Η γέννα του καλλιτέχνη

Ζαν-Μπατίστ Ρενιό (1754–1829): «Πυγμαλίων και Γαλάτεια», 1786 (λάδι σε μουσαμά, 120Χ140 εκ. Ανάκτορο Βερσαλιών
Ζαν-Μπατίστ Ρενιό (1754–1829): «Πυγμαλίων και Γαλάτεια», 1786 (λάδι σε μουσαμά, 120Χ140 εκ. Ανάκτορο Βερσαλιών



Περίεργες οι προτιμήσεις των θεών ― ακόμα και στο που θα γεννηθούνε. Άλλος επιλέγει σπήλαιο σε απάτητο βουνό, άλλος μικρό νησί περικυκλωμένο από άγρια κύματα, άλλος ―άλλη πιο σωστά― να ξεπεταχτεί από το κεφάλι του ίδιου του πατέρα της.
Άλλη να προβάλει μεσοπέλαγα μέσα σε ένα ανοιχτό κοχύλι.
Η Αφροδίτη ήταν αυτή.
Η θεά του Έρωτα ―από την πρώτη μέρα που είδε το φως― θέλησε να βρεθεί δίπλα σε μαγευτικά ακρογιάλια, λουσμένη στους αφρούς της θάλασσας που αφού δροσίζανε το κοχύλι που μέσα του είχε γεννηθεί, στη συνέχεια σβήνανε στις ακτές νησιού πανέμορφου.
Από τότε το νησί αυτό ―η Κύπρος είναι― αφιερώθηκε στη θεά. Αφιερώθηκε στις ομορφιές του έρωτα.
Και ο Πυγμαλίωνας στην Κύπρο είχε γεννηθεί και ζούσε. Και ήταν γλύπτης. Και μάλιστα ο πιο ξακουστός όχι μόνο στην πατρίδα του αλλά σε όλες τις πόλεις της Μεσογείου.
Ολόγυρά του, οι άλλοι συμπολίτες του, δεν ξεχνούσανε σε ποια θεά ήταν αφιερωμένο το νησί που κατοικούσανε, κι έτσι με κάθε τρόπο τη δοξάζανε. Με γιορτές, πανηγύρια, τραγούδια και ποιήματα ― όλα αφιερωμένα στον έρωτα.
Οι άλλοι συμπολίτες του όλα αυτά. Εκείνος, ο Πυγμαλίωνας, όπως κάθε αληθινά γνήσιος καλλιτέχνης ήταν συνέχεια δοσμένος στα έργα του. Και ζούσε απομονωμένος μέσα στο εργαστήρι του.
Αυτός και τα μάρμαρα που τα χέρια του θα τα μετέτρεπαν σε αγάλματα.
Κάθε άγαλμα κι ένα όνειρό του, μια ιδέα του, ένα πάθος του.
Όλοι μιλάγανε για εκείνη τη αιθέρια μορφή που τα δάχτυλά του, κρατώντας τη σμίλη και πελεκώντας το μάρμαρο, πλάσανε κι ήταν ίδια η ανάλαφρη θεότητα της αυγής ― η Ηώ.
Κι όλοι είχαν κάποια στιγμή θαυμάσει σε πλατεία της πόλης, εκείνον τον φτιαγμένο από μαύρο μάρμαρο αετό, που λες και μόλις είχε ξεκινήσει το πέταγμά του ― πέταγμα ελευθερίας.
Θέλανε, λοιπόν, να τον τιμήσουν για τα αγάλματα που στόλιζαν κι ομόρφαιναν όλο το νησί.
Μα ο Πυγμαλίωνας τους κρατούσε έξω απ΄ το εργαστήρι του ― ποτέ και σε κανέναν δεν έδειχνε το άγαλμα που κάθε φορά πελεκούσε. Μοναχά αφού τελείωνε, μοναχά όταν ο ίδιος αισθανότανε πως ότι είχε μπορέσει με τη σμίλη να δημιουργήσει, είχε πλέον ολοκληρωθεί, μοναχά τότε το έστελνε να το καμαρώσουν και οι άλλοι.
Έτσι είναι όλοι οι καλλιτέχνες ― σαν γυναίκες που έχουν γκαστρωθεί. Κι όσο καιρό έχουν μέσα στα σπλάχνα τους μια νέα ζωή, δεν θέλουν σε κανέναν άλλον να την εμπιστευθούνε.
Κάπως έτσι κυλούσαν οι χρόνοι κι ήταν και πάλι μια εποχή όπου σε λίγο καιρό μια μεγάλη γιορτή για την Αφροδίτη θα γινότανε.
Οι άρχοντες της πόλης καθαρίζαν τους κίονες του ναού της, φυτεύαν νέα λουλούδια στα παρτέρια του, και σε διπλανό κτίριο αποθηκεύαν τα δώρα που θα της προσφέρανε.
Ο Πυγμαλίων εκείνο τον καιρό ήταν ολημερίς κλεισμένος στο εργαστήρι του. Ελάχιστα έτρωγε, με νερό μόνο ξεδιψούσε κι όμως ως μεθυσμένος συνέχεια ένοιωθε. Ανήσυχος ο ύπνος του ― θολά όνειρα που όμως ανάμεσά τους κυκλοφορούσε μια ακαθόριστη γυναικεία μορφή.
Μια μορφή που λες και ζητούσε από αυτόν να επιλέξει το κατάλληλό βράχο μάρμαρου και με τις σμίλες και τα σφυριά του να ξεκινήσει να της δίνει συγκεκριμένη όψη.
Κυοφορούσε ένα νέο έργο ο Πυγμαλίωνας την ίδια ώρα που έξω στους δρόμους είχαν αρχίσει οι πρώτες δεήσεις προς τη θεά του Έρωτα.
Αχάραγα ήταν όταν πλέον ο Πυγμαλίωνας στάθηκε μπροστά σε όγκο κατάλευκου μάρμαρου και έδωσε το πρώτο χτύπημα.
Κάτι μέσα του σάλεψε ― η καρδιά η δική του ήταν που κτύπησε;
Με πάθος ακόμα και για τον ίδιο πρωτόγνωρο, πήρε να πελεκάει με το σφυρί και τη σμίλη. Φέτες και μικρά κομμάτια μάρμαρου σωριαζόντουσαν ολόγυρά του, συννεφάκια σκόνης του θολώνανε το βλέμμα, πάνω στο κούτελό του στάλες ιδρώτα ανακατωμένες με μαρμαρόσκονη.
Ο Πυγμαλίωνας δεν σταματούσε. Τα χέρια του δημιουργούσανε. Τα μάτια του τίποτε δεν βλέπανε.
Σε αυτό που το κομμάτι μαρμάρου μεταμορφωνότανε, ο ίδιος δεν το είχε σχεδιάσει.
Μπορεί ― ναι, αυτό θα ήταν!... Μπορεί να τον παρασέρνανε, να τον συνεπαίρνανε οι ύμνοι στη Θεά που τρυπώνανε από τους δρόμους μέσα στο εργαστήρι του

Αχ, εσύ, καλότυχη που με το αθάνατο χαμόγελό σου, με ρωτάς τι έχω πάθει, τι επιθυμεί περισσότερο η τρελαμένη μου καρδιά και σε καλώ και πάλι … 

(Σαπφώ, «Ύμνος στην Αφροδίτη», ελεύθερη απόδοση Μ. Κ.)

Μπορεί να είχε κουραστεί από τη μοναξιά του καλλιτέχνη και να ήθελε, ―ως ένας μικρός θεός―  να δημιουργήσει μόνος του το πλάσμα που θα το συντρόφευε.
Και δημιουργούσε, έπλαθε, γεννούσε… Μοναχός.
Αλλά όχι μόνος!
Πίσω του πλάσμα θεϊκό τον παρακολουθούσε… Αόρατη… Μόνο η ανάσα της δρόσιζε τη βάση στο πίσω μέρος του λαιμού του.
Η ίδια η Αφροδίτη…

Αλλά ο Πυγμαλίωνας αγνοούσε την παρουσία της.
Την αγνοούσε ―κι όμως ήταν εκείνη, η Θεά, που καθοδηγούσε το χέρι του. Τα χτυπήματα της σμίλης. Το πόσο απαλά άλλοτε έξυνε το μάρμαρο, το πόσο δυνατά και με πάθος, άλλοτε πάλι με το σφυρί το κτυπούσε.
Νύχτωσε πια.
Κι ο Πυγμαλίωνας αισθάνθηκε ολότελα άδειος ― όπως άδεια μένει η κοιλιά της λεχώνας.
Ένα νέο πλάσμα είχε δημιουργηθεί.
Μέσα στο διακριτικό φως των κεριών, ο Πυγμαλίωνας τόλμησε να κάνει τρία, τέσσερα βήματα πίσω, τόλμησε να αφήσει τη ματιά του να δει ότι είχε η Τέχνη του είχε δημιουργήσει.
Κι ανατρίχιασε.
Όχι πλέον ένα λευκό κομμάτι μαρμάρινου βράχου. Όχι! Εκεί μπροστά του, μισοξαπλωμένη πάνω στο πάτωμα μια γυναικεία μορφή.
Να τον κοιτά ― το βλέμμα της αυτός το είχε δημιουργήσει.
Να του υπομειδιά ― χαμόγελο φτιαγμένο από τα δικά του χέρια.
Και το σώμα της να έχει πάρει όλες τις κρυμμένες αποχρώσεις του μάρμαρου ― ρόδινα τα μάγουλα, ολόλευκα τα στήθη, λαμπερά τα νύχια των ποδιών. Και τα μαλλιά με πέτρινους βοστρύχους να ακουμπάνε στην απαλή καμπύλη των ώμων.
Δικό του έργο… Όσο κανένα άλλο πιο πριν. Γι΄ αυτό και τέλειο.
Βαθιές ανάσες πήρε ο Πυγμαλίωνας. Και πλησίασε το άγαλμα.
Όχι ―η σκέψη τον συνεπήρε― δεν είχε φτιάξει μια ακόμα μαρμάρινη μορφή. Κάτι… Κάποια γυναίκα είχε βγει μέσα από τα χέρια του.



Πλησίασε. Τόλμησε να απλώσει το μπράτσο. Τα ακροδάχτυλά του δισταχτικά, μα και με ελπίδα αγγίξανε τα χείλη του αγάλματος.
Βόγκηξε ο Πυγμαλίωνας. Δεν ήταν δέρμα χειλιών ότι ακούμπησε. Σκέτη πέτρα. Ψυχρός βράχος.
Όχι

Έλα και πάρε το βαρύ μου μαράζι. Λύτρωσε τον πόθο μου. Βοήθησε να γίνει αυτό που επιθυμεί η καρδιά μου…

(Σαπφώ, «Ύμνος στην Αφροδίτη», ελεύθερη απόδοση Μ. Κ.)

Τώρα ο ύμνος έφτανε ως το εργαστήρι από πιο μακριά. Από τον ναό της Θεάς.
Κι ο Πυγμαλίωνας δεν δίσταζε πια.
Βγήκε κι αυτός στον δρόμο, άρπαξε τάσι που μέσα του καιγόντουσαν βαριά, ηδονικά μυρωδικά κι έτρεξε στο ναό.
Έσπρωξε, παραμέρισε άλλους, μπροστά στο άγαλμα της Θεάς γονάτισε, στα πόδια της δίπλα άφησε το τάσι,

Ω, Δέσποινά, μη πληγώνεις με τέτοια πίκρα την καρδιά μου ― ψιθύρισε και ένα δάκρυ κύλησε πάνω στο σκονισμένο του πρόσωπο κι το λέκιασε.
Αλλά ήταν δάκρυ ανακούφισης ― σημάδι, κάτι σαν φιλί της Αφροδίτης.
Και μ’ ένα βουβό, σιωπηλό ―Επέστρεψε!― η Θεά παρηγόρησε τον καλλιτέχνη.
Κι αυτός έτρεξε πίσω στο εργαστήρι του.
Και το άγαλμα ήταν πάντα εκεί, στο πάτωμα.
Μα τώρα ο Πυγμαλίων ξάπλωσε δίπλα του, τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του αγάλματος και η αφή του σιγά, σιγά αισθάνθηκε να ζει ένα θαύμα.
Το άγγιγμα μιας πέτρας, γίνηκε άγγιγμα μιας σάρκας.
Και το στήθος του Πυγμαλίωνα ήρθαν να το ζεστάνουν οι παλμοί του στήθους μιας γυναίκας που ανέπνεε.
Τη σάρκα της κάλυπτε γνήσιο δέρμα . Λευκό σαν το γάλα. Που ανατρίχιαζε.
«Σε αγαπώ…» μια τρυφερή φωνή γαργάλισε την ακοή του Πυγμαλίωνα.
Κι αυτός ― «Κι εγώ σ΄ αγαπώ… Γαλάτεια!» απάντησε κι έδωσε όνομα στη γυναίκα που κρατούσε μέσα στην αγκαλιά του.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: