Το κλείδωμα




Tον παρατηρούσε μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου του. Προχωρούσε σέρνοντας τα κοκαλιάρικα πόδια του, τείνοντας το χέρι προς τους οδηγούς. Ήταν βρόμικος και κουρελής. Η ζαρωμένη σάρκα του ξεπρόβαλλε μέσα από το τρύπιο ύφασμα των ρούχων του. Τα πλευρά του φαίνονταν μελανιασμένα και πληγωμένα.
Αυθόρμητα άγγιξε το κασμιρένιο παντελόνι του κοστουμιού του. Το φανάρι ήταν ακόμη κόκκινο. Ήταν νευρικός. Βιαζόταν πολύ. Να φτάσει στη δουλειά του άραγε ή να ξεφύγει από το αποτρόπαιο θέαμα;
Το ανθρώπινο φάσμα περπατούσε ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα και ολοένα προσέγγιζε το δικό του. Χωρίς δισταγμό γυρίζει τον μοχλό, ανεβάζει το μισάνοιχτο παράθυρο και έπειτα ασφαλίζει τις πόρτες. Δεν είχε τίποτα πολύτιμο μαζί του. Τίποτα αξίας. Μόνο φακέλους με έγγραφα της δουλειάς. Τίποτα που φοβόταν να μην κλαπεί. Την ώρα που ακούστηκε ο στριγγός ήχος της ασφάλειας του αυτοκινήτου, το βλέμμα του συνάντησε το δικό του.
Δεν στάθηκε. Δεν παρακάλεσε.
Να μη μιάνει η αθλιότητά του τη λάμψη των δερμάτινων καθισμάτων.
Να μη λερώσει ο οίκτος το καλοσιδερωμένο πουκάμισο.
Να μη ξεγυμνώσει η παρουσία του την κενότητα και τη ματαιοδοξία.
Ψιχάλες βροχής άρχισαν να κυλούν πάνω στο τζάμι του αυτοκινήτου σαν εξαγνιστικό κάλεσμα. Ρίγος τον
διαπέρασε και ξεκίνησε τρέμοντας να ψάχνει να βρει κέρματα.

Κόρνες ξανά. Πράσινο.
Κοίταξε την κυρτή ανθρώπινη φιγούρα να βαδίζει ξεμακραίνοντας και πήρε τον δρόμο του για τη δουλειά.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: