Ο κατά Θεόκριτον ερωτικός Πολύφημος

Ο κατά Θεόκριτον ερωτικός Πολύφημος

Εκτός από τον τερατώδη Πολύφημο του Ομήρου και του Ευριπίδη, του έπους δηλαδή και του σατυρικού δράματος, υπάρχει ο ερωτικός Πολύφημος, έτσι όπως τον απεικόνισε ο λυρικός ποιητής Φιλόξενος από τα Κύθηρα (κατά το Πάριο μάρμαρο έζησε στα χρόνια 435/4-389/79 π.Χ.), σε διθύραμβό του, ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (4ος/3ος αιώνας π.Χ.) σε επίγραμμά του, ο βουκολικός ποιητής Θεόκριτος ο Συρακόσιος στο ενδέκατο ειδύλλιό του (3ος αιώνας π.Χ.), αλλά και ο Οβίδιος (43  π.Χ. - 18 μ.Χ.) στις Μεταμορφώσεις του.

Στον Κύκλωπα του Θεόκριτου ο Πολύφημος βασανίζεται από τον σεβντά του για τη θαλασσένια Γαλάτεια, θυγατέρα του Νηρέα και κάποιας πελαγίσιας θεότητας. Κάποιες από τις αφηγήσεις της πολυφωνικής μυθολογικής παράδοσης επιμένουν πως ο έρωτας του Πολύφημου βρήκε ανταπόκριση, απέδωσε μάλιστα τρεις γιους: τον Γάλαντα, τον Κελτό και τον Ιλλυριό, που είναι αντίστοιχα οι επώνυμοι ήρωες των Γαλατών, των Κελτών και των Ιλλυριών.

Στο ειδύλλιο του Θεόκριτου όμως η θαλασσοκόρη αρνείται τον έρωτα του τερατόμορφου πολιορκητή της, κι αυτός, για να γιατρέψει τον καημό του, δοκιμάζει το φάρμακον του τραγουδιού. Παινεύει την ομορφιά της κόρης τραγουδώντας (τη βλέπει λευκοτέρα του τυριού του, ενώ ο δημοτικός τραγουδιστής, μετριοπαθέστερος, κρίνει τη δική του αγαπημένη άσπρη σαν τα γάλατα, κόκκινη σαν το ρόδι), παινεύει και τη δική του αξιοσύνη στο σουραύλι, εκλιπαρεί την ανένδοτη, της παραπονιέται, της τάζει (όχι χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια αλλά έντεκα ελαφίνες και τέσσερα αρκουδάκια), κατηγορεί τη μάνα του που δεν μεσιτεύει αποτελεσματικά, τέλος αποφασίζει πως υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές, κι αλλού κορασιές πρόθυμες να συμπαίξουν με την αφεντιά του. Η λύση στο δράμα «Η Ωραία και το Τέρας» δεν είναι μία.

Odilon Redon, Κύκλωψ, 1914
Odilon Redon, Κύκλωψ, 1914

Ιδού λοιπόν μεταφρασμένος ο θεοκρίτειος Κύκλωψ, η εισαγωγή του οποίου απευθύνεται στον Νικία από τη Μίλητο, φίλο του ποιητή:

Για τα φαρμάκια του έρωτα φάρμακο το τραγούδι, 
κι άλλο κανένα, ούτε αλοιφή ούτε σκόνη.
Aυτό, Νικία μου, τον άνθρωπο γλυκαίνει, τον πραΰνει.
Mα δύσκολα το βρίσκεις.
Καλά το ξέρεις βέβαια, γιατρός η χάρη σου,
και των εννιά Μουσών αγαπημένος.
Με τέτοιο γιατρικό άντεχε τον καημό του ο Κύκλωπας
ο πράγματι Πολύφημος, που εδώ γεννήθηκε, χρόνους αρχαίους,
όταν ―το χνούδι μόλις άνθιζε― σε πάθος έπεσε για τη Γαλάτεια.
Α, δεν αγάπησε αυτός με ρόδα ή μήλα και βοστρύχους.
Με άγρια μανία αγάπησε ― και τα λοιπά, άνοστα όλα.
Πάλι και πάλι με το λιόγερμα γυρνούσε ορφανεμένο το κοπάδι
απ΄ το χλωρό λιβάδι. Aυτός, άγρια χαράματα
κι έλιωνε στα φύκια δίπλα της ακρογιαλιάς,
από τον πόνο  έλιωνε ― από το βέλος
που του κάρφωσε στα σωθικά η Kύπρις.
Μα βρήκε φάρμακο. Σε βράχο κάθονταν ψηλά,
το βλέμμα του να πελαγίζει, και τραγούδαγε.

Λευκή Γαλάτεια, τόσο να σ' αγαπώ κι εσύ να μ' αποδιώχνεις.
Λευκή εσύ, και το λευκό μου το τυρί ωχριά μπροστά σου.
Απ' την αμνάδα μου πιο απαλή, πιο ατίθαση από μοσχαράκι,
στιλπνότερη απ' του σταφυλιού την άγουρη τη ρώγα.
Μόνο στον ύπνο μου φοιτάς και τον γλυκαίνεις,
μα όταν ο ύπνος ο γλυκός μ' αφήνει,
φεύγεις ευθύς όπως τ' αρνί μπροστά στον γκρίζο λύκο.
Με πήρε ο έρωτας για σε πρώτη φορά που σε είδα.
΄Ηρθες να δρέψεις στο βουνό υάκινθους με τη μητέρα μου,
κι εγώ οδηγός σας. Και σε ξανάειδα. Και πια δεν δύναμαι
τον έρωτα να φύγω. Κι εσύ δεν νοιάζεσαι.
Μά τον θεό, δεν νοιάζεσαι καθόλου.
Ξέρω, χαριτωμένη μου. Ξέρω ποιος λόγος σ' αποδιώχνει.
Δασύ το φρύδι μου, όλο το μέτωπο σκεπάζει,
μακραίνει απ' το ΄να αυτί  ώς τ' άλλο.
Κάτω απ' το φρύδι, ένα μονάχα μάτι.
Και πάνω από το χείλι, μύτη φαρδιά.
Μα κι έτσι αν είμαι, έχω τα χίλια πρόβατα,
το πιο γλυκό το γάλα αρμέγω και το πίνω.
Χειμώνα ή καλοκαίρι ή φθινόπωρο, δεν μου απολείπει το τυρί.
Φισκαρισμένα πάντοτε τα τυροβόλια μου.
Και παίζω το σουραύλι μου καλύτερα απ΄ τους άλλους Κύκλωπες. 
Κι εσένα τραγουδώ, γλυκόμηλό μου αγαπημένο,
ώσπου βαθαίνει η νύχτα.
Ελάφια έντεκα για σένα μεγαλώνω,
με μισοφέγγαρο σημάδι όλα στο μέτωπο,
και τέσσερα αρκουδάκια.
Παράτα τη γαλάζια θάλασσα, παρακαλώ σε,
κι έβγα στη στεριά. Σ' εμένα. Δεν θα χάσεις.
Γλυκά μες στη σπηλιά μου θα περνάς τις νύχτες. Δίπλα μου.
Θα βρεις εδώ τις δάφνες φουντωμένες. Τα κυπαρίσσια λυγερά,
Και τον κισσό κατάμαυρο. Μ' ολόγλυκους καρπούς τ' αμπέλια.
Και το νεράκι κρυσταλλένιο. Η δασωμένη Αίτνα μού το στέλνει,
απ' το λευκό της χιόνι. ΄Ιδια αμβροσία.
Ποιος αντί γι' αυτά τη θάλασσα θα διάλεγε ή τα κύματα;
Κι αν τόσο μαλλιαρός το βλέμμα σου πληγώνω,
έχω βελανιδόξυλα κι ακοίμητη φωτιά κάτω απ' τη στάχτη.
Ας με κάψεις. Και τη ζωή μου θα 'χανα για σε
κι ό,τι έχω πιο γλυκό: το μάτι μου. ΄Ενα μονάχα.
Κακό που μου 'λαχε.
Αν μ' είχε η μάνα μου με σπάραχνα γεννήσει,
στη θάλασσα θα βυθιζόμουν.
Το χέρι σου για να φιλήσω, αν μου αρνιόσουν το χειλάκι σου.
Κρίνα ολόλευκα θα σου 'φερνα
ή ανεμώνες κατακόκκινες πλατύφυλλες
΄Αλλα το καλοκαίρι ανθούν, κι άλλων χαρά ο χειμώνας.
Αδύνατο να σου προσφέρω και τα δυο μαζί.
΄Ακου με, κοπελούδα μου. Να κολυμπάω θα μάθω,
αν τύχει και περάσει από δω κάποιος θαλασσινός.
΄Ωστε να νιώσω ποια γλύκα νιώθετε να ζείτε στο βυθό.
 Α και να ερχόσουν στη στεριά. Και να ξεχνούσες πίσω
να γυρίσεις, όπως κι εγώ μένω εδώ καθηλωμένος,
το σπίτι μου ξεχνώντας.
Κι αν το 'θελες, τα πρόβατα θα βόσκαμε μαζί και θα τ' αρμέγαμε,
τυρί θα πήζαμε με την ξινή πυτιά.
Τη μάνα μου κακίζω. Το φταίξιμο όλο δικό της.
Λόγο καλό ποτέ για μένα δεν σου είπε.
Κι ας με βλέπει να λιώνομαι την κάθε ημέρα.
Ε, θα της πω πόσο βαριά πονάει το κεφάλι μου,
πόσο τα πόδια μου. Να πικραθεί όπως κι εγώ είμαι πικραμένος.

Αχ Κύκλωπά μου, Κύκλωπα, σαν πού πετάει το μυαλουδάκι σου;
Πλέξε τα τυροκάλαθά σου εσύ. Και μάζεψε βλαστάρια
για τ' αρνάκια σου, να βρίσκονται σε ώρα χρείας.
΄Αρμεγε τη γελάδα σου. Δίπλα σου είναι.
Τι κυνηγάς αυτή που φεύγει, όλο φεύγει;
Άλλη Γαλάτεια θα βρεις. Μπορεί και πιο ωραία.
Πολλές ομορφονιές να παίξουμε μαζί με προσκαλούν
μόλις βραδιάζει. Κι αν τις ζυγώσω, ξεκαρδίζονται στα γέλια.
Δεν είναι ολοφάνερο; Είμαι κι εγώ ένας κάποιος στη στεριά.

΄Ετσι γαλήνεψε τον έρωτα ο Πολύφημος. Με το τραγούδι του.
Και πιο καλά, παρά αν ξόδευε χρυσάφι.

μετάφραση: Π.ΜΠ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: