Με καπνά ‘Επιπόλαιος’

Κήπος των αδυνάτων, ΚΜ, 1993
Κήπος των αδυνάτων, ΚΜ, 1993


Δηλαδή

Στο ‘Χαλκός & Καπνός’ (Χάρτης, τχ. 60) παρουσίασα κάποια ποιήματα & σχέδια τα οποία έφτειαξα περίπου προ 40ετίας και είναι από τα πρώτα που με αντιπροσωπεύουν κάπως έως σήμερα. Εδώ παρουσιάζω μερικά ποιήματα & σχέδια από την γειτονία μίας επόμενης μεταβάσεως: προ 30ετίας* με αεροπλάνο από το Ιλλινόι. Τα ποιήματα Νο 4 & 5 παρουσιάζονται με αρκετές πρόσφατες αλλαγές (του 2023), χωρίς όμως να έχω θίξει ό,τι θεωρώ βασικό σε κάθε περίπτωση.

*Δεν θα ακολουθήσει αντίστοιχο υλικό από τις εποχές προ 20ετίας & προ 10ετίας - εκτός των άλλων, οι εποχές αυτές ανήκουν σε μία εικοσαετία κατά την οποία έγραψα ελάχιστα ποιήματα.

1. Ινκυπόνκι

Στον Μιχάλη Συρίμη των μηχανών

γράφονται, σβήνουν, γράφονται Στα δόντια του στιχάκια
και σβήνονται ασταμάτητα Χωρίς σελίδα τα Άπαντα
ο Ινκυπόνκι Κλόμπιους Στα χέρια καλαμπόκι

άνεμος βάζει στα κλεφτά
στο στόμα του φιτίλι
και το ονομάζει νήμα της
τρίζουν τα τζάμια ειρωνικά
ά, Ινκυπόνκι Φόγκι

he-lenky φένκει, φέγγει σαν φυσά
βγαίνει με βάρκα στα ανοιχτά
στέκει καπνός και γδύνεται
είναι με φώτα,
δείχνει με κουπιά
γέρνει, κυρτός αφήνεται
στα ζώα με τα νυχτικά
στις σκέψεις, τις ορέξεις τους
α, Ινκυπόνκι Κλόμπιους
α, Ινκυπόνκι Φόγκι

ΥΓ.

ο Ντον Ποέτας Γεωργός, ο ποιητής πυράκανθος, ο χορευτὴς γυρλάμινος
είναι ποιος ξέρει πού Kαι έχει μία λέξη γλυκιά σε ταλάντωση
o Ινκυπόνκι Κλόμπιους, o Ινκυπόνκι Φόγκι

[Ουρμπάνα 1991-2]


ΣΗΜ. Ινκυπόνκι: αφορμή ο Ντον, ποιητής-σκιά σε αμερικανική πανεπιστημιούπολη. Με συναφή τίτλο αλλά μεταγενέστερο και πλήρως διαφορετικό είναι ένα άλλο ποίημα .(βλ. τχ. 47 του Χάρτη), διαφορετικό είναι και το πρόσωπο-αφορμή (: ο ίδιος ο Ίγκυ Ποπ στο ‘Ιγκυπόγκι’.


Ακέντητα, Β Σ-Μπ & ΚΜ, 1993
Ακέντητα, Β Σ-Μπ & ΚΜ, 1993


2. βαθανανούς

πέφτουν του μπάσου οι γραμμές με τερερέμ και κρότο
φουσκώνει καταβύσσινος ο νους του αιχμαλώτου
        χορός:

άργη Τετάρτη, Κυριακή θάσσα του πόντου χρώμα
βύσσινη ῥώγα του τροχού σού βυσσινάει το στόμα
σπάζουν οι λέξεις, ο τροχός και ο γυριστός αγέρης
άβαλα, ῥάβαλα παντού                  γι᾽ αυτό και υποφέρεις

πέφτουν του μπάσου οι γραμμές με νεκρεδένιο κρότο
βαθανανούς αθάνατος των εραστών του Νότου

[Αθήνα 15/9/93]

3. καλόγερος

φεύγουν τα δόντια Και ένας σκύλος να χτυπά
με το κεφάλι του ένα τύμπανο
‘Κοίτα Θεέ μου τι περνά!’
και να πιστέψης θέλεις την ουρά
την στον αέρα γράφει, έγραψε Η ΖΩΗ ΣΟΥ

ένας καλόγερος περνά Με ράσα ρόζ πορτο-
καλιά Και, να! Θέλει πως μάλλον είσαι σε όνει-
ρο Και να ξυπνάς λέει... Λέει
να ξυπνάς και Νάσου θα ´λεγες σχεδόν Πάλι
στον ίδιο όνειρο Μα να ξυπνάς, λέει, πάλι να ξυπνάς Και πάει
λέγοντας σκυλιά Και ώρα πολλή η συνέχεια

και αφού δεις συμβολικά σκύλους και άγρια
άλφα ζώα εφτά
να ευχαριστήσεις πρέπει τον καλόγερο Και να αποκοιμηθείς
βαριά Και όσο μπορείς φαρδιά Με εικόνες τρίβοντας το σώμα σου
Και θα ξυπνήσεις, ήλιος, σαν
περιπτεράς Κρατώντας μέγα χαρτονόμισμα
με την μορφή ανόητου ΑΝΟΗΤΟΥ γνωστού σου

[Πάρνηθα 7/10/93]


«Άλωσις των Αθανάτων, Η Γκερνίκα των λωτών, η Γκερνίκα που δεν ζωγράφισα», ΚΜ, 1992/3 (+)
«Άλωσις των Αθανάτων, Η Γκερνίκα των λωτών, η Γκερνίκα που δεν ζωγράφισα», ΚΜ, 1992/3 (+)


4. παλαιστής

εγώ είμαι παλαιστής, Δηλαδή τι παλαιστής, τρώω ξύλο συνέχεια Γι´αυτό κρύβομαι σε σπηλιές με φλοκάτη και ελιές, με εικόνες, η μαστίχη από αυτές, με κιννάβαρι φούμο Και εμφανίζονται νάθοι, με μαγκούρες οξυάς, με φραγγέλια στο χέρι, τι να πω, ας το πω λεπτομέρειες Κάποια ήθελε αυτό
δασοχέρα να γίνει με κλαδιά τυρφουφού και να γνέφει συνέχεια Με μια βίτσα ελιάς, με ρετσίνια νερά Και όλοι είχαν τα σχέδια
κιμωλίες στην πλάτη μου αν φορούσα παλτό ή γεμάτος με σκόνες μου ένας κάδος σκουπίδια, ίσως κάποια κλαδιά Από φούμο και ελιά, όπως με έπαιρνε ο ύπνος, με κισσόφως και κάρβουνο, με λευκό και με θάνατο, ένα αόριστο γκρι Μα η οδός που εκβάλλει με σαρίδια στην θάλασσα
άνω και κάτω ποτέ η ὡυτή Των σαρμάτων το Δ ένας κόσμος – μπορεί; Ναι μπορεί, τώρα άσε με!

[+ Η. & Α.Κ, Αθήνα 2/2/94]

5. λέγω φαινόμενα

λέγω φαινόμενα, του θάμβους φαινόμενα, κύκνος καπνός Συ δεν βλέπεις πού πας, έλα πήγαινε Μια λαβή λεωφορείου κρατώντας, περπατώντας, χαρτόνι ποδήλατο, ήλιος λωτός
πύκνος καπνός και ψάχνεις στις επιγραφές, το ποίημα που λανθάνει, κάθε δρόμου που φαίνεται, ένας ώμος που γέρνει, ξαφνιάζεσαι, να ο ήλιος του αύριο, να ο κάπνος δεν θες
εγώ δεν ξέρω πια να σου μιλώ σαν ο παλιός και έμπειρος περιπτεράς Παραμερίζοντας, πως κρέμονται, οι αθλητικές εφημερίδες Τώρα νυχτώνει, νύχτωσε, πάει καιρός, έλα και, ερέβους θόρυβος, ρόδι ξερό, πες όσα θες
δες κρεμαστή γροθιά, με τερερέμ ηλεκτρικό, χρώματα συγκρουόμενα, πάρε το μοβ μαλλί της γριάς όχι το ροζ, άκου! θροΐσματα, άκου ένα ωχ, δες το αστροκάικο, πέρνα!, περνά περίεργος, μεσανυχτί, παγκάκι πράσινο
κυπαρισσί, πάρε ένα νόμισμα και αυτά που έγραψα, ένα καινούργιο όνομα Και κάνε ό,τι καταλαβαίνεις

[2&3/2/94]

6. με καπνά Επιπόλαιος

πώς περνούν, με δεμάτι από φύλλα βασσάλκας Με καπνά Επιπόλαιος τα κίτρινα κοίτα Πώς με κοίταγμα πείραγμα, με βροχή πώς περνούν, πώς βυθίζεσαι πώς; Και αιθαλέσαι θελέζεσσαι, ηθελέστα βαλσάκανθος Με ένα τίποτε πολύ ορατό, με χορεύαμε ανάμεσα και με θόρυβο χάνονται, χρώμα δίπλα σε χρώματα
πλέεις Με φύλλα βασσάλκας, με καπνά Επιπόλαιος σε μια ακτή και Αρράκανθος, πώς βυθίζεσαι, πώς; με αμμοτάφους αμμόταφους, σχήμα δίπλα σε σχήματα, μια ομπρέλα σου και ένα χωνί, α βροχή
ω βροχή Τι μου δείχνεις, τι θάνανθος, με καπνά Επιπόλαιος ή με φύλλα βασσάλκας
άι-θανάτου αθάναθος δεν περίσσεψε τίποτε Ηθελέστα βαλσάκανθος, δίχως ένα κερί

[17/3/1994]

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: