«Τις μέρες που δεν είμαι ο εαυτός μου ευτυχώ»



[ Η τρύπα με τις κουμπότρυπες
]
———————————————

Σειρά σημειωμάτων για ποιητικά και πεζογραφικά έργα που εκδόθηκαν πρόσφατα, επιχειρεί να καταδυθεί στο κάθε ένα χωριστά, ωσάν αυτό να ήταν μαύρη τρύπα, δηλαδή, συγκεκριμένο σημείο στον χωροχρόνο, όπου η βαρύτητα είναι τόσο ισχυρή που ούτε καν το φως δεν μπορεί να εξέλθει, γιατί η ύλη που βρίσκεται εκεί συγκεντρωμένη έχει συμπιεστεί σε ένα ελάχιστο διάστημα. Για να κατορθωθεί η κατάδυση στο εκάστοτε «λογοτεχνικό έργο-τρύπα», αξιοποιείται σε κάθε περίπτωση και ένα διαφορετικό «θεωρητικό βιβλίο-κουμπί», προκειμένου να φωτιστεί το πυκνό υλικό που μαςπεριβάλλει κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης-κατάδυσης, χωρίς να στερηθούμε το παραμικρό από την αναγκαία σκοτεινή πυκνότητα που το διακρίνει.

Βικέντιος Βαν Γκογκ, «Ίριδες», (1889). Λάδι σε μουσαμά 71Χ93 εκ. Μουσείο	Getty, Λος Άντζελες
Βικέντιος Βαν Γκογκ, «Ίριδες», (1889). Λάδι σε μουσαμά 71Χ93 εκ. Μουσείο Getty, Λος Άντζελες

Σημείωμα για το βιβλίο της Δανάης Σιώζιου «Ενδεχόμενα Τοπία» (Εκδόσεις Αντίποδες, 2021) με τη βοήθεια του έργου «Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους» της Clarissa Pinkola Estés (Εκδόσεις Κέλευθος, 2019)

Για τα Ενδεχόμενα Τοπία της Δανάης Σιώζιου, ένα βιβλίο μέσα από το οποίο ─και παράλληλα με αυτό─ έχω μεγαλώσει την τελευταία τριετία καθώς το παρακολουθούσα να γράφεται, να βαθαίνει, να διανύει τις διαδρομές του, θα ήταν αδύνατο να γράψω ένα κριτικό σημείωμα. Είναι δύσκολο ακόμα και το να κρατήσω σήμερα καινούργιες σημειώσεις, μιας που, όσες έχουν ήδη εγγραφεί εντός μου στη διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν, αποτυπώνουν το καλό που μου έκαναν τα ποιήματα, αυτό που περιγράφει και η Clarissa Pinkola Estés∙ πως κάποιες ιστορίες είναι φάρμακο. Και τούτο το γιατρικό είναι που, με τη βοήθεια μιας ξεχωριστής θεωρητικού, ψυχαναλύτριας και ακτιβίστριας, θα προσπαθήσω να μοιραστώ. Η Estés, στο έργο της Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά στην εξαιρετική μετάφραση της Δέσποινας Παπαγιαννοπούλου, πλησιάζει τις ιστορίες και τους μύθους που επιλέγει να εξετάσει, ως cantadora, δηλαδή φύλακας των παλαιών ιστοριών. Βλέπει τις ιστορίες αυτές ως «φάρμακο που ενδυναμώνει, εξισορροπεί το άτομο και την κοινότητα». Η Estés εξηγεί: «Το βιβλίο εξιστορεί τους τρόπους της αρχετυπικής Άγριας Γυναίκας. Το να προσπαθήσει κανείς να την απεικονίσει σχηματικά, να βάλει σε κουτάκια την ψυχική της ζωή, θα ήταν εντελώς αντίθετο με το πνεύμα της. Η γνωριμία μαζί της είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη, που κρατάει εφ’ όρου ζωής, οπότε είναι πάντα σε εξέλιξη, για όσο ζει κανείς». Και έπειτα, λέει πως θα μας δώσει κάποιες ιστορίες για να τις έχουμε «σαν βιταμίνες της ψυχής», καθώς και κάποια σχόλια «σαν κομμάτια του χάρτη, μερικά κομματάκια ρετσινιού για να στερεώσετε στα δέντρα πούπουλα που θα σας δείξουν προς τα πού να πάτε, και μερικά πατημένα χαμόκλαδα για να βρείτε τον δρόμο της επιστροφής στο mundo subterráneo, στον υποχθόνιο κόσμο, την έδρα της ψυχής μας».

Ο ΧΑΡΤΗΣ

Ας απλώσουμε το χάρτη.
Αναθεωρήστε ό,τι ξέρατε για τη γεωγραφία.
Τι κρύβεται στις λεπτομέρειες;
Σύρετε το δάχτυλο ως την άκρη.
Καμιά απάντηση δεν είναι αναγκαία.
Σταδιακά αποκαλύπτεται η αταξία του κόσμου:
δεξαμενές φωτός, κλίμακες, εξισώσεις
μια αλυσιδωτή αντίδραση τεκτονικών πλακών,
η άνοδος της στάθμης των υδάτων,
μια πυγολαμπίδα
που προσγειώνεται στο χέρι του Θεού
κι αυτός το κλείνει.

Κάτι από όσα με έμαθαν τα Ενδεχόμενα Τοπία, αφορά την σχέση, ή μάλλον την συνέπεια του τίτλου της συλλογής, με τον πυρήνα των ποιημάτων που την συναποτελούν: Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι να κοιτάζεις έναν χάρτη, ακόμα κι αν σου ανήκει, ακόμα κι αν τον έχεις ήδη χαζέψει, διαβάσει, γράψει και ξαναδιαβάσει αμέτρητες φορές. Αν υποθέσουμε πως ο εσωτερικός αυτός χάρτης είναι χειροποίητος, αλλιώς διαβάζουμε τα μεγάλα και αλλιώς τα ψιλά γράμματα∙ υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα να γυρίσουμε τον χάρτη ανάποδα και να τον παρατηρήσουμε αλλιώς, ενώ παράλληλα υφίσταται η πιθανότητα κάποιος να έχει μεγαλύτερη πρόσβαση σε μέρος του χάρτη μας από όση διατηρούμε εμείς οι ίδιες. Λέει η Estés για την Λα Λόμπα, «μια γριά που ζει σε ένα κρυφό μέρος, το οποίο όλοι το γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας, αλλά ελάχιστοι το έχουμε δει. (…) Η ίδια λέει ότι έχει διάφορα ονόματα: La Huesera, η Γυναίκα με τα κόκαλα, La Trapera, η Συλλέκτρια, και La Loba, η Λύκαινα. Μοναδική της δουλειά είναι να συλλέγει οστά. Συλλέγει και συντηρεί ό,τι κινδυνεύει με εξαφάνιση.(…) Έρπει και σέρνεται και ψάχνει με προσοχή στα βουνά και στις ξερές στενές κοίτες αναζητώντας τα οστά της λύκαινας, και μόλις συναρμόσει έναν ολόκληρο σκελετό, μόλις και το τελευταίο κόκαλο μπει στη θέση του και το υπέροχο ξασπρισμένο γλυπτό του όντος κείται μπροστά της, κάθεται δίπλα στη φωτιά και σκέφτεται τι τραγούδι να του τραγουδήσει. (…) Και η Λα Λόμπα τραγουδάει, τραγουδάει, και το πλάσμα αρχίζει να αναπνέει. (…) Γράφει η Δανάη Σιώζιου στο ποίημα «Τραγούδι»: «Τραγουδώ, γιατί το τραγούδι είναι ελεύθερο/κι η ελπίδα είναι ένα κόκαλο που θάβω και ξεθάβω/πιάνομαι από ένα χαμηλό σύννεφο/πιάνομαι από ένα χάλκινο καρφί/απ’το τυφλό άλογο που με οδηγεί/από ένα στήθος που σε δάσος αλλάζει/όπως αλλάζει το τραγούδι σε προσευχή(…)». Αν, λοιπόν, περιπλανιέστε στην έρημο και σουρουπώνει, κι έχετε λιγάκι χαθεί και σίγουρα πολύ κουραστεί, θυμηθείτε: Είστε τυχερές, ίσως η Λα Λόμπα σας συμπαθήσει και σας δείξει κάτι – κάτι από την ψυχή». Σκέφτομαι, λοιπόν, την Λα Λόμπα σαν το κομμάτι του εαυτού μας που ξέρει καλύτερα από κάθε άλλο με ποιο τρόπο είναι ανάγκη κάθε δεδομένη στιγμή να διαβαστεί ο χάρτης και ποια διαδρομή του είναι αυτή την ώρα η πιο χρειαζούμενη. Και σκέφτομαι την συγγραφέα των Ενδεχόμενων Τοπίων σαν ξεναγό σε όλα εκείνα τα τοπία όπου ενδεχομένως κρύβεται, ζει και παραφυλάει η Λα Λόμπα.

ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ ΕΥΤΥΧΩ

Κάποιες μέρες είμαι σκληρή με τον εαυτό μου
συμβαίνει πού και πού και είναι θείο δώρο.

Είναι οι μέρες που ο χειμώνας
αποκτά νόημα μέσα σου. Λες, να,

αυτό το χιόνι που βγάζω απολεπίζοντας
το σώμα μου, το χιόνι που πέφτει καθώς

τρίβονται τα οστά μου και το χέρι μου ξύνει
το αγύριστο κεφάλι μου

αυτό το χιόνι φοβάμαι θα με καλύψει
από τα νύχια ως την κορφή, και δεν θα σταματήσει

ούτε θα λιώσει, εδώ θα σβήσει η ζωή.
Ύστερα γλυκά σε γλείφεις

ώσπου να φύγουν και οι τελευταίοι πάγοι από πάνω σου.
Κάποιες μέρες είμαι καλή με τον εαυτό μου.

Δώρο άδωρο. Καμιά εποχή δεν διαρκεί.

Τι μπορεί να σημαίνει πως ευτυχώ τις μέρες που δεν είμαι ο εαυτός μου, και πώς μπορεί κάτι τέτοιο να ακούγεται τόσο αληθινό τη στιγμή που δεν είμαι καν βέβαιη πως το καταλαβαίνω; Εν τέλει, τι είναι ο εαυτός μου; Η Estés σημειώνει πως «Ό, τι έχει ψυχική αξία μπορεί εδώ να αναγεννηθεί, κι ας έχει πεθάνει. Το βασικό υλικό όλων των ιστοριών από καταβολής κόσμου προέρχεται από την εμπειρία όσων βρέθηκαν εδώ, σε αυτόν τον ανεξήγητο ψυχικό τόπο, και επιχείρησαν να αφηγηθούν τι τους συνέβη. Πολλά ονόματα έχουν δοθεί σε αυτόν τον τόπο μεταξύ των κόσμων. Ο Γιουνγκ το αποκάλεσε συλλογικό ασυνείδητο, αλλά και αντικειμενική Ψυχή και ψυχο-ενστικτώδες ασυνείδητο ─ αναφερόμενος σε ένα περισσότερο ανομολόγητο στρώμα της τελευταίας. Το θεώρησε έναν τόπο όπου οι βιολογικοί και οι ψυχολογικοί κόσμοι έχουν κοινές πηγές, όπου η βιολογία και η ψυχολογία είναι αλληλένδετες και επηρεάζουν η μία την άλλη. Σε όλη την ανθρώπινη μνήμη αυτός ο τόπος ─ είτε τον αποκαλέσουμε Ναιδ είτε τόπο των Πλασμάτων της Ομίχλης είτε χάσμα μεταξύ των κόσμων ─ είναι ο τόπος όπου εκδηλώνονται εμφανίσεις, θαύματα, φαντασίες, εμπνεύσεις και ιάσεις κάθε είδους. (…) Κάθε γυναίκα μπορεί να έχει πρόσβαση στον Río Abajo Ríο, σε αυτόν τον ποταμό κάτω από τον ποταμό». Ίσως αγαπώ τόσο πολύ αυτό το ποίημα επειδή είτε πιστεύω είτε παρερμηνεύω πως ευτυχώ τις μέρες που δεν είμαι ο εαυτός μου, γιατί ο εαυτός μου δεν είναι μόνον ο εαυτός που νομίζω ή σκέφτομαι συνήθως. Δηλαδή, υπάρχουν μέρες που τα αφήνω όλα στην άκρη, ή τα παίρνω μαζί μου, μα πάντως, περισσότερο από κάθε τι άλλο, και με φόρα, παίρνω τον δρόμο για τον «ποταμό κάτω από τον ποταμό» και βρίσκω εκεί πολλά από όσα είμαι μα όλα τους υπήρξαν πολύ πριν από εμένα. Καθώς, στο ποίημα της Σιώζιου, το χιόνι απομακρύνεται από το σώμα, το σώμα έρχεται σε επαφή με άλλα σώματα και υλικά με τα οποία ανακαλύπτει πως συνορεύει: σκληρά, καλά και μαλακά, εύθραυστα, έτοιμα να διαλυθούν, ζεστά ή παγερά, ανάλογα με τις επαφές. Σε κάθε περίπτωση, ένα σώμα πώς μπορεί να έρθει σε επαφή εάν δεν εκτεθεί;

Η Clarissa Pinkola Estés
Η Clarissa Pinkola Estés


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ

Σηκώνω κύματα
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Σηκώνω κλαριά
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Σηκώνω τα πέπλα μου
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Εφτά φεγγάρια φάνηκαν στον ουρανό μου
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Ξαπλώνεις σαν τη χλόη πάνω μου
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Η φωνή μου επιστρέφει σαν ηχώ
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Βγαίνω για κυνήγι και ευστοχώ
Δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Πάνω στα δάχτυλά μου η σταγόνα
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Έχω ένα λύκο στο παλτό
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Έχω έναν κόμπο στο λαιμό
δεν μπορώ να πω ευχαριστώ

Η Estés γράφει πως «Οι ποιητές κατανοούν ότι χωρίς τον θάνατο τα πράγματα δεν έχουν αξία. Χωρίς τον θάνατο δεν υπάρχουν μαθήματα, χωρίς τον θάνατο δεν υπάρχει σκοτάδι για να φανεί η λάμψη του διαμαντιού. Ενώ οι μύστες δεν φοβούνται την Κυρία Θάνατο, η κουλτούρα μας συχνά μας παρακινεί να γκρεμίσουμε από τον βράχο την Γυναίκα Σκελετό, όχι μόνο επειδή είναι φοβιστική αλλά και επειδή θα πρέπει να περιμένουμε πολύ καιρό μέχρι να καταλάβουμε τι κάνει». Το τελευταίο ποίημα που επέλεξα να παραθέσω, δεν ξεχωρίζει, πιστεύω, μόνο για τον ρυθμό που το διακρίνει. Το πρώτο πρόσωπο που αφηγείται, επαναλαμβάνει το «δεν μπορώ να πω ευχαριστώ», περιδιαβαίνοντας ανάμεσα σε διαφορετικές εικόνες και πράξεις. Δεν μας λέει, όμως, τι είναι εκείνο που μπορεί να πει και, πάντως, εξακολουθεί να πράττει. Αισθάνομαι πως μάλλον μας προσκαλεί να σταθούμε στην πορεία που διαγράφεται, να αφουγκραστούμε τα στάδια, να κοντοσταθούμε, μέχρι να εντοπιστεί το ακριβές αίσθημα, ένα αίσθημα που φαίνεται πως δεν είναι τόσο εύκολο να περιγραφεί, ένα αίσθημα που ίσως δεν έχει εντοπιστεί ακόμη, και δεν ξέρουμε πότε θα γίνει αντιληπτό ως κατάφαση, δεν γνωρίζουμε τι ακολουθεί∙ το πιο σημαντικό είναι ένα: (μας καλεί να) είμαστε παρούσες, και όπως σοφά το επισημαίνει η Estés, «ένας κόσμος άψυχος ενθαρρύνει το διαρκώς γρηγορότερο, το ταχύτερο, την εξαντλητική αναζήτηση του λαμπτήρα που δείχνει πως θα καίει για πάντα, από τούτη κιόλας τη στιγμή. Ωστόσο, το θαύμα που αναζητούμε χρειάζεται χρόνο, χρόνο για να το βρούμε, χρόνο για να του δώσουμε ζωή». Τα Ενδεχόμενα Τοπία της Δανάης Σιώζιου εξιστορούν και ερμηνεύουν διαφορετικά επεισόδια του κύκλου που η Estés ονομάζει «κύκλο ζωής/θανάτου/ζωής», της γνώσης που αποκτάμε ή μας αποκαλύπτεται καθοδόν, του ανώφελου που γίνεται ωφέλιμο καθώς πορευόμαστε μέσα του, της απώλειας ως πεδίου πλήρους κέρδους. Τα κεφάλαια της ποιητικής συλλογής, όπως άλλωστε και η γριά Γνώστρια Λα Λόμπα, περιηγούνται διαρκώς ανάμεσα στον κόσμο της ορθής λογικής, σ’ εκείνον της ποιητικής και σ΄αυτόν του μύθου, όπως πάντοτε τους ορίζει και τους ανακατασκευάζει η ποιήτρια. Διαβάζω τα Ενδεχόμενα Τοπία ως βιβλίο αναζήτησης, από τον εαυτό στις πηγές του, από τον τόπο στον άνθρωπο, και από τον άνθρωπο στον άνθρωπο∙ ως ένα γεγονός σχέσης με τον εσωτερικό μας χάρτη που διαρκώς ξαναγράφεται, με το φάρμακο που προσφέρει, τελικά, «μια δημιουργική πράξη ικανή να γεννήσει τον χείμαρρο που θα τρυπήσει τον βράχο», ή με τα λόγια της ποιήτριας στο ποίημά της Ιππώ/Ωκυρρόη: «κάτω απ᾿ τις οπλές της σπάνε/οι γκριζωπές πλαγιές των βουνών/ο καλπασμός της απογειώνεται στον άνεμο/όπως το νερό κινείται διαρκώς/όπως το νερό μπορεί μόνο να προχωρήσει.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: