Η δουλειά είναι δουλειά, αλλά καμιά φορά καταφέρνει να σε αποζημιώνει και να σε ανταμείβει με κάποιο πλάγιο τρόπο. Έτσι ένιωσα ότι έπαιρνα μια κάποια ανταμοιβή που διακαιόμουν, αφού είχα υπηρετήσει στο τμήμα δανεισμού της ιατρικής βιβλιοθήκης στο Πανεπιστήμιο του Calgary και μέσα στα καθήκοντά μου ήταν να εισπράττω τα μικρά πρόστιμα του ενός ή δύο δολαρίων από καθυστερημένη επιστροφή δανεισμένου υλικού. Έπρεπε να ακούω δικαιολογίες από μεγαλογιατρούς και μεγαλοκαθηγητές ότι καθυστέρησαν να επιστρέψουν το υλικό για μια ή δύο μέρες, γιατί είχαν μια μεγάλη εγχείρηση που κράτησε πολύ ή ότι ήταν σε ένα διεθνές συνέδριο και ακυρώθηκε μια πτήση τους, γι’ αυτό και καθυστέρησαν να επιστρέψουν το βιβλίο και παρακαλούσαν να διαγραφεί το πρόστιμο. Όλη αυτή η συζήτηση για ένα δολάριο! Ή είχα να εισπράττω το πρόστιμο από τους αλαζόνες πρωτοετείς φοιτητές που είχαν καταφέρει να εισαχθούν στην ιατρική σχολή και δεν ήθελαν να πληρώσουν πρόστιμα, γιατί θα μού έσωζαν τη ζωή, στο μέλλον. Το πιο δύσκολο ήταν να βάζω να υπογράφουν μεγαλοκαθηγητές υπεύθυνη δήλωση όταν ζητούσαν από το ιστορικό αρχείο της βιβλιοθήκης να τους φέρνω την πρώτη έκδοση ενός εγχειριδίου που είχαν μεταχειριστεί όταν ήταν φοιτητές, ενώ τώρα το εγχειρίδιο ήταν, π.χ., στη δέκατη έκδοση. Με αυτό είχαν διδαχτεί, αυτό εμπιστεύονταν, ενώ η βιβλιοθήκη ήταν νομικά υποχρεωμένη να έχει την τελευταία έκδοση και οι προηγούμενες να βρίσκονται κλειδωμένες στο ιστορικό αρχείο. Μετά, καθώς πήγα στην Νομική Σχολή, ένιωσα σαν τον εγγονοπουλικό στρατηγό: τί ζητούσες στην Λάρισα, συ, ένας Υδραίος. Δεν είχα περάσει ούτε έξω από την Νομική Σχολή της οδού Σόλωνος και τώρα ήμουν υπεύθυνη να έρχονται στην ώρα τους νόμοι από δέκα επαρχίες σε δυο επίσημες γλώσσες και από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, από το κοινοβούλιο και τη γερουσία πρακτικά συνεδριάσεων, επιτροπών και υποεπιτροπών. Τα νομικά περιοδικά ήταν εύκολα.
Αλλά για όλες τις ώρες που πέρασα με σφιγμένο το στομάχι να μην κάνω κάποιο λάθος και κάτι να μου ξεφύγει ήρθε η ανταμοιβή και βρέθηκα να είμαι υπεύθυνη να ελέγχω τις παραγγελίες βιβλίων καλών τεχνών να μην παραγγέλνω διπλά ή τριπλά αντίτυπα και να προσέχω τον προϋπολογισμό και μετά να τα καταλογογραφώ. Υπεύθυνη του τομέα ήταν μια πολύ σνομπ μεγαλοβιβλιοθηκάριος που επικοινωνούσε μαζί μου, την υποτακτικό της, μόνο με σημειώματα και ενώ δούλεψα υπό την εποπτεία της για δώδεκα χρόνια σπάνια την είχα συναντήσει ή θα την αναγνώριζα στον δρόμο αν συναντιόμαστε τυχαία. Αλλά στην ιεραρχία της βιβλιοθήκης είχε υψηλό βαθμό και μπορούσε να έχει υπό την επίβλεψή της βιβλία με θέμα τη φωτογραφία και την αρχιτεκτονική, ενώ κανονικά ανήκαν σε άλλο τομέα, και ήταν πολύ δύσκολο να της περικόψουν τον προϋπολογισμό γιατί τα βιβλία τέχνης ήταν πανάκριβα και εγώ τα καταχαιρόμουν γιατί πρώτη τα άγγιζα. Είχε και ένα άλλο μικρό κουσούρι, ας το πούμε, ήταν αγγλόφιλη. Θαύμαζε την αγγλική τέχνη. Με τρόμαζε με τις παραγγελίες βιβλίων του Francis Bacon με τα σφαχτάρια του και τους καρδινάλιους ιεροεξεταστές του, ή με τις θεόρατες γυμνές φιγούρες του Lucian Freud. Και ξαφνικά άρχισαν να καταφτάνουν έργα γεμάτα χρώμα και χαρά ζωής (στα μάτια μου), έντονα ακριλικά χρώματα με ανθρώπους που κολυμπούσαν σε πισίνες, χρώματα από την Καλιφόρνια γεμάτα ήλιο και χαρά ζωής. Ήταν η ζωγραφική του David Hockney. Από τις πρώτες παραγγελίες παρακαλούσα για περισσότερες και περισσότερες και ο ζωγράφος ήταν ―αιωνία του η μνήμη τώρα που γράφω!― πολύ παραγωγικός. Tον ερωτεύτηκα (το ξέρω ότι δεν ήταν για τα δοντάκια μου), όταν δε ανακάλυψα ότι ήξερε τον Καβάφη ο δεσμός μου μαζί του τσιμεντώθηκε.
Σε μια αυτοβιογραφία του ή σε κάποια συνέντευξη που είχε δώσει είχε πει ότι από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της γενέτειρας πόλης του, το Bedford, είχε κλέψει το βιβλίο με την μετάφραση των ποιημάτων του Καβάφη από τον John Mavrogordato (The poems of C.P. Cavafy. Translated into English with a few notes by John Mavrogordato. With an Introduction by Rex Warren, London, The Hogarth Press). Ήταν η έκδοση που τόσο περίμενε να δει ο E. M. Forster και όταν είδε την μετάφραση απογοητεύτηκε τόσο ώστε ονόμασε την μετάφραση του Woodgordato, δηλαδή του Ξυλοκορδάτου, και αρνήθηκε να γράψει την εισαγωγή και έτσι ο κλήρος έπεσε στον Rex Warren. Από αυτή την μετάφραση ο Hockney φιλοτέχνησε το 1961 το “Kaisarion with all his beauty” εμπνευσμένο τα ποιήματα «Καισαρίων» και «Αλεξανδρινοί βασιλείς» και τον ίδιο χρόνο το “Mirror, mirror on the wall” εμπνευσμένο από τον «Καθρέφτη στην είσοδο». Αυτά τα ζωγραφίζει το 1961 όταν ήταν ακόμη μαθητής στην Σχολή Καλών Τεχνών. Για μοντέλο του μεταχειρίζεται τον φίλο του Peter Crunch. Αποφοιτά με το πρώτο βραβείο από τη σχολή του, ταξιδεύει και ανακαλύπτει το φως της Καλιφόρνιας. Στην Αμερική ανακαλύπτει την μετάφραση των καβαφικών ποιημάτων από την Rea Dalven και στην επιστροφή του στην Αγγλία ζωγραφίζει έναν πίνακα μεγάλων διαστάσεων 360 εκ. Χ 200 εκ. με τίτλο « Η μεγάλη πορεία επισήμων σε ημι-αιγυπτιακό στυλ». Το έργο λέει ότι είναι εμπνευσμένο από το ποίημα « Περιμένοντας τους βαρβάρους», αλλά θα ταίριαζε πολύ και με το ποίημα «Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών». Αλλά το όνομα του Hockney συνδέθηκε με τον Καβάφη με το έργο του Fourteen poems by C. P. Cavafy, chosen and illustrated with twelve etchings by David Hockney, translated by Nikos Stangos and Stephen Spender, London, Edition Alecto, <1967>. Για να εμπνευστεί και να εικονογραφήσει τα ποιήματα ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στον Λίβανο, αλλά βρήκε ότι η Βηρυτός ήταν πιο κοντά στα χρόνια του Καβάφη ταίριαζε περισσότερο στο πνεύμα των ποιημάτων, ενώ η Αίγυπτος είχε αλλάξει πολύ. Ήθελε να μεταχειριστεί την μετάφραση του Μαυροκορδάτου, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί με τον γηραιό πλέον μεταφραστή. Είναι απολαυστική η περιγραφή της επίσκεψής του στο σπίτι του Μαυροκορδάτου στο Λονδίνο και η ασυνεννοησία μεταξύ τους. Επενέβησαν τότε οι δύο καλοί του φίλοι του, Nίκος Στάνγκος και Stephen Spender, και του μετάφρασαν τα ποιήματα, και έτσι έχουμε μια επιπλέον μετάφραση καβαφικών ποιημάτων στα αγγλικά. Ήθελε να τα εικονογραφήσει όλα, αλλά μάλλον ήταν αδύνατο. Έκανε στην αρχή είκοσι χαλκογραφίες αλλά, ο Στάνγκος, που ήταν και ο επιμελητής της έκδοσης επέλεξε μόνο δεκατέσσερις. Για την ενότητα της έκδοσης διάλεξε μόνο ποιήματα με ερωτικό περιεχόμενο. Έτσι έχουμε τα ποιήματα Caesarion (Καισαρίων), The Mirror at the entrance (Ο Καθρέπτης στην είσοδο), Two boys aged 23 or 24 (Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών), He enquired after the quality (Ρωτούσε για την ποιότητα),To remain (Να μείνει), According to prescriptions of ancient magicians (Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων), In an old book (Σ’ ένα βιβλίο παλιό), The shop window of a tabaco store (Η προθήκη του καπνοπωλείου), In the dull village ( Στο πληκτικό χωριό), The beginning (Η αρχή των), One night (Μια νύχτα), In despair (Εν απογνώσει), Beautiful and white flowers (Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ), Painted (Ζωγραφισμένα), Στην έκδοση υπάρχουν και δύο πορτρέτα του Καβάφη. Το ένα είναι ο Καβάφης μπροστά από έναν αστυνομικό τμήμα της Βηρυτού, και νομίζω ότι μοιάζει πιο πολύ σαν αυτοπροσωπογραφία του Hockney, παρά με τον Καβάφη. Το πορτρέτο αρ. 2, νομίζω ότι μοιάζει περισσότερο του Καβάφη. Δεν είναι στην κυριολεξία εικονογραφήσεις των ποιημάτων αλλά «νοερές απεικονίσεις περιστατικών και σεξουαλικών επαφών που υπάγονται στην προσωπική εμπειρία του ζωγράφου», κατά τον επιμελητή της έκδοσης. Για μοντέλα χρησιμοποίησε φίλους του, αλλά και φωτογραφίες από ανδρικά περιοδικά. Το έργο έγινε δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό από την κριτική, το BBC έκανε ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την έκδοση. Με ενθουσιασμό ο Hockney πήγε και το έδειξε στον ενενηντάρη τότε E. M. Forster που σοκαρίστηκε από τις εικόνες και δήλωσε «στην εποχή μου δεν συνηθιζόταν να τα δείχνουμε όλα αυτά.»