Η νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου σήμερα

Οι μεγάλες συμφορές γίναν ιστορία μας... *

Η αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν δόθηκε από δύο ανθολογίες οι οποίες κυκλοφόρησαν τον ίδιο χρόνο (2018)· ανθολογίες συμπληρωματικές, κατά κάποιον τρόπο, καθώς καλύπτουν τις βασικές περιοχές της σύγχρονης δημιουργικής έκφρασης στην Κύπρο: το διήγημα η πρώτη, την ποίηση η δεύτερη. Πρόκειται για τα Διηγήματα της Εισβολής, εισαγωγή­ανθολόγηση Κώστας Λυμπουρής, εκδ. Αίπεια, Αθήνα 2018, και την Ανθολογία κυπριακής ποίησης 1960-2018, ανθολόγηση­επιμέλεια­εισαγωγή Γιώργος Χριστοδουλίδης–Παναγιώτης Νικολαΐδης, εκδ. κύμα, Αθήνα 2018. Στην πρώτη ανθολογία, η οποία όπως δηλώνεται στον τίτλο της είναι θεματική, παρουσιάζονται τριάντα τέσσερα διηγήματα (τριάντα τεσσάρων αντιστοίχως παλαιότερων και νεότερων διηγηματογράφων) με θέμα την τουρκική εισβολή του 1974. Στη δεύτερη ανθολογούνται σαράντα εφτά εν ζωή ποιητές οι οποίοι εκπροσωπούν σύμφωνα με τους ανθολόγους τέσσερις λογοτεχνικές γενιές: α) τη γενιά της Ανεξαρτησίας, β) τη γενιά της Εισβολής, γ) τη γενιά της Κατοχής και της αφθονίας, δ) τη νεότερη, ακόμη αδιαμόρφωτη, ομάδα ποιητών.

Η πρώτη ανθολογία αναδεικνύει την έκταση και τη διάρκεια του θέματος της Εισβολής στη λογοτεχνία της Κύπρου, ενώ στη δεύτερη προτείνεται ένα ιστορικιστικό γραμματολογικό σχήμα το οποίο τοποθετεί στην αφετηρία τη δημιουργία του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους (1960) και στο κέντρο την εισβολή του 1974 και τη συνακόλουθη κατοχή. Το συγκεκριμένο σχήμα, με τις δύο προεξέχουσες αιχμές του, ισχυρός –όπως φαίνεται– κοινός τόπος της γραμματολογίας και της κριτικής, απαντά και στην πιο πρόσφατη Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας των Γ. Κεχαγιόγλου και Λ. Παπαλεοντίου (Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2010): «Ακμή και λογοτεχνικές κορυφώσεις στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960­1974», σ. 447 κ.ε. / «Λογοτεχνικοί και κριτικοί προσανατολισμοί ύστερα από την τουρκική εισβολή (1974 ­ περ. 1990)», σ. 573 κ.ε. Η Ζυρίχη και η Εισβολή (1960 και 1974 αντιστοίχως) προφανώς συστήνουν ευδιάκριτες τομές τόσο στην ιστορία της λογοτεχνίας γενικότερα, όσο και ειδικότερα στο έργο των σημαντικότερων Κύπριων λογοτεχνών. Αναφέρω, προς επίρρωσιν του επιχειρήματος και χάριν παραδείγματος, τις περιπτώσεις δύο συγγραφέων, του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη και του Κώστα Μόντη, αφενός για το μεγάλο εκτόπισμα που έχει το έργο τους στην ιστορία της λογοτεχνίας της Κύπρου (στην πεζογραφία του πρώτου, στην ποίηση και στην πεζογραφία του δεύτερου) και αφετέρου γιατί ασκούν και οι δύο, εξακολουθητικά μέχρι σήμερα, σημαντική επίδραση στο έργο πολλών νεότερων λογοτεχνών:

Ο Γ. Φ. Πιερίδης, στη συγκεντρωτική έκδοση Η τετραλογία των καιρών (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία 1989) οργανώνει ο ίδιος το κυπριακό μέρος του έργου του (εκτός από το κυπριακό υπάρχει και το αιγυπτιακό ή αιγυπτιώτικο) με βάση ένα ιστορικό δομικό σχήμα το οποίο επιμερίζεται σε τέσσερις «καιρούς». Οι δύο τελευταίοι από αυτούς «Ο καιρός των ολβίων» και «Ο καιρός της δοκιμασίας» αντιστοιχούν στην περίοδο της ανεξαρτησίας –ο πρώτος– και στην μετά την εισβολή περίοδο – ο δεύτερος.
Ο Κ. Μόντης στο σημαντικότερο έργο του, τα τρία Γράμματα στη Μητέρα, τρίπτυχο ποίημα που γράφεται στη διάρκεια μιας δεκαπενταετίας (Γράμμα στη Μητέρα [1965], Δεύτερο γράμμα στη Μητέρα [1972], Τρίτο γράμμα στη Μητέρα [1980]), αποτυπώνει σε 2.393 συνολικά στίχους, την οδύνη του για όσα δραματικά συνέβησαν κατά τη διάρκεια των κρίσιμων χρόνων που μεσολαβούν από την υπογραφή της Συμφωνίας της Ζυρίχης το 1959­1960 μέχρι και την τουρκική εισβολή του 1974. Η υπογραφή της Συμφωνίας και οι συνέπειές της (η διάψευση, το άδοξο τέλος της Επανάστασης, η ερήμωση του τόπου) είναι το δεσπόζον θέμα των ποιητικών συλλογών του ώς το 1974. Η τουρκική εισβολή συντελείται σε μιαν ήδη έρημη χώρα, και καθιστά την παλαιά πληγή βαθύτερη.
Η πρώτη επομένως διαπίστωση, η οποία προκύπτει από τη διασταύρωση των δεδομένων των δύο ανθολογιών, αφορά το γεγονός ότι η «κυπριακή λογοτεχνία» ή –καλύτερα– η «νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου», είναι ιστοριοκρατούμενη· συναρτάται άμεσα με την ιστορία, με οδυνηρά γεγονότα και συμφορές («Οι μεγάλες συμφορές γίναν ιστορία μας») και έχει ένα σταθερό κέντρο, τη μεγαλύτερη από τις συμφορές της σύγχρονης ιστορίας του τόπου, το δράμα και το τραύμα του 1974, γύρω από το οποίο εφεξής περιστρέφεται. Αυτό από μια άποψη είναι φυσιολογικό· δικαιολογείται από το μέγεθος και το βάθος της πληγής και από το γεγονός ότι παραμένει ανεπούλωτη με αποτέλεσμα να επιμολύνεται και να μετουσιώνεται στα δημιουργήματα όχι μόνο εκείνων που βίωσαν άμεσα τα οδυνηρά γεγονότα αλλά και των νεοτέρων, των κληρονόμων του τραύματος.
Η μακροχρόνια ωστόσο συνάρτηση της δημιουργικής έκφρασης με την ιστορία, η επικέντρωση των πνευματικών δημιουργών στον γενέθλιο τόπο και στο συλλογικό δράμα του και η εξακολουθητική περιδίνηση του θέματος της εισβολής - κατοχής, παγίωσε κάποια αναγνωρίσιμα σχήματα και σήματα μιας λογοτεχνικής εντοπιότητας (αναφέρομαι κυρίως στο ιδιότυπο γραμματολογικό σχήμα της λογοτεχνίας της Κύπρου, α) γενιά της Ανεξαρτησίας, β) γενιά της Εισβολής, γ) γενιά της Κατοχής) η οποία προσδιορίζει, οριοθετεί και διαφοροποιεί τις τελευταίες δεκαετίες τη λογοτεχνία της Κύπρου από την ευρύτερη νεοελληνική. Γιατί θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η ελλαδική λογοτεχνία, τόσο η ποίηση όσο και η πεζογραφία, εν αντιθέσει προς ό,τι συμβαίνει στην Κύπρο, έχει απωθήσει εκτός από λίγες μετρημένες εξαιρέσεις το θέμα της εισβολής και της κατοχής. Τούτη η διαφορά (η επικέντρωση από τη μία πλευρά στο δράμα του 1974 και από την άλλη η απώθησή του) δεν αποτελεί πάντως ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι οι Κύπριοι λογοτέχνες παραμένουν ουσιαστικά άγνωστοι (στους αναγνώστες, στους κριτικούς, και στους ειδικούς νεοελληνιστές και φιλολόγους) στην Ελλάδα. Για το γεγονός ότι ακόμη και σημαντικοί δημιουργοί, όπως ο Κ. Μόντης και ο Γ. Φ. Πιερίδης (έγινε γι᾽ αυτούς λόγος προηγουμένως), αλλά και άλλοι –λίγοι έστω αλλά αξιόλογοι– που αγνοούνται και αποσιωπούνται, ενώ κανονικά (αν σημαίνει κάτι η λέξη «κανονικά» σε αυτή την περίπτωση) θα τους άξιζε μια σύντομη μνεία στις Ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια θέση (υπό σκιάν έστω) στον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα.

Κλείνω όμως εδώ την παρένθεση, η οποία αφορούσε την τύχη ή την ατυχία των Κύπριων λογοτεχνών στην αφιλόξενη μητρόπολη, και επιστρέφω στο τραύμα το οποίο κυριαρχεί όπως είδαμε στη λογοτεχνία της Κύπρου από το 1974 μέχρι σήμερα, προκειμένου να διατυπώσω κάποιες υποθέσεις για «τη νεότερη, ακόμη αδιαμόρφωτη, ομάδα ποιητών» η οποία μπορεί και να μην είναι εντελώς αδιαμόρφωτη. Παρά την αδιαμφισβήτητη και συνεχή παρουσία του τραύματος του 1974, από την ανάγνωση τόσο της πρώτης όσο και –κυρίως– της δεύτερης ανθολογίας, προκύπτουν ορισμένες διαπιστώσεις οι οποίες αφορούν ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα σχετικά με τους νεότερους λογοτέχνες που πρωτοεμφανίζονται ύστερα από το 2000.

Συγκεκριμένα: α) Ενώ η παρουσία του θέματος της εισβολής - κατοχής είναι δεσπόζουσα σε όσους ποιητές βίωσαν τα γεγονότα του 1974 σε ώριμη ή σχετικά ώριμη ηλικία, φαίνεται να φθίνει προοδευτικά στους νεότερους. Τεκμαίρεται κανείς το συμπέρασμα αυτό και από τα εξής: από το σύνολο των τριάντα τεσσάρων διηγηματογράφων που ανθολογούνται στα Διηγήματα της Εισβολής οι είκοσι πρωτοεμφανίζονται πριν και οι δέκα μετά το 2000· από αυτούς τους δέκα ωστόσο μόνο ένας (μία για την ακρίβεια συγγραφέας) γεννήθηκε μετά το 1974. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η «Γενιά του 2000» ουσιαστικά απουσιάζει από την Ανθολογία. Από την άλλη, από το σύνολο των σαράντα εφτά συνολικά ποιητών της Ανθολογίας κυπριακής ποίησης 1960-2018, οι δεκαέξι πρωτοεμφανίζονται μετά το 2000. Παρά το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς εκδίδουν την πρώτη τους συλλογή σε προχωρημένη ηλικία εντούτοις και πάλιν η συγκριτική ανάγνωση των ποιημάτων τους με τα ποιήματα των παλαιοτέρων καταδεικνύει μιαν εν προόδω διαφοροποίηση. Ειδικά στους περισσότερους από τους ποιητές της «νεότερης, ακόμη αδιαμόρφωτης, ομάδας ποιητών» που ανθολογούνται στον τόμο, οι όποιες κληρονομημένες τραυματικές παραστάσεις φαίνεται και πάλιν να υποκαθίστανται από άλλες, σύγχρονες, άμεσα βιωματικές και υπαρξιακές κατά κανόνα ανησυχίες. β) Μπορούμε κατά συνέπειαν να κάνουμε λόγο (με επιφυλάξεις έστω και με επίγνωση ότι η όποια υπόθεση δεν μπορεί να αναχθεί σε κανόνα) για μια βαθμιαία αποστασιοποίηση όχι μόνο από τα γεγονότα του 1974 αλλά γενικότερα από τα μείζονα δημόσια θέματα και μια στροφή από τον πολιτικό στον πεπερασμένο ιδιωτικό χώρο. γ) Το ζήτημα της εισβολής ­ κατοχής όπου εξακολουθεί να εκδηλώνεται στο έργο αυτής της ομάδας, των νεότερων ποιητών που πρωτοεμφανίζονται ύστερα από το 2000, λειτουργεί κυρίως σε ένα συνδηλωτικό, παρά σε ένα αναφορικό, σημασιολογικό σύστημα. Θα μπορούσαμε με άλλα λόγια να πούμε ότι όσο απομακρυνόμαστε χρονολογικά από το 1974 το τραύμα εσωτερικεύεται, απωθείται σε εσωτερικά στρώματα, και εκφέρεται με ένα λόγο περισσότερο κρυπτικό, ασυνεχή και θραυσματικό.
Οι προηγούμενες διαπιστώσεις και υποθέσεις περιγράφουν τις γενικές παραμέτρους μιας εν εξελίξει διαφοροποίησης και σκιαγραφούν μια σύγχρονη τάση στη λογοτεχνία της Κύπρου, η οποία φαίνεται να συγκλίνει και να συντονίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με τους προσανατολισμούς και τις αναζητήσεις της ευρύτερης ελλαδικής. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ούτε χωρίς σημασία το γεγονός ότι οι Κύπριοι λογοτέχνες, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, εκδίδουν τα βιβλία τους στην Αθήνα. Δεν έχω αναλυτικά στατιστικά δεδομένα, ωστόσο εικάζω ότι τα εκδεδομένα στην Αθήνα βιβλία Κύπριων λογοτεχνών ενδέχεται να είναι περισσότερα από τα εκδεδομένα στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό, το οποίο ποτέ δεν συνέβαινε σε αυτή την έκταση, δεν αποκλείεται στα αμέσως επόμενα χρόνια να μεταβάλει τους όρους της πρόσληψης της λογοτεχνίας της Κύπρου στην Ελλάδα. Και αυτό γιατί, εκδίδοντας τα βιβλία τους στην Ελλάδα, οι Κύπριοι λογοτέχνες διεκδικούν πλέον μερίδιο σε ένα χώρο και σε ένα σύστημα από το οποίο ήταν ουσιαστικά αποκλεισμένοι. Είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό διαφοροποιεί τόσο τους όρους της κριτικής πρόσληψης όσο και τις δυνατότητες άμεσης συμμετοχής τους στις διαδικασίες και τους θεσμούς που αφορούν την κίνηση του βιβλίου στην Ελλάδα· δηλαδή διαφημιστική προβολή, βιβλιοπαρουσιάσεις, διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού, συμμετοχή σε θεσμοθετημένους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και ενδεχομένως βραβεύσεις.


——————————
* Ο στίχος «Οι μεγάλες συμφορές γίναν ιστορία μας», προέρχεται από το ποίημα της Νένας Φιλούση «Διάχρονο»: Ακτήμων, εκδ. Ακτίς, (Κύπρος) 2014.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: