To μελάνι στεγνό & άλλα ποιήματα

To μελάνι στεγνό & άλλα ποιήματα

To μελάνι στεγνό

υγρό το χέρι
που σχίζει και διαγράφει κύκλους πάνω
σε παλαιωμένες κόλλες εμπορίου
κόλλες σαν τέτοιες που μου αγόραζε η γιαγιά μου
από το γωνιακό παντοπωλείο
οπού’ χε φιστίκι αράπικο
από το 1964

Ο Νεοπτόλεμος
Της Τροίας πτολίεθρον
Η δοτική του αντικειμένου

Το μελάνι στεγνό
υγρό το χέρι

Όμως να, έρχεται η γιαγιά μου,
φέρνει μαστίχες φυλλαράκια που μ’ αρέσουν
σε χρώμα πράσινο και άσπρο
προσέχοντας το χτυπημένο πόδι της
κι οι κύκλοι παίρνουν σχήματα αλφαβήτου

Βαδίζει αργά στον χιονισμένο δρόμο

 

Μικρές γυάλινες σφαίρες

Περάσαν δεκαπέντε χρόνια και ακόμη να εγκλείσω
σε μια από τις μικρές γυάλινες σφαίρες μου
ψηλά στα ράφια εδώ που ζω
κάτι από την πολύτιμη ουσία
τη μαγική ενέργειά σου
το βλέμμα που τοποθετούσε στη θαλάμη
φυσίγγια για τις διψασμένες πέρδικες
καθώς με μάτια έντρομα
έσκυβαν να γευτούν λασπόνερο

Κάτι να σε θυμίζει στους επόμενους
τα γέλια όταν παίζαμε ποδόσφαιρο στο χολ
και τη μαμά

Κάθομαι και παρατηρώ
από τα βάθη της δερμάτινης μου πολυθρόνας
απέναντι τα ράφια με τις μικρές γυάλινες σφαίρες·
μέσα τους πράσινες κόκκινες νιφάδες
αέναα γυρίζουν και συγκρούονται
φωτίζοντας το απόλυτο σκοτάδι
Έχω εγκλείσει πολλά άτομα
περαστικά από τον βίο μου
τα έχω αριθμήσει και ταξινομήσει
μα εσένα όχι ακόμη
μου διαφεύγει η μαγική σου ενέργεια
τα κλειστά χέρια όταν γύρευα αγκαλιά
ποιος ξέρει τι σκοτάδια είχες μέσα σου

Κι η νύχτα εξαχνώνεται
κι από τα βάθη της δερμάτινής μου πολυθρόνας
φωτάκια στροβιλίζουν και συγκρούονται
μες στις μικρές γυάλινες σφαίρες μου

Και ίσως μετά είκοσι χρόνια
τα κορίτσια μου
να έχουν εγκλείσει ερμητικά
σε μια από τις μικρές γυάλινες σφαίρες τους
κάτι από την πολύτιμη ουσία
τη μαγική ενέργεια μου
κάτι να με θυμίζει στους επόμενους
τα ανοιχτά χέρια
σαν γυρεύαν αγκαλιά
χέρια που κρύβαν πίσω τους
της διψασμένης πέρδικας το βλέμμα
που έσκυβε να γευτεί λασπόνερο
γνωρίζοντας το τι θα ακολουθήσει

 

Μικρά πουλιά μου

Μικρά πουλιά μου
Ξέρω
Έσφαλα
που δε σας άφηνα να τριγυρνάτε
στα άνθη της αμυγδαλιάς
να παίζετε κρυφτό μέσα στα φύλλα
και να πετάτε ελεύθερα
ανοίγοντας τα πλούσια φτερά σας
σαν πινελιές στον ουρανό
αντί για αυτό σας έκλεινα σφιχτά μες στην παλάμη μου
ωσότου μάθατε να ξεδιψάτε με ιδρώτα
να τρέφεστε από τη σάρκα μου
μέχρι που γίναν τα χέρια κόκκινα κουβάρια
όμως ακούστε με παρακαλώ έστω και τώρα που
τα νύχια σας ατόφιο κόκαλο
και το κελάηδημα σας μια στριγκιά φωνή
τώρα που πια δε με χρειάζεστε
υπήρχε λόγος
που δε σας άφηνα να τριγυρνάτε
να παίζετε κρυφτό στα φύλλα
και να πετάτε ελεύθερα
σαν πινελιές στον ουρανό
δεν ήταν τόσο τα μαύρα πουλιά ούτε οι άνθρωποι
που θα σας έγδερναν για ευχαρίστηση
όσο ο φόβος
πως τα πλούσια φτερά σας
μεταξύ μας
θα είχαν ίδιο χρώμα με αυτά
των περισσότερων πουλιών του δάσους

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: