Το γράμμα

Βρίσκω χτες στο πατάρι ένα παλιό χαρτόκουτο. ΑΓΓΛΙΑ–ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ, λειτουργεί ως οδοδείκτης η επισήμανση με μαύρο μαρκαδόρο στο ένα του πλευρό. Ξεκολλάω την καφέ ταινία απ’ τα φύλλα τής κούτας, σα ν’ ανοίγω παλιά πληγή τραβώντας το επίθεμα που συγκρατούσε ως τότε συνεχή τον ιστό του δέρματος. Το χέρι μου εισχωρεί ψηλαφώντας τα σωθικά της. Μυρίζει έντονα μούχλα. Παλιό τραύμα σκαλίζω, επιφανειακά έγιανε η πληγή, πονά όμως ακόμη σε κάθε άγγιγμα. Ανάμεσα σε βιβλία και σημειώσεις βρίσκω την παρελθούσα αλληλογραφία από τα χρόνια της επικοινωνίας μας επί χάρτου. Δίπλα στις επιστολές σου, ταξινομημένες σε χρονολογική σειρά, ξεχωρίζω μια δική μου, κλειστή ακόμη στον φάκελό της, παρόλο που φαίνεται καθ’ όλα έτοιμη για το ταξίδι «By air mail/par avion». Γραμματόσημο First-class Royal Mail κολλημένο πάνω δεξιά, ένα βασιλικό προφίλ στιβαρό, αγέλαστο, φλεγματικό, επίδειξη ισχύος κι αποφασιστικότητας. Αποφασίζω κι εγώ να σχίσω τον ανεπίδοτο φάκελο, να εισέλθω ακόμη ενδότερα στα περιεχόμενα της κούτας «Αγγλία – μεταπτυχιακό», στο επίκεντρο του τραύματος και ίσως, παρ’ ελπίδα, στη χρόνια ζητούμενη επούλωσή του.

Γουσταύος Ντορέ, από τον «Χαμένο Παράδεισο» του Μίλτωνα
Γουσταύος Ντορέ, από τον «Χαμένο Παράδεισο» του Μίλτωνα


Leeds, 20 Ιανουαρίου 1995.


Σήμερα το πρωί έλαβα το γράμμα σου. Το ανέμενα με αγωνία κάθε μέρα, και να που σήμερα το βρίσκω στο γραμματοκιβώτιο μαζί με τον λογαριασμό του γκαζιού και κάτι διαφημιστικά για ένα καινούργιο
Kebab place που άνοιξε στη γειτονιά. Το έχωσα βιαστικά στον σάκο μου και ξεκίνησα για την Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη. Περπατούσα γρήγορα, ψύχρανε πολύ ο καιρός, το πάει για χιονιά. Κάθισα στη συνηθισμένη θέση μου στο αναγνωστήριο. Όσο κι αν ήθελα να το διαβάσω κατευθείαν, άφησα το πολυπόθητο γράμμα στον πάγκο, δίπλα στον ξύλινο βιβλιοστάτη. Έκανα άσκηση αυτοελέγχου: το κρατούσα ως ανταμοιβή μου, όταν επιτέλους θα τελείωνα –σε δυο τρεις ώρες υπολόγιζα– το σύγγραμμα που μελετάω την τελευταία εβδομάδα. Είναι του Francis Cairns, Generic Composition in Greek and Roman Poetry. Αν πέσει ποτέ στα χέρια σου, θα το λατρέψεις, είμαι σίγουρος. Τις τελευταίες σελίδες, είναι η αλήθεια, τις προσπέρασα λίγο γρήγορα. Πλησίαζε η ώρα. Λίγο πριν πάρω τον φάκελο στα χέρια μου, μου φάνηκε σαν κάτι να σκίρτησε μέσα του. Τι να είναι; Το άνοιξα προσεκτικά. Ένα σμήνος αποδημητικές λέξεις ξεχύθηκαν ορμητικά από τον φάκελο, φτεροκόπησαν στον περίτεχνα διακοσμημένο θόλο της αίθουσας, στροβιλίστηκαν γύρω από τις πράσινες μαρμάρινες κολόνες, στάθηκαν έπειτα στην άκρη των ραφιών και κούρνιασαν ανάμεσα στα βιβλία και πάνω στις πράσινες επιτραπέζιες λάμπες ανάγνωσης. Ο βιβλιοθηκάριος, προσπαθώντας να κρύψει την αναστάτωσή του και έχοντας επιστρατεύσει ένα μακρύ σκουπόξυλο που έμοιαζε με δόρυ ιπποτικό, κατόρθωσε να τις απομακρύνει από το ανοιχτό παράθυρο. Πρόλαβα να τις δω να πετούν σε εντυπωσιακούς σχηματισμούς που θύμιζαν άλλοτε καράβι άλλοτε άγκυρα άλλοτε πυξίδα, πριν βουτήξουν στα γκρίζα σύννεφα του βρετανικού ουρανού. Ο Mr. Ryle, κρατώντας ακόμη στα χέρια του το σκουπόξυλο, με κοίταξε ενοχλημένος πίσω από τα χοντρά γυαλιά του και με μια κίνηση του κεφαλιού κατηύθυνε το βλέμμα μου προς την πινακίδα που κρεμόταν στον τοίχο πίσω μου: «Απαγορεύεται η κατανάλωση αλλόγλωσσων αναμνήσεων εντός του χώρου της βιβλιοθήκης». Επέστρεψα πάραυτα στη μελέτη, νιώθοντας τύψεις για το ατόπημά μου, ενώ ο βιβλιοθηκάριος κοιτούσε μια εμένα μια τον χώρο τριγύρω. Στο πάτωμα μικρά, ελαφρά σαν πούπουλα, τυπογραφικά στοιχεία ελληνικής γραμματοσειράς, τα οποία πάσχιζαν τώρα οι καθαρίστριες να σκουπίσουν μέσα σε μαύρες σακούλες. Είχε δίκιο. Πώς να ταιριάσουν αλλόχθονες γλύφοι, με κομψές καμπύλες, κορμούς και μίσχους, ανάμεσα στους αυστηρούς ακρεμόνες των λατινικών στοιχείων; Και το κυριότερο, πόσο να αντέξουν σε χειμωνιάτικες μέρες βρετανικής κυριολεξίας αλκυονίδες μεταφορές ελληνιστί; Εν τω μεταξύ, ένα γράμμα, σίγμα κεφαλαίο ήταν, είχε σφηνώσει σ’ ένα ράφι, ανάμεσα στο Paradise Lost και το Paradise Regained του Milton. Πρόλαβα να το μαζέψω πριν με δουν, και το έκρυψα κάτω από το χοντρό πουλόβερ που μου είχες κάνει δώρο τον Δεκέμβριο στη γιορτή μου. Η υπόλοιπη μέρα ήταν μάλλον βαρετή: φαγητό το μεσημέρι στο Refectory, το απόγευμα σε μια διάλεξη, και μετά στη γνωστή pub απέναντι, για ένα ποτό. Στον γυρισμό ο δρόμος ήταν γεμάτος από πρωτοετάκια, αγόρια και κορίτσια, με κουτιά μπίρας στο χέρι, που τραγουδούσαν, χόρευαν, γελούσαν αναίτια δυνατά, ξερνούσαν. Άρχισαν να πέφτουν κι οι πρώτες νιφάδες. Τώρα έχω επιστρέψει στο σπίτι, κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, ετοίμασα να φάω ένα τοστ και προσπαθώ εδώ και ώρα να στηρίξω στη βάση του το γράμμα που περιέσωσα το πρωί στη βιβλιοθήκη. Γιατί χάνει, βλέπεις, συνέχεια την ισορροπία του. Στέκεται για λίγο όρθιο, μα αμέσως πέφτει, άλλοτε με τα μούτρα, κρύβοντας όπως η στρουθοκάμηλος το πρόσωπό του στο χώμα, ολόιδιο Μ, κι άλλοτε ξαπλώνει ανάσκελα παραδομένο, απελπισμένο, σαν W αγγλικό. Όπως καταλαβαίνεις, με περιμένει απόψε σκληρή δουλειά, μόνος στο δωμάτιο, να βοηθήσω ένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου να μην απολέσει την ταυτότητά του. Να σταθεί πάλι στα πόδια του. Να ξαναβρεί τις δυνάμεις του στο καινούργιο του περιβάλλον, που μυρίζει μούχλα, μπίρα, εμετό και αρνίσιο κεμπάπ.

Ελπίζω να μην σε κούρασα με τη φλυαρία μου, το συνεχές μου rambling,

με αγάπη,

Σ

Το γράμμα
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: