ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Στη ζέστη του καλοκαιριού
περπατάει και ιδρώνει
περπατάει και ιδρώνει
σκοτάδι η άσφαλτος βγάζει
τη νέκρα της μέρας
της μέρας την-έκρα
πατάει στις πλάκες τις τσίχλες τους
πάει τοίχο-τοίχο,
ποτέ δεν ξέρεις πότε
θα πεταχτεί το ποντίκι.
Κοιτάζει το σκοτάδι κατάματα
κι αυτό,
γυρίζει πίσω το βλέμμα της.
Έφυγαν όλοι
για την νεκρή θάλασσα.
Τα δισκάδικα έχουν πεθάνει
σ’ έναν τοίχο διακρίνω ένα ρολόι από βινύλιο
οι νεραντζιές μυρίζουν σκοτωμένα μούρα.
Τα παγκάκια έρημα
φιλιούνται μεταξύ τους.
Τα σουβλατζίδικα έκλεισαν.
Ο Παρθενώνας κάνει αποτοξίνωση.
Παντού γύρω tου, φυτρώνει μικρομέρεια.
Τα βράχια έγιναν ροζ.
Η ταρατσόγατα συμπάσχει.
Από πάνω τους, το ασημένιο φεγγάρι
διαθλάται σε χίλια γυάλινα μάτια
στην βιτρίνα της τράπεζας.
Η Φλέρυ στα ακουστικά,
τραγουδάει το χάρτινο.
Έι! φεγγαράκι μόνοι μας είμαστε!
Δε μιλάς;
Fuck off φεγγαράκι με την υπεροψία σου!
Εγώ, εσύ κι ο δρόμος
λουζόμαστε την ερημιά.