Η ματαιοδοξία γεννιέται όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως η κατοχή αντικειμένων, δύναμης ή επιθυμιών μπορεί να νικήσει τον φόβο της εσωτερικής του κενότητας.
«Το γεράκι της Μάλτας» δεν είναι απλώς ένα σπουδαίο αστυνομικό φιλμ, είναι η στιγμή που ο κινηματογράφος ενηλικιώνεται μέσα στο σκοτάδι του. Από τα πρώτα του λεπτά, ο κόσμος που ξεδιπλώνεται μοιάζει ήδη καταδικασμένος, καπνός, σκιές, πρόσωπα που ψεύδονται με φυσικότητα και μια πόλη όπου κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν. Στο κέντρο αυτής της δίνης βρίσκεται ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ, ο άνθρωπος που ενσάρκωσε ο Χάμφρι Μπόγκαρτ με εκείνη τη σκληρή, σχεδόν μοιραία γοητεία που έμελλε να γίνει το απόλυτο πρόσωπο του φιλμ νουάρ.
Η ιστορία ξεκινά όταν μια μυστηριώδης γυναίκα, η Μπρίτζιντ Ο’Σόνεσι (Μαίρη Άστορ), εμφανίζεται στο γραφείο του Σπέιντ ζητώντας βοήθεια. Από την πρώτη στιγμή είναι φανερό πως πίσω από το φοβισμένο βλέμμα της κρύβεται κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Εκείνο που μοιάζει αρχικά με μια απλή υπόθεση παρακολούθησης μετατρέπεται γρήγορα σε εφιάλτη, ο συνεργάτης του Σπέιντ δολοφονείται, οι ύποπτοι πολλαπλασιάζονται και η αλήθεια αλλάζει πρόσωπο κάθε λίγα λεπτά. Ο ήρωας βυθίζεται σε έναν λαβύρινθο εξαπάτησης όπου οι λέξεις είναι παγίδες και κάθε ανθρώπινη σχέση καθορίζεται από το συμφέρον.
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκεται το περίφημο αγαλματίδιο του Γερακιού της Μάλτας, ένα αντικείμενο σχεδόν μυθικό, που υποτίθεται πως κρύβει αμύθητη αξία. Γύρω από αυτό περιστρέφονται άνθρωποι διεφθαρμένοι, απελπισμένοι και βαθιά μόνοι. Ο εκλεπτυσμένος αλλά απειλητικός Κάσπερ Γκάτμαν, ο νευρικός Τζόελ Κάιρο και ο επικίνδυνα αφελής Ουίλμερ σχηματίζουν μια γκαλερί χαρακτήρων που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από κάποιο σκοτεινό όνειρο. Κανείς τους δεν αναζητά απλώς έναν θησαυρό, όλοι κυνηγούν μια ψευδαίσθηση δύναμης, λύτρωσης ή επιβεβαίωσης.
Ο Τζον Χιούστον, στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, χτίζει αυτή την ιστορία σαν παρτίδα πόκερ όπου κάθε βλέμμα έχει σημασία. Οι διάλογοι κόβουν σαν ξυράφι, οι σιωπές βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις και οι χώροι μοιάζουν να φυλακίζουν τους ήρωες μέσα στις ίδιες τους τις επιθυμίες. Η κάμερα δεν ενδιαφέρεται να εξιδανικεύσει κανέναν παρατηρεί τους ανθρώπους σαν πλάσματα παγιδευμένα ανάμεσα στην απληστία και στη μοίρα τους.
Αυτό που κάνει το φιλμ αξεπέραστο δεν είναι μόνο το μυστήριο, αλλά η βαθιά απαισιοδοξία του για την ανθρώπινη φύση. Στο σύμπαν του Χάμετ και του Χιούστον, η ηθική δεν είναι σταθερή αξία αλλά εύθραυστη ισορροπία. Ο Σπέιντ μπορεί να διαθέτει έναν προσωπικό κώδικα τιμής, όμως ούτε εκείνος είναι πραγματικά αθώος. Ανήκει κι αυτός σε έναν κόσμο όπου το χρήμα, η επιβίωση και η επιθυμία καθορίζουν τα πάντα.
Και όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, δεν φέρνει κάθαρση αλλά πικρία. Το πολυπόθητο γεράκι μετατρέπεται στο απόλυτο σύμβολο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, όλοι σκοτώνουν, προδίδουν και καταστρέφονται για κάτι που ίσως τελικά να μην αξίζει τίποτα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το μεγαλείο της ταινίας. Δεν αφηγείται απλώς μια αστυνομική ιστορία, μιλά για ανθρώπους που κυνηγούν φαντάσματα πιστεύοντας πως θα γεμίσουν το κενό μέσα τους.