Δέηση στο χωριό Γαληνόπορνη το 1947

Δέηση στο χωριό Γαληνόπορνη το 1947

Σ’ απελπισιά ο χότζας και μαζί του εκατοντάδες άλλοι μουσουλμάνοι, τι το χωριό τους είχε αποστεγνώσει. Και με φρυγμένη, ανάβροχη ψυχή, ζητούσαν ένα ψίχαλο ψιχάλας. Aνίσχυρος ο Αλλάχ να τους φυσήξει στο ξεραμένο πρόσωπο σταλιά ματιά, κι ας το ’θελε – φιλώ σταυρό!– πολύ κι αυτός.  
Βρήκε στο τέλος λύση: Ψιθύρισε στον ύπνο τους, σε δυο παιδιά ορφανά και μια φτωχή γυναίκα και τον καφετζή, να πουν στους χωρικούς να δοκιμάσουν την συνδρομή του Αποστόλου Ανδρέα (είχε πολύ κοντά τους τη μονιά του) και της Παναγιάς (είχε τη μάνα της, εκείνη, στο χωριό τους).
Ο νους του μουσουλμάνου τώρα ξαγναντεύει στην πράξη τη γραμμή: στα χρόνια τα παλιά, ελληνικά ξυπνούσε η Γαληνόπορνη* σε γαληνήν αυγή – αυγή σαν γάζα τ’ ουρανού (το λέει ο ποιητής) στο χρώμα κρόκου μακεδονικού, που τ’ όνομά της πλημμυρούσε αγρούς, σκορπούσε κι έσπερνε ειρήνης γλυκασιά, και σιγοτραγουδούσε και γονυπετούσε, μπροστά στο χρυσαυγές της, κάθε αστάχυ...

Κανοναρχούσε η κτίση πια στο νου το μέγα φως του,
τον όμβρο αποκαλύπτοντας που έκρυβε η ψυχή:
«Θεός εσύ των Χριστιανών, Αλλάχ εμείς οι Τούρκοι,
εμείς οι μαύροι βάσανα, στον τόπο μας σαν κλέφτες,
συνδυό δεν έχουμε ψωμί, συντρείς αλησμονούμε
νερό και πίνουμε χολή, αν λάχει και τη βρούμε.»

Τέτοια τους άκουγε η βροχή και δάγκωνε τα χείλια.
Στέλνει λοιπόν την Αθηνά με τη μορφή του Μέντη,
να τους μιλήσει γνωστικά, όχι με λόγο αφέντη:

«Παέτε Ριζοκάρπασο, περάστε τη Γιαλούσα,
φωνάξετε και του παπά και του καντηλανάφτη.
Πείτε να φέρει τρία κεριά και δυο τρανές λαμπάδες,
να φέρει κι άσπρα γιασεμιά, ειδέ περικοκλάδες,
να φέρει και χοντρό σκοινί να περιζώσουν τ’ άστρα
που κρύβει μέσα στην καρδιά, με τόση, αλήθεια, πάστρα
η θαυμαστή κυρία σας, κι Αγία σε όλους Άννα.»

Γι’ αυτό και πάνε μια και δυο, βρίσκουν τον ιερέα,
που ’χε παχιά τα δάκτυλα και σκάλιζε χωράφι,
στέρφο, φρυγμένο, ανάλγητο, με την κρυφή ελπίδα
να βρει στη ρίζα του βαθιά τον μαγεμένο βράχο,
που μόλις τονε ράγιζε θ’ ανάβρυζε νεράκι,
το πείσμα να ξεκάρφωνε τ’ ουράνιου πλανητάρχη
κι αγνής βροχούλας να ’λυνε μαλλιά και καταρράκτες.

Κρατά προικιά χρειαζούμενα της εκκλησιάς και φτάνει
πάνω στη μούλα του. Αυτοί δαφνόφυλλα και βάγια
του στρώνουν και παρακαλούν, μαζί να γονατίσουν
να συνυμνήσουν το Θεό και τον Αλλάχ, σαν ένας,
που δεν τους χώριζε τζαμί, ουδέ ναός κανένας.

Αλήθεια, η μάνα στέκεται παράμερα και κλαίει
από συγκίνηση ακριβή. Δεν λησμονεί, τους λέει,
πως ζει ακόμα η εκκλησιά που φέρει τ’ όνομά της·
σ’ αυτήν απάνω ένας Σταυρός καλπάζει ως αναβάτης.
Χαίρεται δε και προσκυνά την πίστη των ανθρώπων
π’ αποτινάξανε ντροπές και βρήκαν άλλον τρόπο
να κτίσουν την αγάπη τους, την πίστη τους να θρέψουν
με τα καλύτερα κουπιά, θάλασσα να μαγέψουν.
Θάλασσα και πολύ νερό, γλυκό σαν το ποτάμι
που κατεβαίνει εξ ουρανού και καταλεί τον Άδη.

Κρυφά χαμογελά και χαίρεται η καρδιά της
μπροστά στην εκκλησιά που αντέχει και βαστάζει
σε κείνο το χωριό ακόμα τ’ όνομά της.
Τι γαληνά ξυπνούσε αυτό πουρνό πουρνό χαϊδεύοντας
ήσυχες λίμνες και γιαλούς στα βάθη της ψυχής!
Όθε σκιρτούσανε –και συνηχούσαν– ελληνικά οι αγγέλοι·
ποιαν άλλη γλώσσα εξάλλου αυτοί να πρωτομάθαιναν;
Από γεννησιμιού τους η μητέρα
με τέτοια τους εθρόφιζε λαλιά.

Οι Γαληνοπορνίτες το γνώριζαν,
μα το ψιλολογούσαν στα κρυφά.
Τώρα που φούντωσε η αλήθεια για τη στέγνια
που οστράκεψε και κόλλησε και δεν δακρύζει
για λόγου τους μηδένας άγγελος, θυμήθηκαν
της Παναγιάς τη μάνα.

Και είπαν: «Εμείς την έχουμε από τότε, που πριν στερέψει το τρεχούμενό της, ξεπλέναμε και χέρια και μαχαίρια, ιδρώτα κι αίμα, κι έτρεχε η ψυχή μας ν’ αγγίσει με τα μάτια της το θείο μαφόριο, να καθαρθεί το σκότος κι ηχός γαλήνης ν’ απλωθεί ώς τα πέρα. Κι αν το χωριό μας έγινε, όπως τ’ ορίζει ο νόμος του Προφήτη, μουσουλμανικό, εμείς ποτέ δεν σβήσαμε το σέβας σε τούτη την Αγία, που είχε τη μονιά και τη λατρεία της εδώ τιμητικά. Ποτέ δεν το ξεχνάμε πως της είμαστε υποτελείς κι ευγνώμονες καθ’ όλα. Με του Ριζοκαρπάσου τον παπά ομνύουμε τώρα στ’ όνομά της, ελληνιστί και τουρκιστί, να μεσιτέψει στη θυγατέρα της, κι αυτή με τη σειρά της στον υιό της, κι εκείνος παραπέρα στον πατέρα του, λίγη βροχή επιτέλους να ευδοκήσει.»

Τον λόγο δεν απόσωσε ο χότζας,
κι ο ουρανός εσχίσθη, άνωθεν έως κάτω,
κι άρχισαν οι κρουνοί και οι καταρράκτες
να τρέχουν τέτοιο δάκρυ (μέγεθος καρυδιού),
που δεν το σταματούσε πια κανείς.
Πλημμύρισε τους τόπους,
κοντεύαν να πνιγούν και τα βουνά.
Φαντάσου αγγέλους με κατάβρεχτα φτερά,
να εγείρουν οδοφράγματα –
πευκοβελόνες, φυλλαράκια και κλαδιά
στο στόμα τους για τ’ αναχώματα.

Και είπε ο παπάς του Ριζοκάρπασου: «Τόσον καιρό δεόμασταν, κι εμείς αμοναχοί, σταγόνα δεν σταυρώσαμε. Τώρα που ενώσαμε δυνάμεις, να! Λυθήκαν επιτέλους και τα μάγια. Μεγάλο είναι τ’ όνομά σου, Βράχε, είτε σε λεν Θεό, Γιαχβέ ή Αλλάχ! Όμως το ζήτημα δεν είναι αυτό. Γιατί, κακά τα ψέματα, χωρίς εκείνους τους Γαληνοπορνίτες, δεν θα ’πεφτε βροχή. Και θα το μολογήσω πως αυτοί, φαίνεται τρέφαν ζέση πιο πολλή και πίστη μεγαλύτερη στα κατορθώματα της Άγιας Άννας.


————————————————
*Το ποίημα στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός του 1947 στο μουσουλμανικό χωριό Γαληνόπορνη, του οποίου οι κάτοικοι μιλούσαν μόνο ελληνικά – ενδεικτικό πως αλλαξοπίστησαν για λόγους επιβίωσης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σ’ αυτό υπήρχε η εκκλησία της Αγίας Άννας, και τούτο επίσης μαρτυρεί την παλιά ορθόδοξη ταυτότητά του. Στη διάρκεια μιας έντονης στην Κύπρο ανομβρίας, οι Γαληνοπορνίτες παρακάλεσαν τους ιερείς του Ριζοκαρπάσου, που απείχε περίπου δώδεκα μίλια από το χωριό τους, να δεηθούν από κοινού στο όνομα της Παναγίας (που είναι και της Αγίας Άννας θυγατέρα) και του Αποστόλου Ανδρέα (μεγάλου αγίου της περιοχής), να μεσιτέψουν στον Θεό να στείλει τη βροχή του. Οι ιερείς ανταποκρίθηκαν και μετέφεραν τις εικόνες από το Ριζοκάρπασο στην Γαληνόπορνη. Το γεγονός περιγράφεται από Κύπριο απόδημο σ’ ελληνική εφημερίδα της Αυστραλίας (δες Νέος Κόσμος, στην ηλεκτρονική σελίδα Sigmalive της 18ης Μαΐου 2020): «Οι ιερείς φόρεσαν τα άμφιά τους και προετοίμασαν τα σκεύη και τα κεριά. Οι πολύτιμες εικόνες τοποθετήθηκαν με προσοχή και ξεκίνησε η προσευχή. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι γονάτισαν και προσευχήθηκαν, καθώς έψαλλαν οι ιερείς». Μετά την δέηση, οι Χριστιανοί, μαζί με τις εικόνες, έφυγαν εν πομπή προς το Ριζοκάρπασο και «υπήρξε χαρά και ευχαριστία από τον λαό της Γαληνόπορνης, διότι ήξεραν ότι θα βρέξει.[…] Ξεκίνησε η βροχή.[…] Πραγματικά βαριά βροχή. Όχι απλώς βροχή· νεροποντή. Ο τόπος πλημμύρισε με νερό».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: