Μικρές αγγελίες
Η φόρμα ζητούσε επάγγελμα
Έπειτα από κάποια σκέψη
σήκωσε το στυλό
και έγραψε:
Αποκλειστική νοσοκόμα
δαπανημένης νιότης
με εκτεταμένη εμπειρία
σε επάλειψη και επίδεση
αποχωρισμών,
εγχύσεις δακρύων,
ακροάσεις ματαιοτήτων
και γηροκομήσεις
ανεπίτευκτων υποσχέσεων
Για πληροφορίες
καλέστε στο τηλέφωνο:
Χρονίως πρεσβύωπας
και πεισματικά αρνούμενος
την κατάφωρη καταπίεση
των γυαλιών
ή ―χειρότερα―
των φακών επαφής
δεν τα είχε
εν τούτοις
παρατήσει
εμμένοντας στο να παρατηρεί
τα τεκταινόμενα
με το κεφάλι του
σε μόνιμα προκλινή στάση
με μάτια
των οποίων ο βολβός
βρισκόταν διαρκώς σε ημι-έκλειψη
από δυο βλέφαρα ρυτιδιασμένα
και που μέσα τους ενείχαν
βλέμμα
φυσιοδίφη ζωολόγου
επισκεπτόμενου
για πρώτη φορά
την Αφρική.
Εν μέρει
του άρεσε μάλλον,
όλη αυτή η θολούρα
Έκανε πιο όμορφους
τους ανθρώπους,
πιο εύπεπτα τα πρωτοσέλιδα
στην πρωινή του εφημερίδα,
ακόμη πιο λείο
το δικό του πρόσωπο
τις ελάχιστες φορές
που κοιταζόταν στον καθρέφτη
και πίστευε ακράδαντα
ότι του επιμήκυνε κάπως
το χαμόγελο,
έστω
και κατά λίγα χιλιοστά.
Πομπηία
στη Θέη, που το αγάπησε
Μη μου ζητήσεις
ποιήματα
ανάλαφρα σαν πέπλα
για νοσταλγίες ρομαντικές,
για κόρες
με μάτια που γητεύουν,
για νοθευμένο από τραγούδια
γέλιο,
της ποικιλίας
που ευμενώς παρέχεται
σε κάθε καπηλειό
τα βράδια
Μα ―προπαντός―
μη μου ζητήσεις ποιήματα
για πόλεις
που δε φεύγουν
Ποτέ
καμία τους δεν έμεινε―
όχι πιότερο από λίγα χρόνια
Γιατί όλες
οι βασιλεύουσες
κάποτε
λυγίζουν
Κάποτε
αφήνουνε
το σκήπτρο και
την τήβεννο και
τα μεταξωτά
σανδάλια
κι εναποθέτουνε
το βάρος τους
στη γη
το βάρος τους
σ' εμάς,
βαλμένες
με όλη τη δόξα τους
την πρότερη
τώρα να μας συντρίψουν
των ερώτων
και των κοριτσιών
και των, πλέον αχλύων,
ματιών τους.
Μεταμεσονύχτιο
Όταν
επιτέλους φτάσαμε
το εστιατόριο
είχε μόλις κλείσει
Μόνη
μια ασθενική λάμπα
σκιαγραφούσε
την ισχνή μορφή του σερβιτόρου
χαράσσοντας
μες στη θαμπή της λάμψη
τις κινήσεις του
όσο εκείνος
έσερνε
καρέκλες που πάνω τους
ενθρόνιζαν τη σιωπή,
σκούπιζε απόηχους μουσικής
απ’ τα πλακάκια,
δίπλωνε με ευλάβεια
το κέφι της βραδιάς
για να το απλώσει πάλι,
αλέκιαστο,
την επομένη κιόλας
νύχτα
σε ένα δείπνο
απ’ όπου
―μόνιμα―
εμείς δηλώνουμε
απόντες.
Ενάλιο
Στην παραλία
ξεγύμνωνε τα τραύματα της
Άπλωνε κάτι
μεγάλες, ξεφτισμένες ψάθες
και τα άφηνε
εκεί
να λιάζονται με τις ώρες
εκθέτοντας
την κάθε τραχεία
επιφάνεια
στις ανελέητες διαθέσεις
ενός δεσποτικού ηλίου
Όταν, πια
έβγαινε απ’ τη θάλασσα
η σάρκα είχε ζαρώσει,
μαραθεί
μετουσιωνόμενη
σε κάτι γλυκό
και καστανόχρυσο
Έχωσε ένα βιαστικά
στο στόμα της
και γύρισε
τα κλειδιά του αυτοκινήτου
δεξιόστροφα.
Ο συλλέκτης
Κι αν
―άθελα μου―
κάτι εκ των ειρημένων
σας προσέβαλε
Αν
φάνηκα αναιδής,
δυσφορικός,
βραδύνους
τη συζήτηση επιβαρύνοντας
με ανέκδοτα απρεπή
κι αμηχανίες
θα παρακαλέσω
για μια κάποια,
από πλευρά σας,
επιείκεια
Αν μη τι άλλο
δεν είμαι
στη ζωή αυτή
πάρα απλός ερασιτέχνης
Μαζί της
καταπιάνομαι
από καθαρό και μόνο
πάθος
επιχειρώντας
τοιουτοτρόπως να γεμίσω
τον ανελεύθερο
χρόνο μου
―ανασκάπτοντας
διαπροσωπικότητες εύθραυστες
μες στου παροδικού
την επίπλαστη λάμψη.