Όλες τις Δευτέρες

Όλες τις Δευτέρες

Δευτέρα έφυγε απ’ τα γραφεία της οργάνωσης. Τον είδε, τον εγνώρισε, δυο μέτρα άντρας – κι ας ήταν η ίδια μακριά. Ανέβαινε τα σκαλιά τού υπογείου κι έμελλε να ’ναι η τελευταία. Σκαστός, ούτε λέξη, ούτε γεια. Τον μίσησε μα κι η Δευτέρα δύσκολη από τότε. Της πήρε λιγότερο από λεπτό· παραξενιά εφήμερη στην αρχή εγωισμού καπρίτσιο.
Με τον καιρό έπαψε να τις λογαριάζει. Όλες. Σβησμένες στο μυαλό. Απ’ τα ημερολόγια μικρά χαρτάκια βίαια μαδημένα. Σαν άχρηστα ξερόφυλλα σε υγιή ανθό να τα τραβήξει να βιάσει το μεγάλωμά του να πυκνώσει.
Πού ανθός όμως, πού χρόνος. Όσο ο ένας φουντώνει και ξεθαρρεύει ο άλλος επισπεύδει τη λήξη – πού να του κόβεις και μέρες. Δεν έχει καιρό για χάσιμο αυτός, χρόνος είναι δεν αναβάλλει. Τριάντα πέντε χρόνια αδιάλλακτος να βγάζουνε φτερά, οι ώρες να γρηγορεύουν τη μέρα, να σωθεί. Το καλαντάρι να μετράει αλλιώτικα τα γύρω –  εκεινής να μην της καίγεται καρφί.  
Έξι όλες κι όλες. Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο Κυριακή. Έξι μονάχα.
Αίσθηση φούριας που της αρέσει, να φύγει πρόωρα ο καιρός να ‘ρθει ο άλλος. Όταν έρθει ο άλλος, να φύγει κι αυτός. Με τη συγκατάθεσή της στάλα στάλα το λεπτό, σε διαρροή ανυπολόγιστη. Ψίχουλα να πετάει αυτή να τρώει αυτός. Να τα κατασπαράζει ύπουλα από απόσταση να μη τον παίρνεις χαμπάρι.
Πάρε-δώσε με κόσμο δεν είχε πια. Γείτονες παλιοί γνωστοί να σκαλίζουν λησμονημένες υποθέσεις, δεν ήθελε να θυμάται. «Δεν έχω ανάγκη κανέναν από δαύτους να κλωθογυρίζουν στα ίδια σκατά. Τους σιχάθηκα», έλεγε. Μια γυναίκα μονάχα μπαινοβγαίνει στο σπίτι για λάντζα.
Η οργάνωση ούτε στα χαρτιά. Σκόρπισαν όλοι αριστερά-δεξιά. Οι αριστεροί στα δεξιά κι αυτοί. Λευκή λάμπα τώρα από ψηλά να φέγγει αχνά το υπόγειο. Πουτάνες μέσα μπουρδέλο από τότε. Με τη βούλα τώρα.  
Οι γείτονες τη μελετάνε πως δεν είναι στα καλά της πια, σπάνια πως βλέπει το φως της μέρας. Έχει και την αρρώστια την κακιά –  για γιατρειές όμως αυτή ούτε λόγος.

Κυριακή πρωί γυρεύει απ’ την ντουλάπα το φόρεμα το καλό. Κοκκαλιάρικο να κρεμάει όπως αυτή, να πατήσει τις ζάρες του γερά – να θρέψει ροδαλό πάλι το χρώμα. Να φτιάχνει μούρη και μαλλιά όλη μέρα να κρύβει το γέρασμα. Βράδυ κοιτιέται άλλη μια – σάμπως να ’ναι καλή, σέρνει την καρέκλα στο παράθυρο. Θέλει να βλέπει δρόμο θέλει να περιμένει.
Τον είδε, τον εγνώρισε, δυο μέτρα άντρας – ίδιος όπως τότε. Πήρε να βάλει το δίσκο στο πικάπ να χορεύουν αγκαλιά, ο ουρανός κάτω απ’ τα πόδια της να σκεπάζει όλη νύχτα το πλακάκι. Άρρωστη. Και κάθε τόσο να μουρμουράει «Ας είναι. Τα πόδια μου δε με βαστάνε, αλλά καιρό για χάσιμο δεν έχω άλλο. Για σένα να ξέρεις για σένα το κάνω» και δώσ᾽ του χορό.
Το επόμενο πρωί, ξημέρωμα, μπρος-πίσω η βελόνα να γρατζουνάει νότες να παίζει ακόμα το πικάπ.
Αυτή με τους αγκώνες να λυγάνε σ' αγκαλιά. Κατάχαμα εκεί τη βρήκε η γυναίκα να λάμπει παράξενα. Να δείχνει νέα να ομορφαίνει σα να της χαρίσαν αυγές κι απόβραδα. Μέρες που δεν είδε και αντάμωσε. Τις Δευτέρες όλες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: