Ο ποιητής και η κοινωνία στην ποίηση της Γενιάς του 1990

Από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960) έως σήμερα διακρίνουμε στην εξέλιξη της κυπριακής ποίησης τη Γενιά της Ανεξαρτησίας ή του 1960, τη Γενιά της Εισβολής ή του 1974 και τη Γενιά του 1990 ή της Κατοχής και της Αφθονίας (ο τελευταίος όρος, εισηγητής του οποίου είναι ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, εκκρεμεί να συζητηθεί και να δοκιμαστεί φιλολογικά).* Οι ποιητές που εμφανίστηκαν στα κυπριακά γράμματα στις αρχές του 21ου αιώνα συγκροτούν μιαν πολυπρόσωπη ομάδα, χωρίς να είμαστε ακόμη σε θέση να την ορίσουμε ως Γενιά, καθότι δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Το θέμα της σχέσης του ενδοκειμενικού ποιητή με την κοινωνία, ως ένα από τα «αιώνια» θέματα της ποίησης, εντοπίζεται και στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση, με πολλαπλές διασυνδέσεις και διαστρωματώσεις και σε συνάρτηση με το δίπολο ποιητική και ιδεολογία. Μια συστηματική πραγμάτευση της σχέσης αυτής σε ολόκληρο το χρονικό άνυσμα της σύγχρονης κυπριακής ποίησης θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Εδώ περιοριζόμαστε σε μια ενδεικτική και δειγματοληπτική προσέγγιση του πιο πάνω θέματος, όπως εντοπίζεται στην ποίηση της Γενιάς του 1990.

Το θέμα της ποίησης ως επώδυνης ενδοσκόπησης σε αντίθεση με την επιδερμική στιχουργία και, κατ’ επέκταση, το θέμα της αντίθεσης ανάμεσα στη γνήσια και στην κίβδηλη ποίηση, ανάμεσα στους πραγματικούς ποιητές και στους ματαιόδοξους στιχοπλόκους, επανέρχεται συχνά στα ποιητικά κείμενα της υπό εξέταση Γενιάς. Στο ποίημα «Το θεώρημα της υψικαμίνου» του Μιχάλη Παπαδόπουλου η ποίηση ορίζεται «ως γεωτρύπανο ύψους / χωρίς ζαλάδες αισθηματικότητας» (Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου: 2010, σ. 25). Η ποιητική καταβύθιση στα υποστρώματα της ανθρώπινης ψυχής συντελείται ως αντίδραση απέναντι σε μια κοινωνία που ταυτίζεται με τον καταναγκασμό, την αλλοτρίωση, τη διαφθορά και την απαξίωση της τέχνης και ειδικότερα της ποίησης. Η αλλοτρίωση του ποιητή από την κοινωνία και ειδικότερα το κοινό του είναι εμφανής ακόμη και σε ποιητικές ομηγύρεις: «Κι αυτός ο ποιητής / που απάγγελλε ασθμαίνοντας, / που αρπαζόταν σαν πνιγμένος / απ’ το φεγγάρι, / έμοιαζε με κάποιον μελλοθάνατο / που ψέλλιζε την τελευταία του επιθυμία, / που όλο μιλούσε / κι όλο κάτι έμενε ανείπωτο» (Χρυστάλλα Μαγγανή, «Ποιητική βραδιά με πανσέληνο», Νεκαλιώντα: 2016, σ. 57).

Εξάλλου, η μοναχική φιγούρα του ποιητή – ρακοσυλλέκτη στην ποίηση της Αλεξάνδρας Γαλανού παραπέμπει επίσης, μέσω της ευρηματικής ποιητικής σκηνοθεσίας, στη βασανιστική ενδοσκόπηση που συνδηλώνει την περιθωριοποίηση του ποιητή και της τέχνης του. Τα «πληγωμένα ποιήματα» και «οι λέξεις που αιμορραγούν» είναι τα ράκη που «περιμαζεύει» ο ποιητής, μαζί με τα οποία προσπαθεί «να διανύσει την απόσταση / από την ερημιά της θλίψης / στον λαμπροφόρο του αποσπερίτη» (Παρενθέσεις και εισαγωγικά: 2016, σ. 13). Η καταβύθιση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής (Μ. Παπαδόπουλος) και η ανύψωση στο στερέωμα της ποιητικής δημιουργίας (Χρ. Μαγγανή – Αλ. Γαλανού) είναι δύο παραπληρωματικές όψεις της επώδυνης ποιητικής δημιουργίας, που συντελείται ερήμην και επέκεινα της εχθρικής και απόμακρης κοινωνίας.

Στο ποίημα του Μ. Παπαδόπουλου «Γράφουμε» οι ποιητές, άνθρωποι «που δεν τους βλέπει / ούτε τους ακούει κανένας», είναι δημιουργοί του κλειστού και απροσπέλαστου χώρου, η δε ποιητική γραφή παρουσιάζεται ως απότοκος του πόνου και των βασάνων, χωρίς να μπορεί να αρτιωθεί σε ολοκληρωμένα ποιήματα (Έλικας…, σ. 41). Η διάσταση του ποιητή από την κοινωνία και τον περιβάλλοντα κόσμο αποτυπώνεται στο ποίημα του Στέφανου Σταυρίδη «Ο ποιητής» με την εικόνα του τυφλού φωτογράφου «που ψηλαφεί με τη μνήμη / λαχταρώντας να μπει / μέσα σε μια φωτογραφία», χωρίς να έχει τη δυνατότητα να δει «τα χρώματα», «το άπλετο φως» και την «απέραντη ομορφιά του κόσμου» (Σιωπηλοί τραυματιοφορείς: 2013, σ. 17). Στο ποίημα του ιδίου «Όσο η ποίηση» σχολιάζεται ειρωνικά η περιθωριακή θέση της ποίησης «που σουλατσάρει σιωπηλά / πάνω σε λευκή έκταση» και γι’ αυτό «θα παραμένει εκτός βουλής / και εκτός εκλογικών καταλόγων» (ό.π., σ. 41). Η κριτική θεώρηση αυτής της κατάστασης από τον ποιητή επεκτείνεται στην απόρριψη του μοντέλου της απολιτικής ποίησης και στο ζητούμενο της στράτευσης του ποιητικού λόγου υπέρ του ανθρώπου και των αγώνων του: «Χρειαζόμαστε στίχους / που θα γδάρουν το χαρτί / θα κάψουν τα πίξελ» […], «χρειαζόμαστε ποιήματα / που θα βγουν στους δρόμους / θ’ αναποδογυρίσουν αυτοκίνητα / και θα κάψουνε ελαστικά» (ό.π.).

Προφανώς, η αντίθεση ανάμεσα, αφενός, στον σιωπηλό βηματισμό του εσωστρεφούς ποιητικού λόγου ή της ποίησης δωματίου και, αφετέρου, στην αγωνιστική πορεία της ποίησης στους δρόμους των κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων παραπέμπει στη γενικότερη αντίθεση ανάμεσα στην ποίηση και στην πράξη ή ευρύτερα τη ζωή, καθώς και στο ηθικό ζήτημα που συχνά αναφύεται σε σχέση με το κατά πόσο οι ποιητές βιώνουν έμπρακτα το αξιακό περιεχόμενο των έργων τους ή αν ο βίος τους είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με τον ιδεολογικό κώδικα της ποίησής τους. Στο ποίημα του Γιώργου Χριστοδουλίδη «Σε τόμους» (Το απραγματοποίητο, 2010, σ. 35) το ποιητικό υποκείμενο αποστρέφεται υπαινικτικά τη μουσειακή θεώρηση της ποίησης και την επακόλουθη διάστασή της από την πράξη και τη ζωή. Στο ποίημα του ιδίου «Μυστικοί άνθρωποι» από την ομότιτλη ποιητική συλλογή (2019, σ. 76-78) είναι διάχυτη η αίσθηση ενοχής του ενδοκειμενικού ποιητή απέναντι στους ανθρώπους που υποφέρουν από τα μείζονα προβλήματα της εποχής μας (πείνα, εξαθλίωση, αναγκαστική μετανάστευση κ.λπ.). Η ειρωνική αποστασιοποίηση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στον εαυτό του και στους ομοτέχνους του οφείλεται στη ματαιόδοξη αυτοπροβολή τους, τη στιγμή που καιροσκοπικά αντλούν τις εμπνεύσεις τους από τη δυστυχία του κόσμου, χωρίς να συναισθάνονται τις διαστάσεις της: «Για να μπορούμε να γράφουμε εμείς ποιήματα / ένα αγέλαστο παιδί στην Ταϋλάνδη / πλέκει το φούτερ της επιστήθιάς σου επωνυμίας / κι άλλο ένα στο Περού / κατεβάζει πέτρες από το βουνό / στο πεινασμένο στόμα του ορυχείου […]» (ό.π., σ. 76). Επομένως, για τον ενδοκειμενικό ποιητή, η ποίηση γράφεται από τους δυστυχείς ανθρώπους που «ίσως δεν διάβασαν ποτέ ποιήματα», αλλά «έχουνε θρέψει την υπερμεγέθη φιλοδοξία μας / όσο δεν μπόρεσαν να θρέψουν τα όνειρα / και τα στομάχια τους […]» (ό.π., σ. 77).

Αντίστοιχη με την πιο πάνω κοινωνιοκεντρική θεώρηση του ρόλου των ποιητών στην εποχή μας είναι η παραίνεση του ενδοκειμενικού ποιητή προς τους ομοτέχνους του στο ποίημα «Αλεξανδρινή νουθεσία» του Βάκη Λοϊζίδη (Τα στοιχειώδη: 2009, σ. 16). Εδώ προκρίνεται η λιτή ποιητική γραφή και το καθημερινό «αντιποιητικό» λεξιλόγιο, ενώ θεωρείται ότι με την «πέραν του δέοντος επεξεργασία» επέρχεται ο θάνατος της ποίησης. Χωρίς «εντρύφηση στη ζωή», η «έφεση στο λόγο» αφεαυτής δεν επαρκεί για την ποιητική τέχνη. Επομένως, αναφερόμαστε εδώ στο μοντέλο του ποιητή ως ανθρώπου της πράξης και της δράσης. Παρεμφερής είναι στο ποίημα της Χρ. Μαγγανή «Μιλούν» η αποστασιοποίηση του ποιητικού υποκειμένου (Νεκαλιώντα…, σ. 108) από το αντίθετο μοντέλο, δηλαδή εκείνο της ποιητικής ιδιώτευσης, χωρίς ωστόσο να αποφεύγεται η διάκριση του ποιητή από την κοινωνία, με την εικόνα της ανάβασής του στον ουράνιο χώρο: «Μιλούν, / μα κανένας δεν πεθαίνει / για τα λόγια του. / Μες στην οργή μιας αγριεμένης μέρας / φόρεσα τα κέρινα φτερά του λαβωμένου Ίκαρου / και τόλμησα να πετάξω ψηλά, / γιατί πίστεψα πως ο ήλιος / δεν είναι παρά ο προορισμός μου».

Ωστόσο, παρά την επίγνωση του καίριου κοινωνικού και πολιτικού ρόλου της ποίησης, δεσπόζουσα είναι στην ποιητική Γενιά του 1990 η θεματική της περιθωριοποίησης του ποιητή και των συναφών τάσεων φυγής, αναχώρησης ή ακόμη και ανταρσίας έναντι μιας κοινωνίας εχθρικής, που αδυνατεί να εντάξει λειτουργικά την ποίηση και τους θεράποντές της στις ποικίλες εκφάνσεις της. Από αυτή την άποψη, πολύ χρήσιμες θα ήταν σε μια πραγματεία οι εκ του σύνεγγυς συναναγνώσεις ποιημάτων της Γενιάς αυτής με ομόθεμα ως προς τους πιο πάνω άξονες ποιήματα του όψιμου νεοελληνικού ρομαντισμού, του νεορομαντισμού της Γενιάς του 1920 ή και του νεοελληνικού υπερρεαλισμού (και κυρίως με ποιήματα του Εγγονόπουλου, ίσως και άλλων εκπροσώπων αυτού του ρεύματος).

Ο ποιητής ως αντικείμενο εμπαιγμού και χλευασμού από το κοινωνικό σύνολο είναι ένα θέμα που εντοπίζεται, λόγου χάρη, στην ποίηση της Χρυστάλλας Μαγγανή: «Τι τον χλευάζετε; / Τουλάχιστον αυτός τόλμησε να πετάξει ψηλά, / έστω κι αν κέρινα φτερά είχε στους ώμους, / όπως τον έρμο, μα ωραίο Ίκαρο» (Νεκαλιώντα…, σ. 81). Μια ειδικότερη πτυχή του ζητήματος της περιθωριοποίησης των ποιητών είναι εκείνη του παραγκωνισμού τους από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά και από τους ίδιους τους εκδότες και γενικά από όσους έχουν την ευχέρεια να διαμορφώνουν και να κατευθύνουν την αναγνωστική συμπεριφορά του κοινού. Στο ποίημα «Είναι καιρός» του Βάκη Λοϊζίδη ο ενδοκειμενικός ποιητής, με ευδιάκριτη αυτοειρωνική διάθεση, εκφράζει την πρόθεσή του να δοκιμαστεί στην πεζογραφία με στόχο να επιτύχει τη συγγραφική και ευρύτερα την κοινωνική καταξίωση: «Πόσο καιρό να γράφω ποιήματα / κλεισμένα για μήνες στα συρτάρια / κι ύστερα να μένουν / αδιάβαστα στα μεσοπατώματα των βιβλιοπωλείων. / Θα γίνω και ’γώ ένας βιώσιμος συγγραφέας / με άκουσμα στη μητρόπολη / και δεύτερες εκδόσεις» (Κινητά μνημεία: 2002, σ. 29).

Το θέμα της διάστασης ανάμεσα στον ποιητή και στην κοινωνία επανέρχεται πολύ συχνά σε ποιήματα των Μιχάλη Παπαδόπουλου και Γιώργου Καλοζώη, με συχνά ηπιότερη την ένταση της σύγκρουσης στην ποίηση του πρώτου, ενώ στην ποίηση του δεύτερου η διάσταση δεν συνεπάγεται μόνο την αναχώρηση του ποιητή αλλά και την καταγγελτική διάθεσή του.

Στο ποίημα «Αγώνας» του Μ. Παπαδόπουλου (Εντός συνόρων…: 2000, σ. 17) ο ποιητής του κλειστού χώρου βιώνει τον αγώνα και την αγωνία του για την ποιητική έκφραση «μέσα σε τέσσερις μουχλιασμένους τοίχους / πίσω από ένα ερμητικά κλεισμένο παράθυρο», την ίδια στιγμή που εξελίσσεται «ο αγώνας των άλλων εκεί έξω στους δρόμους / μες στο χαλασμό και την οχλαβοή». Το αποτέλεσμα αυτής της διάστασης αποτυπώνεται στον ποιητικό λόγο ως «συμπλοκή του καταληπτού με το ακατάληπτο, / συμπλοκή του μέσα και του έξω», χωρίς προοπτική διαλεκτικής σύνθεσης, όπως είναι περισσότερο έκδηλο στο ποίημα του ιδίου «Στα σκοτεινά δωμάτια», στο οποίο αντιπαραβάλλονται οι «μαθητευόμενοι νάρκισσοι των ηλίθιων κατορθωμάτων», που βρίσκονται έξω στους δρόμους, προς τους «άγνωστους ποιητές των πυρπολημένων αυτοσαρκασμών», «μέσα στα σκοτεινά δωμάτια» (ό.π., σ. 28).

Αντίστοιχα, στο ποίημα του Γ. Καλοζώη «Ακαθαρσίες» (Τα νύχια του κόκορα: 2013, σ. 42-43), από τη μια, στο πλήθος αποδίδονται τα χαρακτηριστικά της ασχήμιας, της φθοράς και του συμβιβασμού, ενώ, από την άλλη, ο ενδοκειμενικός ποιητής διαπνέεται από το όραμα της κάθαρσης, που θα επέλθει αφού προηγηθεί η καταστροφή του περιβάλλοντος κόσμου και ακολουθήσει η αναδημιουργία του. Στο ποίημα «Αποχαιρετισμός», αντίθετα, ο ποιητής θεωρεί ότι δεν έχει τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο και γι’ αυτό επιλέγει τη φυγή, την αναχώρηση: «Έφερα νιότη αλλά ο κόσμος / ήθελε ρυτίδες […] / έφυγα από κοντά τους / πεθαμένοι πριν να πεθάνουν / αρνήθηκαν την τέχνη τη / λογοτεχνία το μόνο που τους / απασχολούσε ήταν οι μετοχές / τα ακίνητα οι επενδύσεις / και τότε φώναξα πως δε σας / αξίζει τίποτα ύαινες και λέαινες / […] κι έφυγα / όσο μακρύτερα μπορούσα με τους / στίχους μου και με την ομορφιά» (ό.π., σ. 78-81).

Άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος του δίπολου ποιητής – κοινωνία είναι εκείνη που αφορά τη σχέση του δημιουργού με τους ομοτέχνους του, με το ποιητικό σινάφι / την ποιητική συντεχνία. Στο ποίημα «Μετά θάνατον εκδικούμενος» του Μ. Παπαδόπουλου εντοπίζεται η διάκριση ανάμεσα στην υστεροφημία ενός μοναχικού και γνήσιου ποιητή και στις «επιτύμβιες ανθολογήσεις ελασσόνων ποιητών ή ευφυογράφων» και στη νεκρολογία ενός «άθλιου λοβιτουρατζή της συντεχνίας» (Εντός συνόρων…, σ. 31). Εδώ προφανώς η ποιητική συντεχνία παρουσιάζεται ως φορέας δοσοληψιών, εξαπάτησης, προβολής και ανάδειξης των μετρίων στο προσκήνιο του πολιτιστικού γίγνεσθαι.

Το ίδιο θέμα εντοπίζεται στο ποίημα «Η περιπέτεια της ποίησης» του Γ. Χριστοδουλίδη (Μυστικοί άνθρωποι…, σ. 62-64), όπου στο ποιητικό σινάφι παρουσιάζεται ως «χλαλοή», ως όχλος που εκδιώκει και αποβάλλει εκείνους που δεν ταυτίζονται μαζί του: «Δοκίμασα να υπάρξω μέσα στη χλαλοή / η χλαλοή ήταν πανίσχυρη / με πέταξε έξω./ Ζητώ από την περιστρεφόμενη υδρόγειο / να κάνει μια στάση / να κατέβω / να μπορέσω να εξορίσω τον εαυτό μου / από τον κόσμο […]». Με παρόμοια αρνητική διάθεση ο ενδοκειμενικός ποιητής στο ποίημα ε΄ της Ενότητας «Καθρέφτης», από τη συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009, σ. 45) ψέγει τη ματαιοδοξία ορισμένων ποιητών, την αυταρέσκειά τους και την τάση του αριβισμού, που συχνά συνδέεται με την ένταξή τους σε ποιητικές ομάδες ή συντεχνίες.

Και αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα γύρω από τη βιωσιμότητα και τη χρησιμότητα της ποίησης σε μια εποχή που από ορισμένους υποστηρίζεται ότι η τέχνη αυτή έχει εξαντλήσει τα όριά της και ενδεχομένως τη χρησιμότητά της. Ενδεικτικά παραθέτουμε το τραγικό ερώτημα για τη χρησιμότητα της ποίησης στη σκοτεινή και δύσκολη εποχή μας, όπως αποκρυσταλλώνεται στην ποίηση του Π. Νικολαΐδη (Η νύφη του Ιούλη: 2019, σ. 20): «Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η ποίηση / όταν ο θάνατος σερβίρεται με μουσική / κι όταν μπορείς μονάχα μ’ ένα κλικ / να δεις ένα κομμένο κεφάλι / να κυλιέται στο χαλί σου;».

Αξίζει, λοιπόν, το δίπολο ποιητής και κοινωνία να εξετασθεί μακροσκοπικά, σε ολόκληρο το εύρος της σύγχρονης κυπριακής ποίησης, ώστε να διαφανεί αν η συνάρτηση αυτή διαφοροποιείται από Γενιά σε Γενιά και ανάλογα με το κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο κάθε εποχής.

————————————
* Για τη Γενιά του 1990, βλ. ενδεικτικά Λευτέρης Παπαλεοντίου, «Η λογοτεχνία στην Κύπρο μετά το 1974», Διαβάζω 499 (1 Σεπτεμβρίου 2009), σσ. 70-77· Λεωνίδας Γαλάζης, «Νέοι Κύπριοι ποιητές του 1990», ό.π., σ. 94-99 [= Κειμενικές διαθλάσεις, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα 2012, σσ. 272-286· Γιώργος Κεχαγιόγλου ‒ Λευτέρης Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Δημοσιεύματα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2010, passim· Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης (επιμ. Λεύκιος Ζαφειρίου), εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1985, σ. 17· Γ. Κ. Μύαρης, «Αναφορές στην ποίηση της Κύπρου»: Πρακτικά εικοστού έβδομου Συμποσίου Ποίησης, (επιμ. Ξ. Σκαρτσή), εκδ. Περί Τεχνών, Πάτρα 2008, σσ. 21-40· Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας, εκδ. Διόραμα, Λευκωσία 2018, passim· Λεωνίδας Γαλάζης, «Ο κριτικός λόγος του Παναγιώτη Νικολαΐδη», Ο Φιλελεύθερος, 23 Νοεμβρίου 2018.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: