Βαρυχαίτες & αστροχάννοι

στην Ρέα Δέσποινα

______________
Τ  Ο    Π Ε Ρ Ι Γ Ρ Α Μ Μ Α
______________



Μετά το Πάσχα, ο Γιανναίος Μαχανάς εμφανίστηκε με ένα σημάδι σαν μικρή καυτερή κόκκινη πιπεριά επάνω από το αριστερό φρύδι
— Γιανναίε, τι έπαθες εκεί;
— Ένα βράδυ είχα βγει με την μηχανή στην εξοχή Και εκεί που φανταζόμουν, οραματιζόμουν και γκάζωνα, πετάχτηκε μπροστά μου ένα ζώο Έκοψα το τιμόνι απότομα για να το αποφύγω και έπεσα με την μηχανή σε ένα χωράφι Έβλεπα το φεγγάρι μέσα από την μπροστινή ρόδα, που ακόμη γύριζε Πονούσα παντού και σηκώθηκα δύσκολα Στα μαλλιά μου είχαν πιαστεί αγκαθωτά χόρτα που σχημάτιζαν κάτι σαν στέμμα και...
— Τι λες;! Πνευματική εμπειρία! Και τι ζώο ήταν αυτό που απέφυγες, Γιανναίε μας;
— Κότα ήταν, άλογο ήταν, θα σε γελάσω... Ήταν σκοτεινά και μόνον το περίγραμμα ξεχώριζε...

Η τελευταία απάντησι ταξίδεψε μακρυά Ο Γιανναίος χλευάστηκε τόσο στον κύκλο του όσο και αρκετά πιο έξω Ο Μαχανάς κοκκίνισε, πρασίνισε και μαύρισε πολύ
Και ο Γιανναίος Μαχανάς τελικά σκέφτηκε να συζητήσει για ζώα και τα περιγράμματά τους με την Χάννα Τεμπλ, μία ζωολόγο που είχε γνωρίσει πέρυσι σε διακοπές στην Αίγινα
Στην συνάντηση, κάπου στα Πετράλωνα για λαχανοντολμάδες και περιγράμματα, η Χάννα άκουσε προσεκτικά τον Γιανναίο και ζύγισε ως εξής:
«Δεν θεωρώ αδύνατη την γειτνίαση περιγραμμάτων κότας και αλόγου»
«Μετά από πολλές μεταλλάξεις;» ρώτησε ο Γιανναίος
«Όχι απαραίτητα», αποκρίθηκε η Χάννα. «Ίσως μίλησες ασυναίσθητα με όρους πλατωνικού σπηλαίου!»
Στην συνέχεια, η Χάννα είπε στον Γιανναίο ότι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, καλό για αυτόν θα ήταν να γνωρίσει από κοντά την μεσογειακή πανίδα, σε μία σειρά ταξιδιών που θα έκαναν μαζί
«Ό,τι πρέπει!», αναφώνησε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, ο Γιανναίος, «και βαφτίζω, αυτήν την στιγμή, την σειρά των ταξιδιῶν ‘Έξω από το σπήλαιο τῶν Αθηνῶν’!»
«Ωραίο!» σχολίασε η Χάννα και συνέχισε «Λοιπόν, στην διαδρομή επίσης θα βαφτίζουμε όπως μας αρέσει κάποια είδη της πανίδας Κατόπιν λέω να γράψουμε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο – σπαζοκεφαλιά: ο αναγνώστης θα προσπαθεί να καταλάβει σε τι αναφερόμαστε και οι απαντήσεις σχεδόν ποτέ δεν θα είναι προφανείς»!


«διαφανόψαρα» / σχέδιο: Ελένη Ρακαντά
«διαφανόψαρα» / σχέδιο: Ελένη Ρακαντά


Ο Γιανναίος κοίταξε ψηλά, σχεδόν προς τον ήλιο Το εξώφυλλο του πιθανού βιβλίου πέρασε θολό, δίχρωμο, φτεροκοπώντας Ο Γιανναίος κοίταξε την Χάννα, πρότεινε για πρώτο προορισμό την Πελοπόννησο και η Χάννα συμφώνησε
Ένα αυγουστιάτικο πρωί όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι Στην αφετηρία, ανάμεσα σε δύο λεύκες, υπήρχε ένα κομψό λαδί πανό Το είχε κρεμάσει μια μικρή ομάδα που είχε στηρίξει τον Γιανναίο, όταν οι πολλοί είχαν επιλέξει τον χλευασμό Τα κρόκινα γράμματα στο πανό χόρευαν κάπως αλλά, τελικά, σχημάτιζαν το σύνθημα:

« Ο ΓΙΑΝΝΑΙΟΣ ΜΑΧΑΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ! » 

Ο Γιανναίος τεντώθηκε και έβαλε εμπρός την μηχανή του μαύρου αυτοκινήτου. Χαμογέλασε και μουρμούρισε: «Ίσως και να μην είμαι ένας από εσάς, εάν ασυναίσθητα συλλογίζομαι με όρους πλατωνικού σπηλαίου!»
Μετά από διαδρομή μόλις μισής ώρας ο Γιανναίος και η Χάννα σταμάτησαν σε κάτι καμμένα και άρχισαν να σχολιάζουν τις διαφορές πευκώνα και ελαιώνα
«Ξέρεις», είπε κάποια στιγμή ο Γιανναίος, «σκέφτηκα να φτιάχνω, κάπου-κάπου στην διαδρομή, και μικρά ποιήματα — να, όπως έκανε ο Μπασό ταξιδεύοντας!». «Και έχω ήδη σκεφθεί το πρώτο:

το σώμα του, το αίμα το ρητινικό
Πεύκος Θεός, λατρεύεται και φλέγεται
Πεύκος Θεός, με το φρικτό μετάξι του

βολίδες και βελόνες του
λατρεύεται και φλέγεται
Πεύκος Θεός

— Αυτό δεν είναι χάικου!
— Δεν είπα ότι θα γράφω χάικου — το «όπως» ήταν για την γενική λογική. Αλλά, αφού θέλεις χάικου, να ένα που σκέφτηκα πέρυσι, αν και δεν σου το είπα:

Χάννα σαν χάννος / κοιτάζεις τον πρίγκηπα / Μπλοπ! και χάθηκε

«Κοτσάνα πτερόεσσα!», μουρμούρισε η Χάννα, σχεδόν βυσσινί Και πήρε μια ανάσα
«Μία ανοησία! Όπως αυτές που έλεγες για τις τάχα αδελφές μου, την Λη και την Μύρλεϋ», συνέχισε κόκκινη Και η Χάννα πήρε άλλη μία ανάσα
«Κάποτε είσαι φιλόσοφος, άλλοτε είσαι σαχλός Όχι ότι αποκλείεται και το ταυτόχρονο!», συμπλήρωσε η Χάννα και πήρε μία ακόμη ανάσα

Ο Γιανναίος, ο οποίος στο μεταξύ είχε πιάσει να πλάθει ένα βόλο από πίσσα κάτω από μία ελιά, κοίταξε ψηλά, άφησε τον βόλο να κυλήσει στον κάθετο ήλιο και μουρμούρισε «Σιγά-σιγά θα απλωθεί»

Σιωπή, σιωπή Το χρώμα της Χάννας πλησίαζε το φυσικό της αχνορόδινο Πού και πού περνούσε από την Εθνική κάποιο αυτοκίνητο πιο γρήγορο από τα άλλα οχήματα

Ο βόλος της πίσσας είχε σχεδόν απλωθεί «Κάποτε η χαρακτηριστική πανίδα του δρόμου ήταν οι σκαραβαίοι, οι βέσπες και άλλα τέτοια», σκέφτηκε ο Γιανναίος «Ενώ τώρα ακούς συνέχεια για θρώνακες στους ουρανούς», σκέφτηκε η Χάννα Κανένας από τους δύο δεν είχε μιλήσει

Συντονισμός Και ο Γιανναίος κοιτώντας προς τα Γεράνεια Όρη είπε συλλαβιστά:

τζι-τζί-κι-ρά-νι / γε-ρα-νί τό-ε-ρα-νί / τορ-πέ-ζι-ρά-νι

«Δεκαεπτά συλλαβές, σωστά μοιρασμένες», είπε η Χάννα, «αλλά όχι ακριβώς ένα χάικου» Το «δικό μου» με τον βάτραχο ίσως τελικά ήταν, τεχνικά μιλώντας, καλύτερο».

«Δεν είναι σαφής η εποχή στο “δικό σου”», είπε ο Γιανναίος. «Για μένα είναι», είπε η Χάννα «Πέρυσι, ακριβώς τέτοια εποχή ήταν» «Και εσύ: ‘ποιητής εσθλός, τέττιγι εοικώς’, Γιανναίε, νομίζω ταιριάζεις με το καλοκαίρι»

— Ένας μορρογόρος είμαι
— Μορρο..., τι εννοείς;
— Σκέψου!
— ¡ Α, ναι, κατάλαβα !

Και ο Γιανναίος Μαχανάς έβαλε εμπρός την μηχανή του αυτοκινήτου




[ Στο επόμενο: «Η Πελοπόννησος» ]

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: