Ο αφανισμός του Ισαάκ

Πήραν το μικρό σώμα και το ανέβασαν στο βουνό.

Η μνήμη προτιμά να κατασκευάζει και να διαβάλλει απ’ το να συγκρατεί, αλλά θαρρώ πως όντως θυμάμαι πεντακάθαρα κι –όπως έλεγε εκείνος– βλέπω ακόμα μπροστά μου τον γέρο που κάθισε μια μέρα δίπλα μου στο παγκάκι ενός καταστρώματος στ’ ανοιχτά του Αιγαίου. Τον θυμάμαι, γιατί, κάτω απ’ τα σχεδόν διάφανα μαλλιά και τη μύτη του πότη, είχε ένα ταραγμένο, αφύσικο ύφος. Γύρω απ’ το στόμα του η ευγένεια που επιτάσσει η μόρφωση μπερδευόταν με την πίκρα, που είναι υποβολέας αδιαλλαξίας και οργής. Πάνε πάνω από είκοσι χρόνια, θα ’ταν τέλη καλοκαιριού, η θάλασσα ολόγυρα απλωνόταν ακίνητη, αμέτοχη στο ταξίδι του πλοίου. Ο ελάχιστος κυματισμός στο πίσω μέρος άνοιγε σαν διαβήτης. Θυμάμαι να διαπιστώνω πως η γωνία διαγραφόταν ίδια στο μπλε, ανεξάρτητα απ’ την ταχύτητα του σκάφους. Ταξίδευα μόνος, στο τελευταίο λιμάνι με περίμενε μια γυναίκα, μια άλλη ιστορία.
Τα σύμβολα είναι προσφιλείς επινοήσεις των συγγραφέων για να κατευθύνουν και να περιορίζουν την ερμηνεία. Όμως εδώ στην κουπαστή, η ανάγνωση της θέας, της απέραντης άπλας χωρίς στερεά, κι η γαλήνη του ζωντανού όγκου κάτω απ’ το μέταλλο, δηλαδή οι δυο κατευθύνσεις του βάθους, δημιουργούσαν την αίσθηση της φυσικής παρουσίας ενός συμβόλου. Το νερό της καρίνας κοβόταν εύκολα στα δυο σαν χαρτί και η κίνηση μέσα απ’ το στιγμιαίο ανασήκωμα του ρευστού έμοιαζε απλό ζήτημα της βούλησης. Τη σταδιακή παράδοση του μυαλού στις αισθήσεις επέτεινε η μοναξιά και η έλλειψη αντικειμένων – υπήρχαν μόνο τα στοιχεία, στη φυσική τους θέση. Και καθώς το αεράκι έστρεφε την προσοχή προς τον κενό χώρο, υποβαλλόταν σχεδόν σωματικά ο προφανής συνειρμός: η απόλυτη ελευθερία της κίνησης προς το μέλλον. Που δεν υπαγορεύουν νόμοι, αλλά η λαχτάρα, οι επιλογές, και τα πάθη. Μια ελευθερία που ίσως μόνο στα πρώτα νιάτα μπορεί κανείς να νιώσει, χάρη στη βαθιά έλλειψη αυτογνωσίας, χάρη στην άγνοια των περιορισμών και των αδιόρατων φόβων του.
Τέτοια ταξίδια στο πλαίσιο των διακοπών τα περνούσα συχνά στο κατάστρωμα παρατηρώντας αυτά που σκεφτόμουν, ή αποτυγχάνοντας να διαβάσω, και ενίοτε δοκιμάζοντας κάποιον δυστυχισμένο στίχο αντίθετο προς την αναπόφευκτη τέτοιες ώρες ευδιαθεσία. Ο γέρος ήρθε από κάπου, κάθισε δίπλα μου κι άρχισε να μιλά. Για καιρό χρησιμοποιούσα τα λόγια του ως δικά μου. Τώρα αναγνωρίζω τα δικά μου σε ό,τι ήμουν βέβαιος πως είπε – θέλουμε να ’μαστε καθρέφτες, μα είμαστε αφηγητές. Κατά κάποιον τρόπο κάθεται δίπλα μου επί είκοσι χρόνια και ψάχνει να ξαναβρεί τα λόγια του:  
Αμίλητη σήμερα η θάλασσα. Μια γαλάζια πεδιάδα με διάσπαρτες λίμνες φωτός. Δες εκεί αριστερά το γουστόζικο ρυμουλκό. Δες τις κίτρινες σημαδούρες στο πλάι, φωτίζονται σαν ήλιοι. Δεν είναι όμορφα; Ο Μεγαλοδύναμος δίνει στα ψάρια ζωή. Αυτό το μονοκόμματο μπλε, στο βάθος γίνεται σπουδαίο.

Είναι Σάββατο, μια μέρα για να σηκωθεί κανείς απ’ το κρεβάτι και να ζωγραφίσει τους τοίχους κίτρινους και γαλάζιους. Ποια απόχρωση προτιμάς; Από πάνω ως κάτω, να μη μείνει λευκή σπιθαμή. Να ξύσει τις σκιές της μούχλας στο ταβάνι του μπάνιου. Να ρίξει λίγη παραλία στο πάτωμα και να βγάλει τα παπούτσια. Να δείξει στον Θεό και τα έπιπλα ότι κάθεται στην άμμο και είναι ευτυχής.
Δες τους γλάρους πώς κρέμονται στο κενό, είναι ελεύθεροι. Αν είχα το αεροβόλο θα τους τρομάζαμε λίγο. Όχι κάτι σοβαρό, ένα παιχνίδι – όπως προχτές, που σκοτώθηκε η εγγονή μου. Τεσσάρων και δέκα μηνών. Αν κλείσω τα μάτια, τη βλέπω και τώρα: ο λαμπερός έβενος των μαλλιών πέφτει στο κόκκινο πουλόβερ. Να, αυτό εδώ το κομμάτι είναι απ’ το μανίκι ή την κοιλιά, φρέσκο ακόμα, σχεδόν ζεστό. Λάτρευε τις γάτες. Λάτρευε τα χρώματα και τα ταξίδια. Θα της άρεσαν οι γλάροι που πετούν ακίνητοι πάνω απ’ την κουπαστή σαν να περιμένουν ν’ απλώσει κάποιος το χέρι να τους μαζέψει. Αν είχαμε το αεροβόλο… Αρχές Σεπτέμβρη ο ήλιος είναι το κάτι άλλο.
Αυτό το κόκκινο πουλόβερ ο Θεός το ’ριξε στις ρόδες του φορτηγού μπροστά στα μάτια της κόρης μου. Του συνέτριψε το κρανίο. Πήρε το σώμα τού αθώου κοριτσιού και το ’ριξε σαν μπουμπούκι στην άσφαλτο να πατηθεί. Πήρε τον λαιμό τού μικρού κύκνου και τον έριξε στις ρόδες.
Μια μέρα θα πάρει αυτά τα σίδερα και τους πάγκους και θα τα ρίξει στο νερό. Δε θέλει πολύ. Ό,τι φτιάξουμε, ό,τι είμαστε, θ’ αφανιστεί. Τώρα μιλάμε και χαζεύουμε τα πουλιά, αλλά η μέρα πλησιάζει που εγώ θα ’μαι χώμα και κόκαλα στις ρόδες τού μεγάλου σχεδίου Του. Μετά θα θυμηθεί το ευγενικό σου χαμόγελο, μια διαύγεια στην έκφραση των ματιών, τη σοβαρή σου σιωπή – είσαι καλό παιδί. Θα σε συντρίψει. Μη ρωτάς γιατί, όταν στρέφει την τανάλια Του πάνω σου, Εκείνος κατέχει. Έχει σχέδια μ’ αυτό το στέρνο. Άσε με να δω. Εδώ, θα τρίξει και θ’ ακουστεί καθώς θα τσακίζει. Για να δω τα δόντια σου. Έτσι μπράβο.

(Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων: Ο αγρός του κεραμέως, 1993-2012)




ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Αλέξιου Μάινα ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: