Μεγάλες αποφάσεις

Αφού στο είχε προείπει η Λιάνα, «γιατί ο Έρωτας έχει φτερά;»
Αφού στο είχε προείπει η Λιάνα, «γιατί ο Έρωτας έχει φτερά;»

Εδώ λένε πως όταν παίρνεις μιαν απόφαση, ν’ ακολουθήσεις τον έναν από τους δύο δρόμους που έχεις μπροστά σου, τότε άλλοι δυο ξανοίγονται λίγο αργότερα. Όχι ως νέο δίλημμα. Θέλουν να πουν, πως απελευθερώνεσαι από το προηγούμενο σταυροδρόμι κι η ελευθερία αυτή φουσκώνει, έστω πρόσκαιρα, τα πανιά σου.
Μια κρίσιμη απόφαση είναι συνήθως αποτέλεσμα μακράς εγκυμοσύνης, προετοιμασίας μιας κίνησης που δεν τόλμησες πρωτύτερα να πράξεις. Κάποιες φορές ως χρόνια συνέπεια μιας προδοσίας τυφλής, δικής σου ή των άλλων. Ή μιας εθελοτυφλίας. Μέχρι που φθάνει η στιγμή του «μη παρέκει». Στέκεσαι τότε στο χείλος ενός χάους που μόνο εσύ το βλέπεις. Είναι πλέον για σένα εκεί. Το «φάρμακον» που ήρθε η ώρα να το πιεις. Πώς το ‘λεγε η μάνα σου, «Αχ, παιδί μου, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».
Βγαίνετε στο διάλειμμα με τον συνάδελφο και πρόσκαιρο αλλά αγαπητό φίλο, έξω από την εταιρεία, στον φρέσκο του χιονιού αέρα. Χίλια μέτρα υψόμετρο κι είμαστε αυτόν τον χειμώνα του 2018, εδώ στις προ-Άλπεις, συνέχεια στα χιόνια.
Του λέω, «Τομπίας, πρέπει να πάρω πια την απόφαση, δεν μπορώ να κρατήσω άλλο τη θέση στην Ελλάδα». Τα προβλήματα στην εταιρία πολλά, διαισθανόμασταν το τέλος που άργησε δυο-τρία χρόνια. Πρέπει να στηρίξω για κάποια χρόνια τρία παιδιά, ο ένας φοιτητής στην Κρήτη, τα κορίτσια μαθήτριες ακόμα.
Σκέφτεται. Γνωρίζει την κατάστασή μου, με δυο χωρισμούς στην πλάτη. Μου απαντά, «μείνε, έχεις την Καταρίνα εδώ, θα τα καταφέρεις».
Κατάπια τρέχοντας δυο μεγάλες νιφάδες χιονιού και πήρα την απόφαση παραίτησης από τη μόνιμη θέση καθηγητή πρώτης βαθμίδας ― ίσως ο μόνος στην όλβια γη, γιατί άλλοι φίλοι χαμηλότερων βαθμίδων είχαν διασκορπιστεί στην οικουμένη τα προηγούμενα χρόνια. Έξοδος τρίτη ― και τελευταία, προς το παρόν· είχαν προηγηθεί άλλες δύο.

«Το σκεφθήκατε καλά, κύριε Τ.;» μου είπε η προϊσταμένη του Διοικητικού η κ. Ψ., πίσω στο «ρέμα» του πατριού πανεπιστημιακού ιδρύματος. Στεκόταν η κυρία Ψ., μαζί με λίγους άλλους συναδέλφους, ως φάρος μιας στάσης ηθικής, ανθρώπινης. Ίσως γι’ αυτό λύγισε τα κύτταρά της ευκολότερα ο καρκίνος.
Κάποια φορά, ημέρες απεργίας με άδεια τα κτίρια, πέρναγες μπροστά από το «προεδρικό» ―βλέπε πρυτανικό― ορθομαρμάρινο «μέγαρο» που γυάλιζε στον ήλιο και σε στράβωνε η Πεντελική λευκότητά του, με κατεύθυνση την χαλασμένη, σκουριασμένη πόρτα στην πίσω μεριά· εκεί απέξω είχες παρκάρει.
Μ΄ακολουθούσε μια αγέλη σκύλων που γυρόφερναν εκεί, μην έχοντας τι να κάνουν. Αυτά δεν απεργούσαν. Τα τάϊζε ο δεύτερος τότε. Ξεπρόβαλε απ΄το παράθυρο πάνω ο «Μέγας Άρχων» μαζί με κάποιον άλλο δεύτερο, κοιτάζει, προφανώς με βλέπει.

«Πολλά σκυλιά έχουν μαζευτεί εκεί κάτω», λέει δήθεν αστειευόμενος. Θα εννοούσε μάλλον τα συμπαθή αδέσποτα.
Κι ας είχες μαζέψει ψήφους για τον γιό του για να πρωτοβγεί βουλευτής -μετά από παράκληση διακριτική... του προϊσταμένου σου.
«Από όποιους γνωστούς στην Α΄ Αθηνών ψηφίζουν την «γαλάζια πατρίδα» μου είπε ο αγαπητός κ. Γ., όχι εσύ, βέβαια» ―καθότι γνώριζε ότι έπλενες ακόμα με το απορρυπαντικό με τους πρασινοκόκκινους κόκκους. Κι έγινε ο νιος, αστέρας της πολιτικής και υπουργός που τρέχει πίσω απ’ τον ρεπουμπλικάνο, την οπλονόμο, τον εφοπλιστή―«χάι σοσάιετι»!
Πώς και πού να στεριώσεις; Δεν προσκυνούσες εύκολα. Μια ζωή αλλότριος κοπρίτης, άστεγος της πολιτικής και του τόπου ― δηλαδή ελεύθερος των συμβάσεων και των ασύμβατων περιστάσεων. Κι ας δάκρυσες τόσες φορές μακριά απ’ την αγαπημένη μητριά ― και τα παιδιά σου. Για τους νεο-σοδομίτες, γιατί να κλάψεις;
Πόσοι τόμοι χρειάζονται για να γραφεί κάποτε η Ιστορία απ’ την μεριά του Ιούδα; ― ως ανήκεστος της Ιστορίας βλάβη;
Φούσκωσες έπειτα, με τα πνευμόνια σου, στον γκρεμό μπροστά, τα πανιά σου. Ίκαρος υπερήφανος των πτήσεων, των πτώσεων. Στα σύννεφα ή στη λάσπη, εναλλάξ.
Κάποτε πάλι νόμισες ότι ήρθε η ευτυχία. Βούτηξες να την πιάσεις, σε μια δεύτερη ελπίζοντας ευκαιρία ― απόφαση είπες, ώριμη, τελεσίδικη. Την άκουσες μετά την γαμήλια τελετή που ψέλλισε στ’ αυτί σου, «ας κάνουμε τώρα ότι φιλιόμαστε...», κάτι σα να ψυλλιάστηκες, μα ήταν η ακοή σου τυφλωμένη κι η ματιά σου βουβή.
Έπρεπε να ᾽ρθουν δυο άγγελοι, να περάσουν επτά χρόνια, μέχρι να πέσει το οικοδόμημα στο κεφάλι σου· για να δεις. Και να βγεις. Έξοδος δεύτερη.
Μπορεί, αναρωτιέσαι, να σταθεί μια ευτυχία, πάνω σε μια πρότερη δυστυχία; -μιας άλλης/ενός άλλου;
Πληρώθηκες με το ίδιο νόμισμα; Κάποιος, κάποια δε φεύγει πρωτύτερα; Αφού στο είχε προείπει η Λιάνα, «γιατί ο Έρωτας έχει φτερά;», γιατί εσύ ―ή αυτή― να τυραννιέσαι/ται;
Είχες ήδη πιο πριν ―στην προηγούμενη κατάσταση― λιώσει, πέντε χρόνια στο ντιβάνι, θαρρώντας ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, παρά εκείνη η τελική απόφαση. Ας είχες και τότε έναν άγγελο, είχες τη δύναμη ακόμα. Κι όταν η βία εγκαθίσταται στη σχέση, όταν το κεφάλι χτυπούσε ξαφνικά στη γυάλινη επιφάνεια ―πόσο απέχει το θηρίο μέσα μας;― θεώρησες καλύτερο να φύγεις. Έξοδος πρώτη.
Μεγαλώσαμε έτσι παράλληλα· με τους αγγέλους. Μια εδώ, και μια εκεί. Ανέβαζες κάθε βράδυ τις σκέψεις σου στο σύννεφο ―στο «cloud» θα λέγαμε σήμερα― και το φυσούσες να ταξιδέψει νότια... Κάθε βράδυ!
Ήρθαν κατοπινά κι άλλες κρίσιμες αποφάσεις. Είπες, εδώ θα ζήσω. Άλλαξες για ενδέκατη φορά κατοικία, για τέταρτη χώρα. Είδες την ελλειπτική τροχιά του χάρτη. Ταξίδεψες και γνώρισες την κύρτωση της γης. Έγλειψες το στόμιο της ευτυχίας. Το «φάρμακον» ίδιο.
Γιατί έχεις δίκιο Σωκράτη ―διά στόματος Φαίδωνος και γραφίδος Πλάτωνος― πώς «το ηδύ δηλαδή το ευχάριστο και το λυπηρό ενώ δεν έρχονται ταυτόχρονα, όταν κάποιος αποκτά το ένα, είναι σχεδόν αναγκασμένος ν’ αποκτήσει και το άλλο, τ’ αντίθετό του».
Άλλοτε έστειλες μια ιστορία που αγνοήθηκε, για λόγους που η ζωή ως σύμπτωση επιφύλαξε. Αποκαλύπτεται η πραγματικότητα ως γνώση. Έτσι γινόμαστε σοφότεροι, σκαλί-σκαλί.
Έστειλες μετά αλλού ένα ποίημα. Κι ήρθε μια γνώμη άλλη, σαν αγκαλιά αυστηρή αλλά δίκαιη. Μικρές χαρές που πλάθουν μια μεγαλύτερη.
Τα ποτάμια άμβλυναν τις γωνίες της πέτρας που σέρνεις στα ίδια, στα ξένα που διάλεξες. Οι νέοι, γηγενείς φίλοι δεν σε βλέπουν σαν ξένο ― κι ας μη σε καταλαβαίνουν πάντα. Αντίθετα με πολλούς «συμπατριώτες», που ως ξένο ―γι΄αυτούς― σε θωρούν, ως ον παράξενο· όπως κι εσύ αυτούς άλλωστε.

Έτσι βαδίζεις, ατενίζοντας σωρείτες.

«... ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδού ζῶμεν [...] ὡς λυπούμενοι, ἀεὶ δὲ χαίροντες» (Β΄Κορινθ. 4, 10·9-10)

Ως διήγημα που αιωρείται τυφλά, ανασαίνον. Ως αφήγημα που ακόμα ελπίζει, που ζει κι οφείλει να πετάξει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: