Το ραντεβού


Before the sunrise, Greek edition

Το πρώτο ραντεβού της Μαρίας! Ποιος θα το πίστευε; Δεν θυμάμαι καν το όνομα του τύπου, αλλά, κοπιάροντας τον Τεντ του «How I Met Your Mother», θα τον πω «Μπλα Μπλα».

― Δεν παίζει να πάω μόνη μου, θα έρθεις μαζί! Κι αν είναι κανένας ψυχοπαθής;

Έφερα σθεναρές αντιρρήσεις, αλλά δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να της κάνω το χατίρι. Πήγα μαζί της. Με ενισχύσεις, φυσικά: τον Γιάννη, τον κολλητό μας, και την Κατερίνα, την ξαδέρφη μου. Ε, τι; Κι αν είναι κανένας ψυχοπαθής;
Ακόμα καλύτερη λεπτομέρεια αυτού του ραντεβού ήταν το μέρος: ένα κρητικό γλέντι σε ένα decadence club στο κέντρο της Αθήνας! Κρητικός ο Μπλα Μπλα, είπε να πρωτοπορήσει. Η ρακή έρεε σε κανάτες πάνω σε δίσκους, που οι σερβιτόροι μετέφεραν σε κάθε τραπέζι σχεδόν χορεύοντας στον ρυθμό του πεντοζάλη.
Ο Μπλα Μπλα, που είχε ειδοποιηθεί για το ραντεβού-φιάσκο, έφερε κι έναν φίλο του μαζί - δεν θα προσπαθήσω καν να θυμηθώ τ’ όνομά του.
Εγώ σκοτεινή: μαύρα ρούχα, All Stars, κοντές αφέλειες. Η Μαρία βγαλμένη από άλλη δεκαετία: χρυσαφένια κυματιστά μαλλιά, παστέλ φούστα και 1.85 ύψος που δεν χρειάζεται ενισχύσεις.


Cretan Κλαμπ


Φτάνουμε στο κλαμπ. Καθόμαστε στο μπαρ, δίπλα-δίπλα, κοιτάμε τον τοίχο και κατεβάζουμε ρακές. Τέσσερις γκρι τοίχοι, χωρίς παράθυρα. Μόνο κόκκινα και μπλε φώτα που μας τυφλώνουν κάθε τόσο. Στα μεγάφωνα, κακόηχα κρητικά τραγούδια. Ο DJ Σήφης ―μπαλοθιά!― όπως αναφωνεί κάθε λίγο ο Μπλα Μπλα.
Η Μαρία ανταλλάσσει δυο κουβέντες μαζί του και γυρίζει προς το μέρος μου. Πίνουμε σφηνάκια. Ασταμάτητα, ασύστολα. Φώτα, σφηνάκια, χορός, γέλια. Περισσότερα σφηνάκια, περισσότερα γέλια, μουσική δυνατή. Όλα θολώνουν.

                    *
Ξαφνικά, ησυχία. Είμαι έξω από το σπίτι και προσπαθώ να ξεκλειδώσω την πόρτα, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά το κλειδί θα βρει τον προορισμό του. Voila!
Στην κουζίνα, ο πατέρας μου. Μυρωδιά καφέ ― σπάει λίγο τη βαριά μυρωδιά που κουβαλάω μαζί μου (γι’ αυτό αργότερα). Σηκώνει το κεφάλι αργά, για να μη γλιστρήσουν τα γυαλιά που ισορροπούν με δυσκολία στη μύτη του, όσο διαβάζει την εφημερίδα. Τα μάτια στραμμένα πάνω μου. Μετά, επιδεικτικά στο ρολόι.
Έξι και τέταρτο.
Και πάλι σε μένα. Κάνει έναν μορφασμό ― στόμα μισοφέγγαρο που σχεδόν αγγίζει το πάτωμα. Κάτι μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του και συνεχίζει την πρωινή μελέτη.
Πάω στο δωμάτιο και πέφτω στο κρεβάτι. Δεν θυμάμαι καν πότε με πήρε ο ύπνος ― αλλά δε νομίζω να ήμουν ξύπνια πριν.

Η επόμενη μέρα
dude, what did we do last night

12 το μεσημέρι. Πονοκέφαλος διαπεραστικός∙ ξυπνάω κρατώντας το κεφάλι μου με τα δυο χέρια, σαν να μιμούμαι χορό αρχαίας τραγωδίας.
Πρώτη κίνηση: βγάζω το αριστερό μου χέρι και ψηλαφίζω το πάτωμα. Τίποτα. Κάτω από το μαξιλάρι, πάλι τίποτα.
Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα. Άδειο το σπίτι. Μόνο η τηλεόραση της κυρά-Ουρανίας από κάτω ακούγεται. Κλείνω την μπαλκονόπορτα για να μη ακούω πώς χώρισε ο Αντρέας με τη Δέσποινα του τετάρτου και ότι η κόρη του κυρ-Βασίλη έχει αλλάξει τρία αγόρια από τον Μάρτη κι είναι μόνο Αύγουστος.
Καθώς τραβάω την πόρτα, βλέπω την τσάντα μου στο μπαλκόνι. Πώς βρέθηκε εκεί; Την πιάνω. Μαύρη, με μεγάλες άσπρες φτυσιές. Η ξινίλα μου γυρίζει το στομάχι. Την πετάω κάτω και κλείνω την πόρτα. Αυτή η σκηνή… σίγουρα έχει ξαναγυριστεί.
Φτιάχνω καφέ. Η μυρωδιά φουντούκι μού τρυπάει τη μύτη και εισβάλλει στα εγκεφαλικά μου κύτταρα, σκουντώντας τα για να ξυπνήσουν. Πού είναι το κινητό μου;
Κάνω το σπίτι άνω κάτω. Τίποτα. Ιδρώνω. Το έχασα στο μπαρ; Δεν θα ’ναι η πρώτη φορά.
Πέρσι, είχα πείσει τη μάνα μου να με αφήσει να φορέσω το αγαπημένο της παλτό ― μαύρο βελούδο, κοντό μπροστά, μακρύ με ουρά πίσω. Έφερνα λίγο σε Charlie Chaplin. Μεταξουργείο, άφτερ μαγαζάκι, το ένα ποτό έφερε το άλλο και γίνομαι ντίρλα. Φεύγουμε χωρίς παλτό. Φλεβάρη μήνα. Ξυπνάω ιδρωμένη. Τρέχω ― με τη Μαρία φυσικά. Το παλτό, περήφανο, ποζάρει στον καλόγερο του μαγαζιού. Μπαίνω, το βουτάω και άντε γεια σας. Χριστό δεν κατάλαβε η μάνα μου!
Ξαφνικά θυμάμαι. Η τσάντα! Πώς μου ξέφυγε;
Τρέχω στο μπαλκόνι, την αρπάζω, την ανοίγω με μανία. Ψηλαφίζω στα τυφλά. Πιάνω κάτι σκληρό, ορθογώνιο. Κινητό! Τα-τααα! Το τραβάω έξω ― κι εκεί το χαμόγελο εξαφανίζεται απ’ το πρόσωπό μου τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε.
Αυτό το κινητό δεν είναι σίγουρα δικό μου.
Ψάχνω ξανά. Χώνω το χέρι στη μεγάλη τσέπη. Κοκαλώνω. Με βλέμμα απορίας και τρόμου, βγάζω ένα… μάτσο χαρτονομίσματα. 750 ευρώ, για την ακρίβεια.
Τι σκατά έγινε χτες βράδυ; Πού είναι το κινητό μου; Ποιανού είναι αυτό το κινητό; Και γιατί έχω τόσα λεφτά στην τσάντα μου;

Ανάδρομη Μαρία

Παίρνω το σταθερό και σχηματίζω τον αριθμό της Μαρίας. Πηγαινοέρχομαι από το σαλόνι στην κουζίνα και τανάπαλιν, παρακαλώντας να έχει αρκετή μπαταρία το ασύρματο.

― Παρακαλώ; απαντάει μια βαριά, βραχνή φωνή.
― Καλημέρα, Αλέκαρα. Η Μαρία κοιμάται;
― Ναι, καρδιά μου. Κάτσε να πάω να την σκουντήσω, έχει μεσημεριάσει.

Βαριά βήματα. Άνοιγμα πόρτας. Ψίθυροι. Και μετά άναρθρες κραυγές. Ένας θόρυβος που μου σπάει το αυτί κι αμέσως μια τσιριχτή φωνή:

― Έλα μωρή Γκεστάπο! Ξύπνησες και ήθελες να ξυπνήσεις όλο τον κόσμο; Πώς κοιμήθηκες; Εγώ γύρισα σπίτι και έπεσα κατευθείαν στο κρεβάτι. Λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο! Ήρθε η γιαγιά μέσα, μου άλλαξε ρούχα και μου έβαλε πιτζάμες, ενώ ταυτόχρονα μουρμούραγε. Πήγε να μου βγάλει και τους φακούς, αλλά εκεί τσίνισα. Έχωσε τα χέρια μες στα μάτια μου, και η μοναδική της δικαιολογία ήταν ότι τα είχε πλύνει πριν! Μας άκουσε όλη η Καλλιθέα.

― Μαρία, Μαρία... Μαρία! Τι έγινε χτες βράδυ;
― Ρακή. Πολλή ρακή.
― Δεν βρίσκω το κινητό μου πουθενά. Και μέσα στην τσάντα μου έχω ένα άγνωστο κινητό και ένα μάτσο λεφτά.
― Τι;;;
― Τι κάναμε χτες το βράδυ, Μαρία;
― Ήπιαμε πέντε κανάτες ρακή!
― Και πριν πάμε στο κλαμπ;
― Χμμ... πήγαμε για φαγητό. Μετά για καφέ με την Κατερίνα. Και μετά για μπίρες. Ααα, πήγαμε στη σχολή μου να την πληρώσω, πριν πάμε για καφέ!
― Και πότε συναντήσαμε την Κατερίνα και τον Γιάννη;
― Την Κατερίνα την είδαμε στο κλαμπ. Ο Γιάννης ήταν μαζί μας από το μεσημέρι. Τι μάρκα;
― Ιδέα δεν έχω, περίμενε!

Παίρνω το κινητό στα χέρια μου.

― Samsung. Μη ρωτήσεις μοντέλο.
― Γύρνα το απ’ την άλλη μεριά, παιδί μου.

Το γυρνάω και βλέπω ένα μισοξεθωριασμένο αυτοκόλλητο: Fight Club, αυτό με το ροζ σαπούνι.
Σκοτάδι. Κόκκινο και μπλε φως. Πάλι σκοτάδι. Ένας τύπος. Κόκκινα All Stars. Το στόμα του κινείται, ο ήχος δεν φτάνει. Ξανά σκοτάδι.

― Γκεστάπο, Γκεστάπο... Έπεσες σε κώμα;
― Κλείνω, τα λέμε σε λίγο.
― Γκεστα...

Του λέιτ. Ποιος είναι ο τύπος που φώναζε; Άραγε δικό του είναι το κινητό;
Κάνω προσπάθειες να το ξεκλειδώσω αλλά μάταια. 0000. 1234. 1111. 9999. Το πετάω πίσω στην τσάντα. Αυτός ο πονοκέφαλος... σαν να έχει περάσει κάποιος το χέρι του μέσα από το στόμα μου, να το έχει φτάσει στη σκεπή του κεφαλιού και να ζουλάει τον μετωπιαίο λοβό σαν Haribo ζελεδάκι.
Ο καφές! Αναφωνώ και τρέχω στην κουζίνα. Γεμίζω την κούπα μου, σκύβω και παίρνω μια βαθιά αναπνοή. Την φέρνω στα χείλη μου, έτοιμη να απολαύσω την πρώτη γουλιά με μάτια κλειστά. Όλες οι αισθήσεις μου χορεύουν. Ιεροτελεστία.

Παιδιά, η Κατ..ίνα

Κουδούνι. Επίμονο. Και ταυτόχρονα χτύπημα πόρτας. Ανοίγω ανήσυχη και κάνει εμφάνιση σανίδι η Κατερίνα. Σέρνει τα πόδια της μέσα και βγάζει τα γυαλιά της. Η κόκκινη μπαντάνα κάπως τιθασεύει τις ξανθές της μπούκλες.

― Ξέρεις τίποτα;
― Όχι, εσύ;

Με κοιτάει επίμονα, λες και με έχει βάλει σε ανιχνευτή αλήθειας. Μετά ξαναφοράει τα γυαλιά.

― Καφέ.

Της δίνω την κούπα μου και αρπάζω την κανάτα. Πίνω σαν να συμμετέχω σε έναν αμερικάνικο διαγωνισμό τύπου «Φάε μια αγελάδα σε 10 λεπτά».
Ανοίγει την τσάντα του Σπορ-Μπίλι: ξυραφάκια, βούρτσα, τσαλακωμένες σημειώσεις της σχολής, φακούς επαφής, χάρτινη σακούλα με μισοφαγωμένα κριτσίνια, ένα βαζάκι Μερέντα.
Αν υπήρχε TikTok τότε, θα το ανέβαζα με τίτλο “What’s in my bag - edition Κατερίνα” και θα γινόταν viral σε τρία λεπτά.
Ψαχουλεύει για αρκετή ώρα και τα μισά πράγματα από την τσάντα είναι τώρα στο τραπέζι. Στο τέλος αναφωνεί ένα «Αχα!» και βγάζει το βιβλίο Αναζητώντας Κροκανθρώπους. Το ανοίγει και τρέχει το δάχτυλό της στις σελίδες, σταματώντας απότομα σε μία κάπου στη μέση. Βγάζει ένα χαρτάκι, το ξεδιπλώνει επιδεικτικά και το σηκώνει ψηλά, στο ύψος του κεφαλιού μου:
                «Η Ψηλή Greta Garbo θα φύγει με τον Τζιβά»
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, και ξαφνικά… Η εικόνα μπροστά μου θολώνει, και όλα σκοτεινιάζουν. Κόκκινο και μπλε φως. Σκοτάδι. Τώρα είμαι έξω από το κλαμπ. Ζαλίζομαι και βγαίνω για καθαρό αέρα. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και κοιτάζω το κινητό μου.
Μήνυμα από άγνωστο αριθμό: «Παίζει να μου κάνεις κονέ με την Κατίνα; Γουστάρω». Το αφήνω στο παγκάκι και αναρωτιέμαι ποιος στο διάολο είναι αυτός, και αν ξέρω καμία Κατίνα.
Ξαφνικά ακούω γελάκια πίσω μου. Γυρίζω με βλέμμα περιέργειας. Όπα ― η Μαρία χαριεντίζεται. Και εγώ νόμιζα ότι δεν πολυψηνόταν. Σηκώνομαι γρήγορα για να μη με πάρουν πρέφα και, έτσι όπως σηκώνομαι, κοιτάω άθελά μου ξανά. Τζίβες. Μαλάκα! Σκύβω και ξερνάω.

Η Ψηλή

Ξαφνικά μυρίζω οινόπνευμα.

― Κατ, τι κάνεις; Δεν έχω λιποθυμίσει, απλά αφαιρέθηκα!
― Λειτούργησε όμως, ε;
― Η Μαρία και ο Γιάννης;;; Ρωτάω και ξαναρωτάω.

Η Κατερίνα με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.

― Δεν γίνεται, δεν παίζει. Εσύ πώς το ξέρεις;
― Τους είδα.
― Έξω από το κλαμπ;
― Φιλήθηκαν και έξω; Αυτοί δεν κρατιούνται!
― Το ξέρουν ότι ξέρουμε; ρώτησα αφελώς, με το soundtrack από τα Friends να παίζει στο κεφάλι μου: Do they know we know they know we know.

― Δε νομίζω.

Σταμάτησα για μια στιγμή και κοίταξα το χαρτάκι πάνω στο τραπέζι.

― Αυτό από πού ήρθε;

Η Κοντή

Η Κατερίνα εμφανίζει σιωπηλά άλλο ένα χαρτάκι.
«One night stand: Η Κοντή Κλεοπάτρα και ο DJ Σήφης».

― No fuckin’ way, λέω φωναχτά. Από πότε το 1.64 θεωρείται κοντό; Ή μήπως επειδή στεκόμουν δίπλα στην Ψηλή;
― Αυτό σε πείραξε;
― Σιγά μην έφευγα με τον DJ Σήφη. Τον κοιτάζω κατάματα και του λέω: «Play it once, Sam. For old times’ sake».

Με κοιτάζει μπερδεμένος: «Σσσσήφης, όχι Σαμ».

― Αχα, τον τεστάρισες κιόλας. Αν σου πέταγε κανέναν Lynch αυτό το χαρτάκι, θα έβγαινε αληθινό.

Κοιτάζω ξανά και ξανά τα χαρτάκια. Ένα για την Ψηλή. Ένα για την Κοντή.

― Της Κατερίνας; ρωτάω.

Δεν απαντά. Συνεχίζει μόνο να ανακατεύει την τσάντα της, με πιο σπασμωδικές κινήσεις τώρα.
Κι εκεί, ξαφνικά, κάτι μέσα μου κάνει «κλικ».
Μήπως είμαι χαρακτήρας σε βιβλίο;
Σαν ένας low-budget Γουίλ Φέρελ στο Stranger than Fiction, κάπου εδώ περιμένω να ακούσω τη φωνή της δημιουργού μου. Ελπίζω, τουλάχιστον, να έχει χιούμορ.
Ή έστω να ξέρει πού είναι το κινητό μου.

Όταν το τηλέφωνο χτυπήσει ή Για ποιον χτυπάει η καμπάνα

Fast forward ένα διωράκι και η Κατερίνα ετοιμάζεται να φύγει για το αντιρατσιστικό φεστιβάλ. Την χαιρετάω, έχει ανοίξει την πόρτα, και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνό της που είναι ακόμα πάνω στο τραπεζάκι.
Τρέχω να το πιάσω και βλέπω στην οθόνη: «Μπλα Μπλα σας καλεί».
Τι στο διάολο; Κοιταζόμαστε άσπρες σαν πανί. Σιωπή. Απλά στεκόμαστε απέναντι η μία στην άλλη, σαν να παίζουμε το παιχνίδι «Ποιος θα γελάσει πρώτος» ― και damn it, είμαστε και οι δύο πολύ καλές.
Στην παρέα προστίθεται και ο Γιάννης. Η κάτω πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκε λέει. Saved by the bell, λέω εγώ, και ας μην χτύπησε κανένα κουδούνι.
Η Κατερίνα αρπάζει το κινητό από το χέρι μου, πετάει ένα «Δεν είναι αυτό που νομίζεις» και εξαφανίζεται.
Σειρά τώρα έχει ο Γιάννης.

Johnny Be Good

Αφού σαβούριασε τα γεμιστά της μάνας μου, πήρε τη θέση της Κατερίνας στον καναπέ. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Αυτός, που όταν έβγαινε ραντεβού θα μου το περιέγραφε με τόσες λεπτομέρειες που θα ήταν σαν να ήμουν μαζί ― τρίτος τροχός.
Αποφασίζω να μην πω τίποτα για αρχή. Αντίθετα, μοιράζομαι εγώ τα κουλά μου νέα, μπας και φιλοτιμηθεί να συνεισφέρει κι αυτός.

― Μάντεψε τι βρήκα στην τσάντα μου σήμερα το πρωί.

Με κοιτάει ανεκφράστως. Συνεχίζω:

― Λεφτά. Πολλά λεφτά.
― Μην μου πεις… 750 ευρώ;

Τον κοιτάζω σκαλωμένη. Απολαμβάνει την έκπληξή μου και επεκτείνει τη σιωπή.

― Εδώ είναι που μου λες πως το ξέρεις;
― Η ρακή έκανε τη δουλειά της, βλέπω, λέει με ένα κρυμμένο χαμόγελο.
― Καλή πάσα, αλλά προτεραιότητα είχαν τα λεφτά.

Συνεχίζω να τον κοιτάζω επίμονα.

― Η σχολή της Μαρίας, στοκάκι!
― Μα την πλήρωσε, είπε.
― Άλλη αυτή… ρε, μήπως είχε τίποτα μέσα η ρακή; Φτάσαμε στη σχολή τρέχοντας, 100άρι, για να την προλάβουμε, καθώς η Μαρία ήταν σίγουρη ότι κλείνει στις έξι και ήταν 5.50. Η σχολή ήταν κλειστή ― Σάββατο γαρ. Μετά σε παρακάλεσε να βάλεις τα λεφτά στην τσάντα σου, γιατί ήταν σίγουρη ότι θα τα χάσει.

― Βρήκε τον άνθρωπο;
― Αυτό είπα κι εγώ.
― Τίποτα άλλο έχεις να μου πεις;
― Σαν τι;
― Τίποτα άλλο που δεν ξέρω;
― Μπα, απαντάει ξερά και αρπάζει βιαστικά πάλι το πιάτο με (χωρίς πια τα γεμιστά) και τριμπάει ό,τι ρύζι του είχε ξεφύγει.
― Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα ξέρεις εσύ…
― Και γιατί εγώ; Εσύ που είχες εξαφανιστεί 45 ολόκληρα λεπτά;

Λάθος πόρτα, σωστή ιστορία

Ξαφνικά όλα γυρίζουν πάλι ― κόκκινο και μπλε, μόνο που τώρα είναι μοβ. Το σώμα μου εξαϋλώνεται και γίνεται καπνός που γυρίζει γύρω-γύρω και μεταφέρεται πίσω στο κρητικό κλαμπ, απλώνοντας αργά στο πάτωμα. Δίπλα μου η Ψηλή.

― Έξω απ’ τις τουαλέτες. Δεν νομίζω να γνωρίζουμε καν ότι είμαστε τ’ ανάσκελα, αλλά για κάποιο λόγο γελάμε ακατάπαυστα.
Μετά θυμάμαι ότι θέλω ξανά τουαλέτα ―put the blame on the raki― και το ανακοινώνω στην Ψηλή, η οποία αποφασίζει να με περιμένει εδώ, στο πάτωμα.
Σηκώνομαι και αντί να πάω στην πόρτα ακριβώς πίσω μας, μπαίνω με αυτοπεποίθηση 100 καρδιναλίων στην πόρτα αριστερά. Ανοίγω και κοντοστέκομαι. Μαυροντυμένοι άνθρωποι, άσπρες ποδιές δεμένες στη μέση. Κάποιοι κρατούν δίσκους με μισοάδεια ποτήρια, άλλοι μολύβια πίσω απ’ το αυτί και τετράδιο στο χέρι. Σημειώνουν νούμερα, λέξεις, κάτι που μοιάζει με κωδικούς τέλος πάντων.
Έπειτα στήνονται στην ουρά μπροστά σε έναν τύπο πίσω από έναν πάγκο. Του δίνουν κάτι γρήγορα, ανταλλάσσουν δυο βιαστικές κουβέντες και, με ταχιά βήματα, βγαίνουν από το δωμάτιο. Αυτή δεν είναι σίγουρα η τουαλέτα.
Αρπάζω γρήγορα ένα από τα τετράδια που είναι στοιβαγμένα σε ένα τραπέζι και μπαίνω στην ουρά. Φτάνει σιγά σιγά η σειρά μου και πλησιάζω δειλά-δειλά τον πάγκο. Ο τύπος με κοιτάει έκπληκτος. Σηκώνεται και με σκανάρει.
Αλήθεια, πίστεψα ότι δεν θα καταλάβει ότι είμαι παράταιρη. Οι χρωματικές μου επιλογές δεν διαφέρουν. Τον σκανάρω κι εγώ. Κοιτάω μια αυτόν, μια το τετράδιο.
Η ματιά μου ξεκουράζεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Κόκκινα All Stars. Και μετά στο τετράδιο:
«B12. Η Μπούκλα θα φιληθεί με τον Κρητικό πριν το τέλος της βραδιάς»
Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει, ο τύπος με τα All Stars σηκώνεται από την καρέκλα του, με πλησιάζει και αρχίζει να φωνάζει.

Fast and Furious στην Κυψέλη

Φαστ φοργουάρντ και ο Γιάννης έχει φύγει για να βρει την Κατερίνα. Χτυπάει το σταθερό. Το σηκώνει ο πατέρας μου.

― Φωτούλα, για σένα. Η Μαρία.

Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω στην επίμονη άρνησή του να με φωνάζει με το όνομα που θέλω. Αντί γι’ αυτό, με πλασάρει σαν διαγωνιζόμενη σε οντισιόν εκκλησιαστικής χορωδίας.

― Γκεστάπο, τι κάνεις αυτή τη στιγμή;
― Γιατί, έχεις και άλλο ραντεβού;
― Όχι, ήρθαν οι δικοί μου από τη γιαγιά μου και τους αγγαρέψα να με αφήσουν Θησείο. Breakfast at Tiffany’s στις 9. Έρχεσαι;

― Δεν προλαβαίνω, Ψηλή.
― Είμαστε από κάτω.

Πετάω το τηλέφωνο, μαζεύω από το πάτωμα τα χτεσινά ρούχα, τα φοράω και κατεβαίνω.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο, ανταλλάσσουμε χαιρετούρες και ο κυρ-Τάκης πιάνει το τιμόνι. Μεγάλο λάθος. Τρέχει, φρενάρει απότομα στα φανάρια, περνάει με κόκκινα και αλλάζει λωρίδες σαν να παίζει video game. Κάθε δυο λεπτά η μαμά της ―που κρατιέται από το χερούλι σαν να είναι σε λεωφορείο του ’80― γυρίζει στη Μαρία και της λέει τσιριχτά:

― Στο ’πα, δεν στο ’πα ότι ο πατέρας σου είναι μαλάκας;

Drama at Tiffany’s

Θερινό Θησείο, 9:10. Τρέχουμε στις θέσεις μας, η κάθε μία με έναν κουβά ποπ κορν. Στρογγυλοκαθόμαστε και αρχίζουμε να μασουλάμε πριν καν ξεκινήσει η ταινία. Οι διαφημίσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Κοιτάζω την Ψηλή επίμονα. Δεν αντέχω και την ρωτάω:

― Πότε θα μου πεις για τον Γιάννη;

Μου ανταπαντάει:

― Πότε θα μου πεις για τον τύπο με τα κόκκινα All Stars;
― Ποιον; λέω με έκπληξη. Με αληθινή έκπληξη.

Όπως περιμένω την απάντησή της, χτυπάει κάτι στην τσάντα μου. Το άγνωστο κινητό φωτίζει. Μήνυμα:

― Δική σου η επόμενη κίνηση, Κλεοπάτρα.

Το μήνυμα μένει στην οθόνη. Τα γράμματα χοροπηδάνε και δυσκολεύομαι να τα βάλω στη σειρά. Χαμογελάω, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν είναι επειδή κατάλαβα… ή επειδή δεν ξέρω τι μου γίνεται.
Φωτεινούλα Σκοτεινούλα… λες να είμαι στ’ αλήθεια ηρωίδα κάποιου συγγραφέα;

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: