Κλήσεις σε αναμονή

«Tι έψαχνε η Ούλρικε Μάινχοφ στην κουζίνα της μάνας μου»
«Tι έψαχνε η Ούλρικε Μάινχοφ στην κουζίνα της μάνας μου»




Tι έψαχνε η Ούλρικε Μάινχοφ στην κουζίνα της μάνας μου

Η Ούλρικε Μάινχοφ μικρό κορίτσι πριν τον Πόλεμο 
             (πώς να τη φώναζαν; Ούλι ή Ούλα;
                         δεν είναι όνομα για να πάρεις αγκαλιά ένα παιδί το Ούλρικε)
Η Ούλρικε Μάινχοφ ταλαντούχα μαθήτρια
στα πρώτα τυφλά χρόνια μετά την καταστροφή.
Η Ούλρικε Μάινχοφ μαχητική δημοσιογράφος της σοσιαλιστικής αριστεράς.

Και μετά, κάτι σπάει.

Φυτεύει βόμβες σαν να ήτανε λουλούδια
και βοηθά να δραπετεύσει
ο φυλακισμένος εραστής της Γκούντρουν.
Η Ούλρικε Μάινχοφ τα κάνει πουτάνα όλα,
συνεννοείται να της φέρουν τα παιδιά
σε μιαν έρημο στην Παλαιστίνη
Η Ούλρικε Μάινχοφ συλλαμβάνεται και κλείνεται σε ένα μικρό λευκό κελί
Η Ούλρικε Μάινχοφ υποβάλλεται σε φρικτά βασανιστήρια
που δεν ξεσηκώνουν κανένα κύμα συμπαράστασης
(κι όμως, κανένα, κανένα)
Η Ούλρικε Μάινχοφ αυτοκτονεί ή τη σκοτώνουν ―
αχρείαστη, θλιβερή ιατροδικαστική έκθεση
ήταν το τελευταίο
ποίημα
που γράφτηκε γι’ αυτήν.

Ύστερα, μόνο αναλύσεις, βιογραφίες, κριτικά άρθρα.

Και μετά,
μετά σηκώνομαι, ανάβω τον θερμοσίφωνα, φτιάχνω καφέ.
Κι ανάβω νοερά το καντηλάκι που είχε η μάνα μου
ακουμπισμένο
στο μάτι της κουζίνας
κάτω από τον απορροφητήρα.
Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα, που έβλεπε κι αυτό στον ακάλυπτο.



Δυο αγόρια στο μετρό Εθνική Άμυνα

Δυο εξαιρετικά λευκοί μηροί, αντρικοί.

Νεαρός άντρας.
Το καταλαβαίνεις από τα παπούτσια
και τους
άτρωτους αστραγάλους,
στο κάθισμα της εσοχής
ευθεία και διαγωνίως από σένα.

Το τρίχωμα στα πόδια του (χνούδι σχεδόν) είναι πυκνό αλλά τρυφερό,
όπως ίσως σε όλα τα αγόρια,
σ’ αυτή την ηλικία, γύρω στα είκοσι πέντε.

Το ιδιαίτερο βέβαια είναι αυτή η λευκότητα―
άραγε ξένος;
Αν έβλεπες και πρόσωπο, θα καταλάβαινες.

Λευκές σχεδόν οι τρίχες
πάνω σε έναν πάλλευκο μηρό,
έτσι που σχεδόν, από στάση σε στάση,
όταν είναι μισοφωτισμένος ο συρμός,
λάμπει λιγάκι το βαγόνι
(μα ποτέ δεν κλείνουν τα φώτα στο μετρό).

Αφήνεις το βιβλίο και
ξεκινάς να φαντάζεσαι
αλλά
στη στάση
σηκώνεται από δίπλα του
ο φίλος του,
αυτός που είχες απέναντι εξαρχής.
Τον χαιρετά.
Και κατεβαίνει.

Κι αίφνης
αυτά τα αποκομμένα μέλη
(spolia από ανασκαφή)
χάνουν τη γοητεία τους.

Οι μηροί εκείνοι,
που μπορούσες να τους κάνεις
ό,τι θέλεις μες στη φαντασία σου,
δε λάμπουν πια,
γιατί μόνο χρησίμευαν
τον φίλο του
να κρύψεις απ’ το βλέμμα σου.



Γι’ αυτούς που φτάσανε αργά στο πάρτι

Στην αναστάσιμη λειτουργία,
μετά τα μεσάνυχτα,
τότε που απομένουν λίγοι,
καλούνται όλοι
να συμμετάσχουν στο πανηγύρι
της Ανάστασης,
να φάνε και να πιουν
και να χορέψουν
και ν’ αγκαλιαστούν.

Λαμπρή ευωχία,
σάλια, αδένες, κάλυκες και
κρασί που μουσκεύει τα γένια, τον λαιμό
κρασί που κοκκινίζει το ρούχο από λινάρι.
Με όρους υλικούς
περιγράφεται η Ανάσταση ―
και έτσι πρέπει.

Κάποιες φορές όμως,
να τώρα, εδώ που στέκομαι,
σκέφτομαι.

Κι αν κάποιος δεν είναι κομμένος και ραμμένος
να μεταλάβει σ’ αυτό το πανηγύρι;
Αν κάποιος πεινάει διψά,
αλλά πείσμα, εκεί: νηστεία κι αφαγία.
Ούτε μπουκιά στο στόμα του,
ούτε μπουκιά στο σώμα του.


Κι αν πάλι,
αν
δεν περνάει ποτέ
από το μυαλό των άλλων,
«ρε ας πετάξω ένα ξεροκόμματο».
Ας τα φιλήσω αυτά τα χείλη.
Ας κλείσω στη χούφτα μου αυτό το στήθος.
Ας ψάξει το δάχτυλό μου
κάτω από τούτο το πικραμένο δέρμα
το οστό να εύρει της λεκάνης.

Κι ακόμη,
τι κάνει αυτός
που φτάνει αργά,
τι κάνει;

Κι είναι τα τραπέζια ξέστρωτα,
η καντίνα με τις μπίρες κατέβασε ρολά
ξεκούρδισε η ορχήστρα.

Καθόμαστε όλοι αυτοί τώρα
στη μέση της πλατείας,
με παπούτσια αφόρετα,
πόδια που δεν ξοδευτήκαν στον χορό.
Καθόμαστε και περιμένουμε την ανάσταση
(και πριν απ’ αυτή τον Θάνατο).

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: