Ένα αδειανό πουκάμισο


Κάνει με μιας
και πέφτει με τα γόνατα στο χώμα,
σκύβει τη βαθιά ψυχή,
τα χώματα φιλά
κι αρχίζει με τα νύχια της να σκάβει.

Σκάβει να βρει την άχραντο αλήθεια,
ψυχή ανταριασμένη,
ρωμαλέα ματαιότητα,
πελεκημένο μάρμαρο λευκό,
φωτεινό κιονόκρανο
με στάχυα στολισμένο,
ή κάνα κόκαλο του χεριού,
αυτού που στοργικά
κρατούσε το δικό της.

Βρίσκει ένα αδειανό πουκάμισο,
βαμμένο με το κίτρινο του όξους,
ξεσκισμένο,
κουρελιασμένο,
από το φάγωμα των σκουληκιών,
(ωραίο γεύμα θα ’τανε γι’ αυτά),
βρίσκει και μια σειρά
από ματωμένες τρύπες,
απ’ τις σφαίρες που τον γάζωσαν πισώπλατα.

Σκύβει φιλά το κίτρινο,
το σφίγγει βαθιά στον κόρφο της,
«Αγάπη μου σε σκότωσαν»
λαλεί του,

«Πού ήσουν μάτια μου
όλα αυτά τα χρόνια».
Το μαύρο δάκρυ της
μούσκευε το ματωμένο χώμα,
ποτάμι γοερό
κυλούσε στην ποδιά της.

Σηκώνεται ολόρθη,
μετέωρη
μεταξύ ζωής και θανάτου,
παίρνει τον γιο της απ’ το χέρι
και το αδειανό πουκάμισο
κι έφυγε για το οδόφραγμα
με τις μουγκές κραυγές,
τη θέση της να πάρει
στο εικονοστάσι τ’ ουρανού
με τον ωραίο κήπο.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: