφιξη την πρώτης ακτίδας που διαπερνά το κρύο, σκοτεινό σύμπαν μόνο για να εξακοντίσει την εικόνα του πράσινου σε κάθε γωνιά μιας νύχτας, που την ίδια στιγμή μετατρέπεται σε μέρα.
Κάποιοι ισχυρίζονται πως, καθώς πέφτει η νύχτα στις κορυφογραμμές, ο άνεμος μεταφέρει ένα μοναχικό τραγούδι μπλεγμένο με το αλύχτισμα των λύκων και με το θρόισμα των φύλλων. Ήταν εκείνη την ώρα που αποφάσισε πως θα ήταν άσκοπο να κλέψει από τους ανθρώπους κάτι που δεν διέθεταν πια. Το μοβ της δύσης είχε αγκαλιαστεί με το χρυσαφί, τη στιγμή που με ένα ξύλο χάραξε πάνω στη βρεγμένη γη το πρώτο καινούριο γράμμα και εμπιστεύτηκε τα υπόλοιπα σε όλες τις χαραυγές που έμελλε να έρθουν.