Τριολέτο για την κλασική στάση & άλλα τινά

I

ΤΡΙΟΛΕΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΣΤΑΣΗ
(Μαυρόασπρο φιλμάκι αμοντάριστο)

Ίριδες-ματιές, απόκρυφες πτυχές…
πηχτό ποτάμι και στροβιλίζομαι·
φώτα στις γρίλιες μακραίνουν σαν οχιές,
δάχτυλα-νύχια γραμμώνουν αμυχές,
θρύψαλα φωνών, κρυστάλλινες βροχές…
υπόγειο ρεύμα κι εξακοντίζομαι·
άγκιστρα-νύχια ματώνουν αμυχές
κι εντός σου κάτασπρος μεταγγίζομαι.


II

ΑΝΑΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Εύκολα στις λέξεις
ο σ τ ό ν ο ς
γίνεται
ν ό σ τ ο ς·
εύκολα στις λέξεις,
δύσκολα στις πατρίδες.


III

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
(Αντί επαίνου για τον κ. Ν. Τ. και τη νέα ποιητική του συλλογή)

Σεβαστέ μου Κύριε,    
Θα εδιαβάσατε ίσως ένα ποίημά μου αναφερόμενο σε σας
και γραμμένο σε ύφος κάπως ασύνηθες. Είναι μια τρέλα στην οποία με παρέσυραν κυρίως οι δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας. […] Ελπίζω όμως ότι θα εγελάσατε με την απροσδόκητον αυτή και αβλαβή επίθεση, την οποία πάντως σας παρακαλώ να μου συγχωρήσετε. Με εξαιρετική τιμή  ————Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

 

Πολύ καιρό προγύμναζες τους στίχους,
για να σου βγουν απρόβλεπτες ενώσεις,
συμφύροντας κοινούς συνήθεις ήχους·

ώσπου ένοιωσες στα χέρια σου τις ώσεις
του καινού που ακόμα δεν είχε γραφτεί
και πάλεψες να μας το φανερώσεις·

κι αναμόχλευσες την ύλη του καυτή,
για να βρεις εντός του μια ψυχή ζώσα,
που μόνο εσένα ψιθύριζε στ’ αυτί.

Εν τέλει του ’δωσες μορφή και γλώσσα    
με τόσα πρότυπα κρουστά στιχάκια,
εσύ, μια ακόμα φερέλπιδα κλώσα.

Χρόνια κλωσάς αετόπουλα ή γεράκια,
όμως εκκολάπτεις κοράκια ακόμα,
κλέφτρες κίσσες κι ισχνά κοτοπουλάκια.

Το έργο σου έχει ένα δικό του χρώμα,
ίσως επειδή διαφέρει απ’ των άλλων
σε μια, δυο τελείες, μπορεί κι ένα κόμμα.  


IV. ΒΟΤΣΑΛΑ

Στου κάβου
τους γκρεμούς,
πάνω απ’ τα νερά,
πέφτει ένας βοριάς
όλος αλάτι·

σκορπούν
στις ριπές του
οι δίγνωμες
σκέψεις μας,

λίγο πριν
τις μοιραστούμε
με νεύματα
ή μισόλογα.

Υπολείμματα
της αφής σου
εξατμίζονται
απ’ όσα βότσαλα

κράτησες
μα δεν πέταξες,
όλα της λάβας,
του βούρκου

και της πορσελάνης·
στιγμή στιγμή
η θέρμη τους
λιγοστεύει.

Κενά αέρος
αναπαριστούν
διαδοχικά
και στιγμιαία

τις τελευταίες
κινήσεις
των χεριών σου:
το σφίξιμο,

το πέταγμα,
την άδεια σου
παλάμη·
νήματα πορείας

για ‘κει όπου
αφρίζει πάντα
μιαν ακατάβλητη
κλειστή θάλασσα.

*

Ο βοριάς, σαν τότε,
φέρνει την αρμύρα
στις γυμνωμένες ελιές
και στη φτενή γη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: