Όταν άνοιξε τα μάτια θυμόταν ελάχιστα. Το όνομά του μόνο. Και χέρια πολλά που τον τραβούσαν από το χιόνι. Τον πάγο που του χαράκωνε το δέρμα σαν γυαλί.
Τον έντυσαν άνθρωποι σιωπηλοί. Τα κεφάλια τους ήταν τυλιγμένα σε ύφασμα, τόσο χοντρό, που δεν μπορούσε να διακρίνει κανένα χαρακτηριστικό. Στη θέση των ματιών είχαν κουμπιά, μία σχισμή για στόμα. Κλωστές κρέμονταν από την άκρη του μετώπου τους αντί για μαλλιά. Στην αρχή τρόμαξε. Έπειτα κατάλαβε πως και το δικό του κεφάλι ήταν καλυμμένο. Δοκίμασε να αφαιρέσει το ύφασμα. Το χέρι μιας γυναίκας τον συγκράτησε.
«Μην το αγγίζεις. Δεν έφτασε η ώρα» του είπε.
Οι μέρες περνούσαν. Μπορούσε πια να περπατάει μέσα στην καλύβα. Όλα του φαίνονταν γνώριμα, μα δεν μπορούσε να θυμηθεί κάτι. Ήθελε να δει τον εαυτό του, μα δεν υπήρχαν καθρέφτες.
Μια νύχτα ακούστηκαν τα ουρλιαχτά των λύκων. Ο γηραιότερος από τους άντρες είχε εξαφανιστεί.
Με το χάραμα βγήκε κρυφά στο δάσος. Βρήκε τον άντρα πεσμένο. Η μάσκα του ήταν ξηλωμένη, τα χέρια του σχισμένα. Τον πήρε στην αγκαλιά του. Θυμήθηκε. Αυτός ο άντρας ήταν ο πατέρας του. Καθώς τον έσφιγγε πάνω του, το σώμα του πατέρα άρχισε να διαλύεται, ένα ρούχο που ξεφτίζει. Χάιδεψε το πρόσωπό του, που είχε γίνει μια μάζα, κλωστές αφημένες στο χιόνι. Με χέρια που έτρεμαν έπιασε μία άκρη τους και άρχισε να τις τραβάει. Στο τέλος ο πατέρας του είχε μείνει στην αγκαλιά του ένα μεγάλο κουβάρι νήματα. Κάτω από το ύφασμα δεν υπήρχε τίποτα. Τότε το είδε.
Δεν ήταν άνθρωποι καλυμμένοι. Ήταν άνθρωποι υφασμάτινοι. Όταν πέθαιναν, έμεναν μόνο κλωστές.