«Εδώ είμαστε λοιπόν». Δυο τελευταία βήματα και στάθηκε στο κορυφαίο σκαλοπάτι. Μπροστά της απλωνόταν η τσουλήθρα της Αγίου Νικολάου. Στο ένα της χέρι βιβλίο και κινητό, στο άλλο ένα μικρό νεράντζι. Το πέρασε για μανταρίνι στην αυλή εγκαταλελειμμένου σπιτιού της άνω πόλης. Νιώθοντας πάνω της το βλέμμα θαμώνων κάποιου καφέ του κάστρου, κόβει το φρούτο για να ολοκληρώσει με μια αυθόρμητη κίνηση την εικόνα της γήινης ρομαντικής οπτασίας. Κάνει να το ξεφλουδίσει και της πιτσιλάει τα μάτια ο πικρός χυμός. Αντιδρά ψύχραιμα, σχεδόν επαγγελματικά. «Κάνε πως ήθελες απλώς να το μυρίσεις». Μπήγει τα νύχια της στη σάρκα του απαξιωμένου φρούτου και το φέρνει κοντά στο πρόσωπό της. Κολλάει ο καρπός στο δέρμα της δυσάρεστα, σταγόνες κυλούν ως τον αγκώνα. Συνεχίζει τον δρόμο της προς τα σκαλιά, λίκνισμα κι άρωμα εσπεριδοειδούς.
Κοιτάζει ξανά μπροστά της. Ιδού ο δρόμος προς τη δικαίωση. Κάπως μακρύς μα σύντομος. Σχεδόν πτώση, μια κατρακύλα εντυπωσιακή. Εδώ, σε ένα από τα εμβληματικότερα σημεία της πόλης θα φτιάξει τον πιο δυνατό της ήχο. Το έχει προβάρει στο όνειρό της. Το έχει εξετάσει με τους νόμους μιας παραφυσικής. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πάρει φόρα και να γλιστρήσει σαν σε τσουλήθρα παιδικής χαράς. Στο μεταξένιο δέρμα της τριβή σχεδόν μηδενική. Τα 206 σκαλοπάτια μπροστά της θα της χαρίσουν την επιθυμητή επιτάχυνση. Ο δρόμος μέχρι τη θάλασσα φαντάζει άδειος. Μεσημέρι Σαββάτου, όλοι πίνουν ούζα και τρώνε μεζεδάκια. Λίγα εμπόδια θα συναντήσει μέχρι να πέσει με ορμή στα νερά του πατραϊκού. Λίγες οι πιθανότητες να προλάβει μάτι να τη δει να γλιστράει στο έδαφος. Όλα τα κεφάλια θα στραφούν από τον εκρηκτικό παφλασμό. Θα ψάξουν τον κομήτη, θα ψάξουν την Αφροδίτη μα αυτή θα είναι πλέον αφρός. Θα γίνει πρώτα είδηση σε τοπικό πόρταλ κι ύστερα —γιατί όχι— θρύλος. Η γυναίκα που σαν καταρράχτης χύθηκε στη θάλασσα κι εχάθη. Και ποιος ξέρει, ίσως κάποιος γοητευμένος παράγοντας της πόλης να στήσει προς τιμήν της μια χάλκινη μικρή γοργόνα του μόλου, να κοιτά νοσταλγικά προς τον κυματοθραύστη, εκεί δίπλα στα χαμουρευόμενα έφηβα ζευγαράκια.
Πισωπατά δυο-τρεις φορές να πάρει φόρα και βγάζει τα ψηλά τακούνια. Αφήνει επίσης κάτω ό,τι άλλο τη βαραίνει. Τίποτα δεν πρέπει ν’ ανακόψει την ταχεία πορεία της. Ξεχνά μόνο να πετάξει το νεράντζι που βράζει μες στη χούφτα της. Ένα, δύο, τρία γρήγορα βήματα και άλμα! Προσγειώνεται στη λεκάνη της και αρχίζει η κατεβασιά. Τίποτα δεν πάει καλά εδώ, τίποτα σύμφωνα με το πλάνο. Η σκάλα της Αγίου Νικολάου κάθε άλλο παρά με τσουλήθρα μοιάζει. Γιγαντιαίος τρίφτης που κονιορτοποιεί το έρμο σώμα, σαν να μην περιείχε εκείνο ούτε γραμμάριο νερού. Τα έντρομα μάτια προλαβαίνουν να κοιτάξουν τη μία γεμάτη παλάμη. Μέτρο το μέτρο η γυναίκα μειώνεται μα η συνείδηση αυξάνει. Τι προλαβαίνει να σκεφτεί η παράδοξη ηρωίδα βλέποντας τη θάλασσα να πλησιάζει; Πως λάθος τα υπολόγισε τα πράγματα. Πως μετατρέπεται σε σκόνη και δεν προφταίνει ούτε να ουρλιάξει. Πως κανείς δεν τη βλέπει ή δεν επιθυμεί να τη σταματήσει. Πως ποτέ δεν θα ακουστεί ο μέγας παφλασμός. Πως εκείνη εξανεμίζεται κι η αδίστακτη πλάση θα τολμήσει να ξημερώσει ξανά και ξανά. Πως ούτε καν πονάει όσο θα περίμενε.
Στην άκρη της προβλήτας καταφέρνει τελικά να φτάσει μόνο μια πορτοκαλί πορώδης μάζα. Μοιάζει λίγο με φρούτο και λίγο με σφουγγάρι. Κατρακυλάει με όποια ελάχιστη ορμή έχει απομείνει και πέφτει στο νερό με ένα αδύναμο «πλιτς». Ένα βυζανιάρικο το παρακολουθεί με το απλανές του βλέμμα καθώς θηλάζει. Ο μαστός αδειάζει κι εκείνο σφίγγει τα ετοιμοπόλεμα ούλα γύρω από τη θηλή. Η μάνα διαμαρτύρεται, διακόπτει την κουβέντα με τη διπλανή της κι αλλάζει θέση στο μωρό. Το μουλιασμένο νεράντζι χάνει έτσι τον μοναδικό θεατή του. Σε λίγες ώρες θα ‘χει χαθεί κι αυτό το ίδιο.
Στις ακριανές πλάκες του μόλου μένει μια γλίτσα από πικρό χυμό και κάποια πούδρα οργανική. Μια αδέσποτη γάτα περνά μετά τα μεσάνυχτα. Γλείφει ανόρεχτα, μορφάζει με αηδία, κοιτά προς τον κυματοθραύστη και συνεχίζει την περιπολία.